Άρδην τ. 70-79, Άρδην τ. 75, Αφιερώματα, Οικολογία, Οικολογία και πράσινος καπιταλισμός, Περιοδικό Άρδην

Γερμανοί Πράσινοι: Οι νέοι πολεμοκάπηλοι

Της Jutta Ditfurth* από το Άρδην τ. 75

Μετάφραση: Στράτος Ιωαννίδης

 

Πώς οι Γερμανοί Πράσινοι κατέληξαν να προσχωρήσουν στο ΝΑΤΟ
Παρασκευή 15/05/2009
Πριν δέκα χρόνια, για πρώτη φορά μετά το 1945, η Γερμανία λάβαινε μέρος σε έναν πόλεμο. Κανένας δεν θα φανταζόταν πως οι Πράσινοι, κόμμα πρώην αντιμιλιταριστικό και ειρηνόφιλο, θα ήταν εκείνοι που θα υποστήριζαν την πολεμική επιδρομή του ΝΑΤΟ εναντίον της Γιουγκοσλαβίας. Οι πρώτες βόμβες έπεσαν στις 24 Μαρτίου του 1999. Άνθρωποι σκοτώθηκαν στους αγρούς, στα σπίτια, στα τρένα, ενώ προσπαθούσαν να ξεφύγουν, στα νοσοκομεία, στα εργοστάσια, στα σχολεία. Σε μερικά νοσοκομεία το ρεύμα κόπηκε, προξενώντας τη διακοπή των ακτινοθεραπειών καρκινοπαθών, την αχρήστευση θερμοκοιτίδων και συσκευών αιμοκάθαρσης.Στον διάρκειας 78 ημερών πόλεμο, το ΝΑΤΟ πραγματοποίησε 38.000 αεροπορικές επιθέσεις και εκτόξευσε 9.160 τόννους βόμβες. Αυτά τα πλήγματα μετέτρεψαν τα χημικά εργοστάσια και τα διυλιστήρια πετρελαίου σε εργοστάσια δηλητηρίου. Ο οξυχλωριούχος άνθρακας κατέστρεψε τις αναπνευστικές οδούς, η καρκινογόνος διοξίνη συσσωρεύτηκε στα κορμιά των ανθρώπων. Ο υδράργυρος, ο ψευδάργυρος, ο μόλυβδος και το κάδμιο μόλυναν τα υδραγωγεία. Η ίδια η Γιουγκοσλαβία είχε πληροφορήσει το ΝΑΤΟ για τη θέση των χημικών της εργοστασίων, για να αποφύγει τις φθορές σε περίπτωση πληγμάτων, αλλά το ΝΑΤΟ επέλεξε αυτά ακριβώς για στόχους. Τα βομβαρδιστικά Α-10, μάλιστα, σκόρπισαν πάνω στη Γιουγκοσλαβία 30.000 περίπου οβίδες, που αντιστοιχούν συνολικά σε δέκα τόννους απεμπλουτισμένου ουρανίου. Μια «ανθρωπιστική επέμβαση» τεράστιας «ακτινοβολίας», καρκινογόνος και ρυπογόνος. Η Γκρινπίς και οι Πράσινοι δεν έβγαλαν άχνα. Η ρεαλπολιτίκ έχει ένα τίμημα.
Στη Γερμανία, κανένα κόμμα δεν έρχεται στην «εξουσία» αν δεν πάρει διαζύγιο από τις βασικές θέσεις της Αριστεράς. Πρέπει να απορρίψει τον αντικαπιταλισμό και να δώσει όρκο πίστης στο ΝΑΤΟ. Το έχουμε διαπιστώσει από το 1945 με το SPD, κατόπιν με τους Πράσινους και τώρα με την Αριστερά. Μονάχα οι μέθοδοι διαφοροποιούνται.
Οι Πράσινοι ήταν τα παιδιά των καινούργιων κοινωνικών κινημάτων και είχαν τις ρίζες τους στα ειρηνιστικά και αντιπυρηνικά κινήματα. Μεταξύ 1989 και 1991, η δεξιά στροφή τους, τους έκανε να χάσουν 10.000 περίπου μέλη, στην πλειονότητά τους αγωνιστές της Αριστεράς. Εκείνοι που τους αντικατέστησαν, κατά ένα μεγάλο μέρος, μια χαρά θα είχαν τη θέση τους στους φιλελεύθερους του FDP.
