ΡΗΞΗ τ. 23-24

Αθήνα: 150 χρόνια είναι αρκετά

ΡΗΞΗ τ. 23-24, Απρίλιος 1986

Ζωγράφου: μια καινούργια γειτονιά. Προπολεμικά ένας αραιοκατοικημένος βοσκότοπος, σήμερα είναι μια από τις πιο πυκνοδομημένες περιοχές. Πολυκατοικίες φρικτά πανομοιότυπες, στενοί δρόμοι, ανύπαρκτα πεζοδρόμια και για πάρκα και πλατείες ούτε λόγος. Χτισμένη στις εποχές του οικοδομικού οργασμού η γειτονιά κατοικείται από μικρομεσαίους, από υπαλλήλους (δημόσιους και μη) και μπόλικο φοιτηταριό (επειδή ο δήμος είναι περιτριγυρισμένος από πανεπιστήμια, οι επαρχιώτες φοιτητές προτιμούν να πιάνουν σπίτια εκεί γύρω παρά τις τρελές τιμές των ενοικίων). Στην περιοχή δεν υπάρχουν καθόλου εργοστάσια ή βιοτεχνίες – εκτός από μερικές μικροεπιχειρήσεις, που κι αυτές δεν ακμάζουν. Νεολαία άνεργη, μαθητική ή υποαπασχολούμενη που δεν έχει μέρος να συγκεντρωθεί ή να συναντηθεί.

Στο δήμο (150.000 πληθυσμός) δεν υπάρχουν παρά δυο πλατείες και δυο αθλητικά κέντρα. Πάρκα: το ένα είναι ιδιόκτητο (ό,τι απέμεινε απ’ το παλιό τσιφλίκι του Ζωγράφου), το άλλο είναι το πάρκο της οδού Γ. Παπανδρέου στη βόρεια-βορειοδυτική άκρη του δήμου. Πρόκειται για ένα παλιό ρέμα, μπαζωμένο από τα χώματα των θεμελίων των γύρω πολυκατοικιών και δεντροφυτεμένο στα μέσα της δεκαετίας του ’60 επί δημαρχίας Μπέη (του τωρινού δήμαρχου Αθηναίων).

Το πάρκο από παλιά είχε σχεδιαστεί να είναι το θύμα του κυκλοφοριακού προβλήματος της Αθήνας. Πριν ακόμα χαραχτεί ο ήδη υπάρχων περιφερειακός Αλίμου-Κατεχάκη, είχανε σχεδιάσει μια λύση για εύκολη προσπέλαση που θα αποσυμφόριζε την Βασ. Σοφίας, τη Κηφισίας, την Μεσογείων και όλους αυτούς τους δρόμους. Αυτή η λύση ήτανε από τις πιο «φτηνές»: από τα χαμόσπιτα της Λ. Βουλιαγμένης κοντά στο Α’ Νεκροταφείο πέρναγε απ’ τους μαχαλάδες της Καισαριανής, απ’ την Πανεπιστημιούπολη και από κει στο πάρκο της Γ. Παπανδρέου. Δηλαδή λίγα λεφτά για απαλλοτριώσεις και επιπλέον μπορούσαν ανενόχλητα να δίνουν άδειες οικοδόμησης στις γύρω γειτονιές. Ούτε στιγμή δεν τους πέρασε από το μυαλό να περάσουν τους δρόμους τους από την Πανεπιστημιούπολη (και πώς θα’ μενε απομονωμένο το φοιτηταριάτο;) αλλά ούτε και να περιορίσουν δραστικά την κυκλοφορία Ι.Χ. (το όνειρο του νεοέλληνα) βελτιώνοντας τις δημόσιες συγκοινωνίες. Εν πάση περιπτώσει το έργο καθυστέρησε ν’ αρχίσει αλλά τελικά έγινε . Τώρα υπάρχει αυτός ο δρόμος και λειτουργεί. Όλος; Όχι, μόνο ένα κομμάτι αντιστέκεται ακόμα στον «εισβολέα»: Το μικρό κομμάτι του Ζωγράφου όπου το πάρκο έχει γίνει εστία αντίστασης όχι μόνο μερικών «τρελών» αλλά και ενός μεγάλου κομματιού από τους υπόλοιπους – συνηθισμένους κατοίκους της γειτονιάς. Αυτοί αποτελούν την «επιτροπή κατοίκων της Γ. Παπανδρέου».

