Βιβλίο - Εκδηλώσεις - Πολιτισμός

Ταξίμι: Η ελληνική μουσική στην Σκανδιναβία

Ποιοι είναι οι Ταξίμι, ποιος είναι ο σκοπός τους και ποιο είναι το έργο τους;

Οι Ταξίμι είναι ένα ελληνικό λαϊκό συγκρότημα στη Σκανδιναβία, το οποίο έχει αδιάκοπη δράση πάνω από δέκα χρόνια. Είναι μάλιστα η πιο γνωστή ελληνική ορχήστρα που υπάρχει στη Σκανδιναβία, γιατί υπάρχουν πολλές. Δεν είναι μόνο οι Ταξίμι που παίζουν, υπάρχουν και άλλα, αρκετά παιδιά. Απλώς εμείς είμαστε οι πιο γνωστοί, έχουμε κάποιο χώρο στην αγορά από το 1989. Αυτή τη στιγμή το γκρουπ απαρτίζεται από εμένα, Δεσποινιάδη Χρήστο με λένε –που είμαι κι ένας από τους ιδρυτές του– παίζω κιθάρα, λαούτο και τραγουδάω, από την Ανν Κάθριν Χέντιν, επίσης από τα ιδρυτικά μέλη, παίζει βιολί και μπαγλαμά. Κι ακόμη από τον Μίκο Παπαδόπουλο Λάιτινεν (ο οποίος έχει τρεις ρίζες: φινλανδική, ελληνική –από τη μάνα του και τον πατέρα του- κι έχει γεννηθεί στη Σουηδία και παίζει μπουζούκι. Και από τον Κεφαλλονίτη Αναστάση Μπενετάτο, που παίζει κλαρίνο, φλογέρες, και τραγουδάει. Κατά καιρούς είχαμε διάφορους άλλους συνεργάτες, αλλά ο πυρήνας κατόρθωσε να επιβιώσει, παρ’ όλο που δεν είναι εύκολο να βρεις συνεργάτες στη Σκανδιναβία που να παίζουν ελληνική μουσική. Όμως είμαστε τυχεροί και έχουμε πάντα πολύ καλούς συνεργάτες. Το ευχάριστο είναι ότι ο βασικός μας συνεργάτης, ο μπουζουξής, ο Μίκο Παπαδόπουλος Λάινινεν, είναι είκοσι πέντε χρονών, και ξεκίνησε να παίζει από μεράκι κι από αγάπη για την ελληνική μουσική, που άκουγε από τον πατέρα του. Αυτός μάλιστα είναι και ο πιο ένθερμος οπαδούς του ρεμπέτικου τραγουδιού, γιατί την ελληνική μουσική την παίζει μέσα από τα ρεμπέτικα κι όχι από αλλού.

Το κοινό σας ποιό είναι; Είναι Έλληνες, είναι Σκανδιναβοί, μικροί ή μεγάλοι σε ηλικία;

Το κοινό μας είναι αφενός Έλληνες που ζουν στη Σκανδιναβία –αν και αυτοί είναι μικρό ποσοστό– οι πιο πολλοί είναι Σκανδιναβοί που τους αρέσει η εναλλακτική μουσική –η ονομαζόμενη εθνική μουσική. Είναι άνθρωποι που έχουν κουραστεί από αυτόν τον βομβαρδισμό που γίνεται με τον ιμπεριαλισμό της κουλτούρας και ψάχνουν και ακούν εναλλακτικά πράγματα. Και, θέλοντας και μη, σκοντάφτουν πάνω στην ελληνική μουσική, γιατί πραγματικά δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Για τον ξένο, η ελληνική μουσική είναι κάτι μαγικό, και πολύ ενδιαφέρον, όταν την ανακαλύπτει τυχαία. Αν και η αλήθεια είναι ότι οι Σκανδιναβοί, αλλά και άλλοι άνθρωποι εκτός Ελλάδας, έρχονται σε επαφή με την ελληνική μουσική που δεν έχει αξιοπρέπεια. Χωρίς να θέλω να κατηγορήσω κανένα κομμάτι της μουσικής, έρχονται σε επαφή κυρίως με μουσική πολύ εμπορική και τουριστική. Οι τουρίστες στα νησιά ακούνε τα συρτάκια που, αν και φανταστικά κομμάτια, γραμμένα το ’60, πραγματικά όμορφα κομμάτια, σερβίρονται με έναν τρόπο πολύ εμπορικό, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι Έλληνες είμαστε όλο όπα όπα.