Ωστόσο, αρχικά, υπήρξαν μάλλον ειρηνόφιλοι. Το πρώτο πρόγραμμα των Πράσινων, το 1980, προέβλεπε την άμεση διάλυση του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, τον «μονόπλευρο» αφοπλισμό και την κατάργηση της Μπούντεσβερ, δηλαδή των ενόπλων δυνάμεων της Δυτικής Γερμανίας. Το «Μανιφέστο για την ειρήνη» του 1981 απέρριπτε την παρέμβαση της Μπούντεσβερ ακόμα και στην περίπτωση επίθεσης κατά της Γερμανίας ενός ξένου στρατού. Το 1983, οι Πράσινοι αποφάσισαν «τη διάλυση των δύο στρατιωτικών μπλοκ, του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Οφείλουμε να βγούμε από το ΝΑΤΟ». Και το επαναλαμβάνουν στη διάρκεια της εκλογικής καμπάνιας του 1987: «Πρέπει να βγούμε από το ΝΑΤΟ, διότι το ΝΑΤΟ αποτελεί εμπόδιο για την ειρήνη, και η αποδυνάμωση, η διάσπαση και, τελικά, η εξαφάνιση αυτής της συμμαχίας είναι εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για την ειρήνη. Το ΝΑΤΟ δεν αναμορφώνεται». Τότε, εκείνη ακριβώς τη χρονιά, οι Πράσινοι κάνουν το μεγαλύτερο σκορ: Το ποσοστό τους φτάνει στο 8,3% των ψήφων.
Στο μεταξύ, η δεξιά πτέρυγα του κόμματος, οι «Ρεάλος»**, είχαν αρχίσει να τα μαγειρεύουν με το SPD, πίσω από την πλάτη του κόμματος. Η Πέτρα Κέλι δεν τους εμπιστευόταν: «Στα μάτια των Ρεάλος, το ΝΑΤΟ έγινε ξαφνικά μια συμμαχία σχεδόν ειρηνοφίλων. Αυτό σημαίνει ότι απαρνούνται τη μη-βία». Όμως, οι Ρεάλος αρνούνταν να το παραδεχτούν ανοιχτά. Το 1988, ο Γιόσκα Φίσερ ισχυριζόταν, σε μια συζήτηση που δημοσίευσε το Στερν, ότι θα «εγκατέλειπε αμέσως» τους Πράσινους αν το κόμμα εντασσόταν κάποια μέρα στο ΝΑΤΟ και υιοθετούσε την αρχή του κρατικού μονοπωλίου της βίας.
Ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, από το ξεκίνημα των αντιπαραθέσεων που έκλιναν προς τον εμφύλιο πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ήταν οπαδός μιας στρατιωτικής παρέμβασης. Υπήρξε ένας από τους πρώτους που έκαναν ύποπτους παραλληλισμούς συγκρίνοντας την κατάσταση στο Γκόρατζντ με εκείνη των Εβραίων στο γκέτο της Βαρσοβίας, και ζητούσε στρατιωτική παρέμβαση***. Αρχικά, ο Κον-Μπεντίτ δεν αντιπροσώπευε παρά μια μικρή φιλοπόλεμη μειοψηφία, με ρατσιστικές αποχρώσεις. Κατά τη διάρκεια μιας συνέλευσης ομοσπονδιακού επιπέδου, τον Οκτώβριο του 1993, κραύγαζε ότι έπρεπε να σταλούν στρατεύματα στη Βοσνία, επειδή οι Βόσνιοι μουσουλμάνοι αποτελούν ένα στοιχείο της ευρωπαϊκής κουλτούρας: «αίμα από το αίμα μας».