Ο βασικός πυρήνας της Επιτροπής ξεκινάει τη δράση του στη γειτονιά από παλιά: Ένα κομμάτι της κατάγεται από την «ομάδα πρωτοβουλίας Ζωγράφου» που δρώντας από το 1980, έκανε μια αρκετά σημαντική δουλειά βγάζοντας έντυπο («απόψεις»), διοργανώνοντας συζητήσεις τόσο για συνοικιακά όσο και για κεντρικά πολιτικά θέματα, κάνοντας καμπάνιες (για το στρατό, για την Πολωνία, για τις εκλογές) και διαμορφώνοντας άποψη (κατά το δυνατόν) για την πόλη και τους κατοίκους της.

Παράλληλα υπήρξαν και δράσανε και οι «αυτόνομοι πολίτες», ομάδα με αντιεξουσιαστικά χαρακτηριστικά και ικανή παρουσία στα σχολεία.

Οι δυο ομάδες βρέθηκαν σε αντίθεση πάνω στο θέμα των δημοτικών εκλογών του ’82 αλλά συνεργάστηκαν λίγο αργότερα στο «ανεξάρτητο στέκι» μια προσπάθεια για έναν τόπο συγκέντρωσης και δημιουργικότητας στη συνοικία, που δυστυχώς κράτησε μόνο ενάμισυ χρόνο.

Τότε (1982) άρχισε η καμπάνια για την προστασία του Πάρκου. Η πρώτη περίοδος της καμπάνιας -πληροφόρηση και προπαγάνδα- ήταν κουραστική αλλά αποτελεσματική. Είχαμε ν’ αντιμετωπίσουμε την αδράνεια, τη δυσπιστία ή και την αδιαφορία του κόσμου: Δυσπιστία προς τους «μουσάτους» και τις «αχτένιστες» που πήγαιναν πόρτα-πόρτα και μοίραζαν προκηρύξεις, μαζεύοντας υπογραφές, Αδιαφορία του στυλ «αφού έχει αποφασιστεί το έργο θα γίνει και δε πα’ να χτυπιόσαστε». Εδώ ας κάνουμε μια παρένθεση για να πούμε πως ύστερα από τρία χρόνια προσπαθειών, σήμερα απέναντι στις μπουλντόζες και την αστυνομία στήνονται πιτσιρικάδες των Λυκείων μαζί με συνταξιούχους και «μαλλιάδες» μαζί με νοικοκυρές – κι αυτό δεν είναι υπερβολή.

Ας συνεχίσουμε λοιπόν πάνω στο στυλ της δουλειάς μας: Παρεμβάσεις σε συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου, συνθήματα στους τοίχους, προκηρύξεις, συναυλίες σε υπαίθριους χώρους κοντά ή πάνω στο Πάρκο με γλέντι και συμβολικές δεντροφυτεύσεις (δεν παραλείψαμε και την αναγραφή συνθημάτων πάνω στις μπουλντόζες).

Όλα αυτά γίνονταν όσο τα συνεργεία δεν είχαν πειράξει το Πάρκο. Με τον καιρό καταφέραμε να πλαισιωθεί η Επιτροπή από άτομα που ζούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους στο πάρκο: συνταξιούχοι των γύρω καφενείων, νοικοκυρές που ψώνιζαν από τα κοντινά μαγαζιά, παιδιά απ’ τα γειτονικά φροντιστήρια που σύχναζαν στις καφετέριες του πάρκου έτσι ώστε εμείς να γινόμαστε «όλο και πιο λίγο απαραίτητοι». Πραγματικά στην αρχή ανάμεσα στον αρχικό πυρήνα και τους υπόλοιπους κατοίκους υπήρχε μια σχέση ηγέτη-οπαδού. Τώρα αυτά τα όρια τείνουν να καταργηθούν: οι κάτοικοι παίρνουν πρωτοβουλίες από μόνοι τους, στέλνουν γράμματα στις εφημερίδες, συζητάνε το θέμα στους χώρους τους, συντάσσουν υπομνήματα και τα πάνε μόνοι τους στα υπουργεία και το κυριότερο -όταν ήρθε η ώρα της άμεσης αντιπαράθεσης- μπήκαν μόνες τους κάποιες νοικοκυρές μπροστά στις μπουλντόζες.