Είναι αυτό που λένε έξω, ότι οι Έλληνες είναι τζατζίκι, είναι σουβλάκι…

Ακριβώς. Λίγο κόκα κόλα…

Άρα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν απευθύνεστε μόνο σε ένα χώρο που θέλει να θυμηθεί τις ρίζες του –τους Έλληνες της Σκανδιναβίας. Μας λες ότι η ελληνική μουσική μπορεί ακόμα να εμπνεύσει….

Σήμερα, με την εξέλιξη της τεχνολογίας, ο οποιοσδήποτε μπορεί να έχει μια πολύ γρήγορη και άμεση πληροφόρηση για το τι συμβαίνει στην ελληνική μουσική. Δηλαδή, για τους δέκτες της ελληνικής μουσικής, για αυτούς που αναπνέουν μέσα από τη μουσική, όπως είναι οι Έλληνες που αγαπούν την ελληνική μουσική, η μουσική αυτή είναι πια πολύ προσιτή. Δεν είναι όπως πριν είκοσι χρόνια, που έλεγαν «πάμε να ακούσουμε κανένα κλαρίνο, κανένα μπουζούκι ν’ ανοίξει η καρδιά μας». Πολλοί άνθρωποι που ασχολούνται με την εθνική μουσική, Σουηδοί, αλλά και άλλων εθνικοτήτων, παίζουν ελληνική μουσική. Εγώ ξέρω τρία γκρουπ στη Σουηδία, καθαρά σουηδικά, που παίζουν ελληνική μουσική. Η ελληνική μουσική κατ’ αρχήν είναι προσιτή, οπότε δεν υπάρχει ανάγκη στον Έλληνα μετανάστη ν’ ακούσει τις ρίζες του. Οι ρίζες του είναι πια τρεις ώρες από τη Στοκχόλμη. Υπάρχει μια εκμηδένιση της απόστασης προς τις ρίζες σου. Είναι μια πνευματική ανάγκη μουσικής τέχνης. Οι άνθρωποι που ακούνε ελληνική μουσική έχουν την ανάγκη ν’ ακούσουν ελληνική μουσική.

Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι η ρεμπέτικη μουσική έχει φτάσει σε ένα σημείο να γίνει μουσειακή. Εσύ, τι πιστεύεις γι’ αυτό;

Γενικά, η λαϊκή μουσική ανά τον κόσμο τείνει να εξαφανιστεί και να γίνει μουσείο. Αυτό είναι αλήθεια, γιατί οι τεράστιες βιομηχανίες διασκέδασης, που είναι ταυτόχρονα και επενδυτικές, ξέρουν μ’ έναν σοφιστικέ τρόπο να προσελκύουν τις μάζες για να ακούν ένα είδος μουσικής, ένα στυλ μουσικής, με ποιο τρόπο θα παρουσιάζεται αυτή η μουσική, καθώς και διάφορα τεχνάσματα για να πουλήσουν αυτό το προϊόν. Κι έτσι, η μουσική που δεν βομβαρδίζει τους ανθρώπους, μέσα από τα μέσα επικοινωνίας, τείνει να εξαφανίζεται. Και πολλές μουσικές είναι πλέον μόνο τοπικές, με εξαίρεση την ελληνική μουσική και κάποιες άλλες, όπως το φάντο, το φλαμένγκο, το αμερικάνικο μπλουζ, η μουσική των αλητών του Σηκουάνα, η μουσική του Πιατσόλα. Είναι μουσικές που ξεκινούν από τις ίδιες κοινωνικές ρίζες –όπως είναι η πείνα, η εξαθλίωση, η μετανάστευση, και είναι άνθρωποι που θέλουν να καλυτερέψουν τις συνθήκες της ζωής τους και τραγουδούν τον πόνο τους. Κι αυτές οι μουσικές, που είναι πραγματικά αληθινές, που βγαίνουν από την ψυχή των ανθρώπων, επιβιώνουν. Δεν κατάφεραν αυτές οι τεράστιες βιομηχανίες να τις απορρίψουν. Η ελληνική μουσική είναι στο τραπέζι του κάθε Έλληνα, δεν είναι στα μουσεία. Οι άνθρωποι που ασχολούνται εδώ με τη λαϊκή μουσική είναι παράξενοι άνθρωποι.

Είναι μια μικρή μειοψηφία …

Δεν είναι απλώς μια μικρή μειοψηφία, είναι και παράξενοι. Ενώ στην Ελλάδα, αυτός που ακούει ελληνική παραδοσιακή μουσική είναι κανονικός άνθρωπος. Δεν είναι ούτε ελιτιστής, ούτε διανοούμενος που θέλει να ακούσει τέτοια μουσική ώστε να ξεχωρίσει.