Φυσικά δεν ισχυρίζομαι ότι στου Ζωγράφου οι κάτοικοι φτάσανε στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό αυτοοργάνωσης αλλά πρόκειται για κάτι πολύ σημαντικό, αν σκεφτούμε ότι μιλάμε για άτομα βασικά μικροαστικής προέλευσης.

Εκείνο που έχει ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που προσεγγίζεται ένα τέτοιο πρόβλημα. Πρέπει να ξεκαθαρίσει κανείς απ’ την αρχή ότι μιλάει για την ποιότητα ζωής μέσα στην πόλη και όχι μόνο για τα συγκεκριμένα δέντρα. Στου Ζωγράφου τα διάφορα έντυπα που επιχορηγούνται απ’ το Δημαρχείο προσπαθούν να παρουσιάσουν την Επιτροπή σαν «μερικές δεκάδες κατοίκων που ενδιαφέρονται για την αξία των διαμερισμάτων τους και όχι για το να μπορούν οι συμπολίτες τους να φεύγουν εύκολα από την πόλη και να πηγαίνουν στο μπάνιο τους ή στις δουλειές τους». Εμείς σ’ αυτές τις εκστρατείες παραπληροφόρησης απαντούσαμε ότι έτσι που έκαναν την πόλη έχουν δίκιο οι συμπολίτες που θέλουν να φεύγουν (και μάλιστα τρέχοντας) απ’ αυτήν αλλά ο δρόμος αυτός δεν είναι τοπικής σημασίας αλλά αποσυμφορητικός του κεντρικού κυκλοφοριακού προβλήματος -όχι λοιπόν στην αποκέντρωση της μόλυνσης. Αλλά και τοπικής σημασίας να ήτανε ο δρόμος δεν πρέπει να γίνει αφού μεγαλύτερη σημασία έχει γιο την περιοχή η ύπαρξη του -μοναδικού- πάρκου παρά ένας ακόμα δρόμος. Πρέπει να μάθουμε λοιπόν να σκεφτόμαστε για τη διαμόρφωση της ζωής μας στην πόλη, τις δικές μας ανάγκες και όχι τις ανάγκες του αυτοκινήτου μας.

Θα πείτε, βέβαια, ότι αυτό το λένε όλα τα οικολογικά έντυπα -είναι πια πασίγνωστο και πασιφανές. Έχετε προσπαθήσει να το εξηγήσετε στο θείο σας ή στη μητέρα σας; Πάντα βγαίνει το αντανακλαστικό ερώτημα «ναι, αλλά τα αυτοκίνητα τι θα γίνουν;» Εκεί πια θέλει μεγάλη υπομονή και επιμονή, στου Ζωγράφου χρειάστηκε να γίνουν εκατοντάδες φορές αυτοί οι διάλογοι για να πειστούν οι κάτοικοι.

Αυτά λοιπόν όσον αφορά την περίοδο προπαγάνδας στην δραστηριότητα της Επιτροπής.

Το καλοκαίρι όμως του ’85 τα πράγματα σκληρύνανε. Εμφανίστηκαν οι μπουλντόζες που θέλανε να κόψουν τα δέντρα. Εμποδίστηκαν από μια ομάδα που έτυχε να βρίσκεται (τόσο αιφνιδιαστική ήταν η κίνηση τους) στην περιοχή. Μέσα στο καλοκαίρι υπήρξε μια δεύτερη περίοδος προπαγάνδας και καθημερινής πολύωρης παρουσίας στο πάρκο. Η Δήμαρχος προσπάθησε να πληροφορήσει σωστά τους δημότες αλλά τα ‘λεγε τόσο χοντρά που γιουχαϊστηκε. Στη συνέχεια αρνήθηκε να μιλήσει στο ραδιόφωνο μαζί με εκπρόσωπο της Επιτροπής κι όταν αυτό έγινε γνωστό στο Πάρκο η δημοτικότητα της έπεσε ακόμα πιο πολύ. Προσπάθησε να μας φοβερίσει («θα φέρουμε τα ΜΑΤ», «θα φέρουμε τα μέλη του ΠΑΣΟΚ να σας δείρουνε» και διάφορα τέτοια). Περιμέναμε καιρό, τα έργα προχωρούσανε γύρω-γύρω αλλά το Πάρκο δεν το αγγίζανε.

Τελικά στις αρχές Φλεβάρη χτυπήσανε το πάρκο. Από τα ξημερώματα εκείνης της μέρας ήρθαν οι μπουλντόζες και έκοψαν μερικά δέντρα. Ο κόσμος συγκεντρώνεται, μερικοί που το μαθαίνουν τηλεφωνικά έρχονται απ’ τις δουλειές τους και γίνονται επεισόδια. Συλλαμβάνονται τέσσερις που μπήκαν μπροστά στον εκσκαφέα αλλά μετά από λίγο αφήνονται ελεύθεροι, καταλαμβάνεται η μία μπουλντόζα, γίνονται διαπραγματεύσεις και μετά από λίγο αποχωρεί και η Αστυνομία και τα συνεργεία. Ο κόσμος συμμετέχει αλλά αρκετά διστακτικά μπροστά στη βιαιότητα της Αστυνομίας. Το σπρωξίδι το τραβάνε νεαροί και νεαρές, πιο εξοικειωμένοι, που έχουν έρθει από διάφορες γειτονιές (ήταν κι αυτό ένα θετικό αποτέλεσμα της προσπάθειας μας για σύνδεση και συντονισμό με αντίστοιχες ομάδες άλλων συνοικιών). Μετά μερικές μέρες οι μπουλντόζες ξανάρχονται με πιο άγριες διαθέσεις από μεριάς της Αστυνομίας. Πέφτει ξύλο, ελαφροί τραυματισμοί, οι μπάτσοι δεν διστάζουν να μαλλιοτραβήξουν και να κλωτσήσουν ακόμα και ηλικιωμένους. Την επόμενη μέρα οι μπουλντόζες δεν συνοδεύονται από ΜΑΤ (είναι απασχολημένα με τους φορτηγατζήδες) αλλά από αστυνομικούς των γύρω τμημάτων. Έφοδος των κατοίκων σε μια στιγμή σύγχυσης των αστυνομικών και ξανακαταλαμβάνεται η μπουλντόζα. Έρχεται ο εισαγγελέας που απειλεί συλλήψεις και 3 δημοτικοί σύμβουλοι του ΚΚΕ που λένε στους καταληψίες ενθαρρυντικά…»μην ανησυχείτε, τώρα έρχεται ο…Κάππος». Φυσικά στο τέλος δεν ήταν ο Κάππος που έσωσε τα δέντρα και τους κατοίκους (ούτε που φάνηκε ούτε αυτός ούτε οι δημοτικοί σύμβουλοι του) αλλά η δεύτερη υποχώρηση της αστυνομίας.

Από τότε η τάξη βασιλεύει στου Ζωγράφου, έγινε μια ακόμα συναυλία, μια συζήτηση σε αμφιθέατρο της Νομικής και φυσικά , για αρκετές μέρες κάθε πρωί μαζεύονται οι κάτοικοι για να περιφρουρήσουν το Πάρκο που όπως λέει το σύνθημα, «…ανήκει στο λαό και όχι στο Δήμο ή στον Υπουργό».

Εκείνη η εμπειρία που τελικά είναι η πιο σημαντική απ’ όλη αυτή την ιστορία είναι ο τρόπος με τον οποίο δένεται μια πρωτοβουλία με μερικά κομμάτια του κόσμου, που την αφορά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ακόμα κι αν παίξαμε καθοδηγητικό ρόλο στην προστασία του Πάρκου, μάθαμε πολλά απ’ τους κατοίκους και επιπλέον μας δόθηκε η ευκαιρία για να αποκτήσουμε μια πιο εμπεριστατωμένη άποψη για την πόλη. Αυτήν όμως την άποψη, καθώς και άλλες που είχαμε από παλιότερα δεν τις κρατήσαμε έξω από την δοκιμασία της πράξης αλλά τις βάλαμε και εκεί για να δούμε πώς λειτουργούν και πώς γίνονται δεκτές. Πιστεύω πώς βγάλαμε αρκετά σημαντικά διδάγματα από αυτή την ιστορία και -μην ξεχνάμε δεν έχουμε ακόμα τελειώσει.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*