Το Ινστιτούτο Σουηδών Φιλων της Αθήνας, απονέμει, μέσω του Allan Linnér,
το βραβείο STURE LINNÉR στην ορχήστρα ΤΑΞΙΜΙ, στο Μεσογειακό Μουσείο της Στοκχόλμης.

Κάποιος πολύ καλός φίλος από την Κύπρο, ο Βάσος ο Φτωχόπουλος, μου είχε πει για τη ροκ του ’60, που θεωρούσαν όλοι ότι ήταν εξαιρετικά δημοφιλής, λόγου χάρη για τους Μπιτλς, ότι εκείνο τον καιρό, παρά τη δημοφιλία τους, τους άκουγε μόνο η νεολαία, υπήρχε μεγάλο χάσμα στην αγγλική κοινωνία, δεν ίσχυε αυτό που νομίζαμε, δηλαδή η «μπιτλομανία». Ενώ τη Συννεφιασμένη Κυριακή ή τη Φραγκοσυριανή την ξέρει και την τραγουδάει ένας ολόκληρος λαός. 

Πραγματικά, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων ξέρει όλα αυτά τα τραγούδια απέξω. Μην ξεχνάς πως όταν βγήκαν όλα αυτά, δεν ήταν μόνο μουσική για να διασκεδάζει ο κόσμος, έπαιζαν ρόλο μιας ολοκληρωμένης επικοινωνίας, ήταν ταυτόχρονα και κινηματογράφος, ραδιόφωνο κ.ο.κ. Έχουν γραφτεί τραγούδια για την Ιστορία, για παράδειγμα το Κάηκε το Γαλαξείδι, τραγούδια όπως η Κάρμεν κι ο Αντώνης, και άλλα. Για την Κάρμεν, συγκεκριμένα, υπήρχε σειρά, πώς γνώρισε τον Αντώνη, πώς παντρεύτηκαν, πώς φύγανε, πώς την ξαναβρήκε, σαν να ήταν σίριαλ της εποχής  του σήμερα. ΄Η το τραγούδι για τη Σμύρνη, που βγήκε και τραγουδούσε η Μακεδονία και η Πελοπόννησος, ότι κάηκε και μια δασκάλα που ήταν άσπρη σαν το γάλα. Τραγουδούσες, δηλαδή, τα συμβάντα της εποχής. Ήταν ένας ολόκληρος κόσμος –και ο λαός ζούσε μέσα σ’ αυτόν.

Υπάρχει μια αντίληψη ότι η λαϊκή μουσική στην Ελλάδα ταυτίζεται μόνο με την Ανατολή. Ποια είναι η γνώμη σου πάνω σ’ αυτό;

Κοίταξε, εγώ δεν είμαι κανένας μουσικολόγος. Η ελληνική μουσική όμως πατάει και στη Δύση και στην Ανατολή. Αυτό το βλέπεις και στις κλίμακες της ελληνικής μουσικής. Οι κλίμακες της ελληνικής μουσικής έχουν καταγωγή από την αρχαιότητα. Οι ματζόρε κλίμακες και οι μινόρε κλίμακες. Αυτές που χρησιμοποιούν και οι Δυτικοί μουσικοί. Μετά, και οι ρυθμοί της. Οι τρία τέταρτα, και οι τέσσερα τέταρτα που είναι οι ρυθμοί, υπάρχουν και στην ελληνική μουσική. Όμως η ελληνική μουσική έχει και μονούς ρυθμούς, τα πέντε όγδοα, τα επτά όγδοα, τα εννέα όγδοα (το ζεϊμπέκικο), που είναι ρυθμοί που δεν υπάρχουν στη Δύση. Εδώ γίνεται ένα πάντρεμα. Επίσης οι κλίμακες. Οι ευρωπαϊκές κλίμακες κατάγονται από τις βυζαντινές κλίμακες που αφομοιώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν στη διάρκεια του Μεσαίωνα. Υπάρχουν όμως και κλίμακες που δεν αλλοιώθηκαν, μείναν βυζαντινές και χρησιμοποιούνται με άλλο τρόπο. Υπάρχει μια γέφυρα σε αυτούς τους δύο κόσμους και δεν ξενίζει. Κάπου έχω διαβάσει μια κριτική, όπου ένας δημοσιογράφος Σουηδός τοποθετείται επί του θέματος: «Η μοναδικότητα της ελληνικής λαϊκής μουσικής είναι η γεωγραφική της θέση, μία γέφυρα ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Και, βεβαίως, καμιά φορά ακούγεται σαν μουσική από ξέφρενο φιλμ του Κουστουρίτσα, από την παλιά Γιουγκοσλαβία, κι άλλοτε πάλι σαν μουσική γητευτή φιδιών από τα βάθη της Ανατολής. Αλλά, τις πιο πολλές φορές, αισθάνεσαι μία μείξη αυτών των δύο στοιχείων, που κάνει αυτή τη μουσική τόσο θαυμαστή».

Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί μεγάλοι ξένοι καλλιτέχνες συγκινούνται και επιλέγουν να τραγουδήσουν ελληνική μουσική, όπως η Εντίθ Πιάφ που τραγούδησε Θεοδωράκη, ή η Νίνα Σιμόν που τραγούδησε Χατζιδάκι, και τόσοι άλλοι. Ας μη γελιόμαστε όμως, και εδώ μπαίνουμε σε άλλο θέμα, η ελληνική μουσική σήμερα αντιπροσωπεύει ένα πολύ μικρό κομμάτι της παγκόσμιας μουσικής. Θεωρώ ότι δεν κατέχει τη θέση που της πρέπει στον παγκόσμιο μουσικό ορίζοντα.

Μήπως όμως γι’ αυτό φταίμε εμείς που δεν εκτιμούμε τόσο τη μουσική μας ώστε να την εξάγουμε;

Ένας λόγος που δεν έχει εξαπλωθεί η ελληνική μουσική είναι ότι οι μόνοι που τη διαδίδουν είναι, μεμονωμένα, οι Έλληνες μουσικοί που ζούνε έξω. Και το λέω αυτό και το καυχιέμαι σαν Έλληνας μουσικός που ζω στο εξωτερικό. Εμείς, εδώ, έχουμε σηκώσει τη ελληνική σημαία, παίζοντας, στον βαθύ Βορρά. Ωστόσο, ποτέ δεν υπήρξε συμβολή του ελληνικού κράτους. Αντίθετα, υπάρχουν χώρες, όπως η Τουρκία, η οποία βοηθά πολύ στην εξάπλωση της τουρκικής μουσικής. Επενδύει πάνω σ’ αυτό. Η Ελλάδα, ακόμα και τότε που υπήρχαν τα λεφτά για να γίνει κάτι, τα έτρωγε σε άλλες δραστηριότητες, δεν επιδοτούσε ποτέ την προώθηση του ελληνικού πολιτισμού στο εξωτερικό.

Δηλαδή, για παράδειγμα, δεν υπάρχει στη Σουηδία ελληνικό μουσικό σχολείο ή κάποιο ίδρυμα σαν το Γκαίτε εδώ, ή το Γαλλικό Ινστιτούτο, όπου κάποιος μπορεί να μάθει για την ελληνική μουσική, ή ακόμα και να μάθει να παίζει;

Δεν υπάρχει και είναι αστείο, γιατί υπάρχουν ιδιωτικές σχολές από ανθρώπους μερακλήδες, που αγαπάνε αυτό το πράγμα και θέλουν να το εξαπλώσουν. Όπως ένας φίλος μου, που κάνει μαθήματα ελληνικής μουσικής χωρίς να πληρώνεται. Το κάνει γιατί θέλει να μάθει και σε άλλους ανθρώπους ελληνική μουσική. Από την άλλη, οι επίσημες ομοσπονδίες είναι για γέλια. Το μόνο που κάνουν είναι να εξάγουν το ελληνικό πρόβλημα στο εξωτερικό. Και εδώ επικρατεί η ίδια κατάσταση. Οι ίδιοι άνθρωποι είναι μέσα στα πράγματα εδώ και είκοσι με είκοσι πέντε χρόνια, και επικρατεί η γνωστή διαλυτική κατάσταση, που σε απογοητεύει και σε απωθεί. Μια κοινωνία που σέβεται τον εαυτό της θα μπορούσε να αγκαλιάσει και την τέχνη της, να την προωθήσει και έξω. Δυστυχώς, όμως, δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Γίνεται μόνο από ανθρώπους που αγαπάνε αυτό που κάνουν, όπως για παράδειγμα ένα καταπληκτικό παιδί που ζει στο Μάλμοε και είναι καραγκιοζοπαίχτης, και επίσης κάνα δυο γκρουπάκια ακόμα, που κάνουν και μαθήματα.

Δηλαδή, ακόμα και έξω υπάρχουν δύο Ελλάδες, η θεσμική, η οποία είναι για κλάματα, και οι άνθρωποι από κάτω …

Έτσι είναι. Υπάρχουν καλές πρωτοβουλίες, που ξεκινάνε από κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι αγωνίζονται μετά για να τις συντηρήσουν.

Κάτι έλεγες, όμως, ότι άλλοι λαοί και άλλα κράτη έχουν εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση στην προώθηση της κουλτούρας τους…

Ναι, δεν έχω στοιχεία για να μιλήσω συγκεκριμένα, αλλά, νομίζω, για παράδειγμα, ότι το τουρκικό κράτος επενδύει πιο πολλά λεφτά στο να προωθήσει την τουρκική κουλτούρα, τα τελευταία χρόνια. Επιδοτεί καλλιτέχνες, μουσικά σχήματα… Επίσης, διάφοροι Σουηδοί με τουρκικές καταβολές έχουν καλές θέσεις στους σχετικούς θεσμούς, κι έτσι υπάρχει μια υποστήριξη.

Θα μου πεις, εμείς πώς δεν βρήκαμε τον τρόπο να κάνουμε το ίδιο; Δεν ξέρω γιατί. Όταν μάλιστα η ελληνική μουσική, μέσα από τα φιλμ κυρίως, είχε πολύ καλή θέση στην καρδιά των Σουηδών, και υπήρχαν πολλοί που τραγούδαγαν ελληνικά τραγούδια, Θεοδωράκη ή Χατζιδάκι, από το Ποτέ την Κυριακή ή τον Ζορμπά. Σήμερα όμως αυτή η αίγλη έχει χαθεί.

Βλέπεις να επιστρέφει αυτό το στερεότυπο που πάει να επικρατήσει, εννοώ αυτό που οι Γερμανοί προσπαθούν να πείσουν, ότι δηλαδή είμαστε κλέφτες, απατεώνες;

Αυτό είναι σίγουρο. Εγώ ντροπιάζομαι πάρα πολύ σήμερα με ό,τι διαβάζω στα ιστολόγια εναντίον της Ελλάδας. Βέβαια, σ’ αυτό το σημείο που έχουμε φτάσει, είμαστε όλοι υπεύθυνοι, σε διαφορετικό βαθμό φυσικά, αλλά όλοι.

Αυτό έχει επηρεάσει και την εικόνα του ελληνικού πολιτισμού που βγαίνει προς τα έξω;

Απόλυτα. Βλέπω μια γελοιοποίηση, τα τελευταία δύο χρόνια, της ελληνικής κουλτούρας, ενώ δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. Υπάρχει και μια προπαγάνδα αρνητική, παρασύρονται όμως και άνθρωποι με υγιή μυαλά, πράγμα που με κάνει και στεναχωριέμαι πάρα πολύ.

φώτο: Με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Στοκχόλμης

Εσείς, ας πούμε, το βλέπετε αυτό στη δική σας δραστηριότητα;  Παίζετε συχνά;

Όχι, φέτος δεν παίζουμε πολύ συχνά. Έχουμε δύο με τρεις εμφανίσεις τον μήνα, ενώ παλιότερα λέγαμε και όχι, γιατί δεν προλαβαίναμε. Βέβαια, ετοιμάσαμε μια καταπληκτική δουλειά, που παρουσιάστηκε κατά τα τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου, μαζί με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Στοκχόλμης. Είναι η τέταρτη φορά που συνεργαζόμαστε. Μας κάλεσαν να κάνουμε ένα σουηδικό έργο, με ελληνικό τρόπο. Είναι ένα έργο γραμμένο στα 1800, ένα ορατόριο, που ακούγεται σαν ελληνικό παραμύθι. Μιλάει για έναν θεό, τον Απόλλωνα, ο οποίος κατεβαίνει σε μια ελληνική πόλη μεταμφιεσμένος σε άνθρωπο. Η μουσική του είναι καταπληκτική, υπάρχει μια χορωδία που τραγουδάει, υπάρχει και ένας βαρύτονος και ένας τενόρος. Εμείς θα φτιάξουμε ένα γκρουπ με τρεις καλεσμένους σολίστες από την Ελλάδα: ο Χάρης ο Λαμπράκης που παίζει νέι, ο Κυριάκος Γκουβέντας που παίζει καταπληκτικό βιολί, και ο τρίτος είναι ο Ανδρέας ο Κατσιγιάννης, διευθυντής της ορχήστρας Εστουντιαντίνα, που παίζει σαντούρι. Αυτοί οι τρεις κι εμείς δώσαμε έναν βυζαντινό χαρακτήρα σ’ αυτό το κλασικό έργο. Χαρακτηριστική ήταν η μεγάλη ανταπόκριση που είχε από τα κοινό, αλλά θερμή υποδοχή που επιφύλασσε η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα της Σουηδίας…

***

Επισκεφθείτε την ηλεκτρονική σελίδα του συγκροτήματος: http://www.taximi.com/

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*