Μια θεατρική εμφάνιση

Σύντομα, οι Κον-Μπεντίτ και Γιόσκα Φίσερ αναλαμβάνουν μια αξιοσημείωτα σκηνοθετημένη αντιπαράθεση που στοχεύει στον επηρεασμό της βάσης του κόμματος των Πρασίνων και των ψηφοφόρων του. Ο Φίσερ διαφωνούσε με τον Κον-Μπεντίτ, συνεχίζοντας τάχα να αρνείται κάθε γερμανική στρατιωτική επέμβαση στα Βαλκάνια: «Είμαι πεισμένος πως οι Γερμανοί στρατιώτες, σε έναν τόπο τον οποίο τα χιτλερικά στρατεύματα λυμαίνονταν στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου, δεν μπορούν παρά να υποδαυλίσουν μια σύγκρουση αντί να την κατευνάσουν».
Όμως, θαρρείς και περιγράφοντας εκ των προτέρων τη μελλοντική του συμπεριφορά, πρόσθετε: «Φοβάμαι πολύ ότι στο μέλλον η γερμανική κυβέρνηση, η συμμαχία (: των κομμάτων CDU-FDP και JD) και οι στρατηγοί θα καταφύγουν στην τακτική της σαλαμοποίησης, για να βρουν, δηλαδή να δημιουργήσουν, τις ευκαιρίες ώστε να δυναμιτίσουν τους διπλωματικούς φραγμούς που υπάρχουν ακόμα για την επανενωμένη Γερμανία, θέτοντας ως πρόσχημα τα ζητήματα ανθρωπισμού και ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Οι δημόσιες διαφωνίες των Κον-Μπεντίτ και Γιόσκα Φίσερ σχετικά με τον πόλεμο είχαν ως στόχο να μετατρέψουν τους Πράσινους σε κυβερνητικό κόμμα –δηλαδή, για τη Γερμανία: μιλιταριστικό– όταν θα γίνονταν οι βουλευτικές εκλογές του 1998, και να πάρουν μαζί τους ψηφοφόρους και μέλη του κόμματος, πρώην εναλλακτικούς της Αριστεράς. Ο Κον-Μπεντίτ έπαιζε τον δικό του ρόλο: του φιλοπόλεμου λάτρη της βίας. Ο Φίσερ έπαιζε έναν ρόλο σύνθεσης: του αντιμιλιταριστή που βασανίζεται από ηθικούς ενδοιασμούς.
Οι Πράσινοι, με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα, υπερνικούσαν τις αντιρρήσεις τους στις απαιτήσεις των συμμάχων τους, ψηφίζοντας μαζί τους όλες τους τις αποφάσεις, περνώντας από την αποστολή Κυανόκρανων και φτάνοντας ως τον πόλεμο. Το 1995 έγραφα: «Αν κάποιος (από τους Πράσινους) έχει ακόμα μερικές αμφιβολίες περί του ειρηνιστικού αποτελέσματος του πολέμου, τον παγιδεύουν σιγά-σιγά στο δίχτυ της αράχνης της εθνικιστικής, παγγερμανιστικής λογικής. Στη Γερμανία, δεν υπάρχει κανένα άλλο κόμμα που να είναι σε τέτοιο βαθμό ικανό να προσελκύσει και να συγκρατήσει ένα μέρος μιας σκεπτικιστικής μεσαίας τάξης, με οικολογική ευαισθησία και όχι ακόμα εντελώς απογυμνωμένο από κοινωνική ηθική, μέσα στην παγίδα της σημερινής πολιτικής: επιστροφή στο Ράιχ, στον πόλεμο, αν χρειάζεται». Επειδή τότε είχα επισημάνει τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι Πράσινοι να φτάσουν στην έγκριση των γερμανικών στρατιωτικών επεμβάσεων, αποτέλεσα τον στόχο των επιθέσεων της ίδιας της Αριστεράς και χαρακτηρίστηκα ως υπερβολική.
Ένα συγκινησιακό πρόσχημα, που είχε ανάγκη ο Φίσερ για την τελική πράξη του σόου του, του το προμήθευσαν οι Σέρβοι της Βοσνίας, το 1995, με την επίθεση στις προστατευόμενες ζώνες της Σρεμπρένιτσα και Ζέπα. Τα γεγονότα, ακόμα τότε όχι εντελώς ξεκάθαρα –αν επρόκειτο για ένα μακελειό ή για μια μάχη–, άρκεσαν στον Φίσερ για να δηλώσει: «Η γερμανική Αριστερά δεν διατρέχει άραγε έναν μεγάλο κίνδυνο να χάσει την ψυχή της, εγκαταλείποντας την αντίσταση εναντίον αυτού του νέου φασισμού και της πολιτικής βίας του, όποιες κι αν είναι οι δικαιολογίες που προβάλλει;». Αλλά η πράσινη πελατεία του δεν ήταν ακόμα έτοιμη να πολεμήσει, οπότε ο Φίσερ δεν πήρε θέση υπέρ της γερμανικής επέμβασης.

Επιτέλους στον στόχο

Το 1998, οι Πράσινοι κατόρθωσαν επιτέλους να μπουν στην κυβέρνηση. Αλλά δεν είχαν την εξουσία. Ο Σρέντερ ήταν αναμφίβολα ο αρχιμάγειρας και ο Φίσερ το γκαρσόνι –μια διευθέτηση ως προς την εσωτερική ιεραρχία–, όμως, συνεχίζοντας τη μεταφορική μου παρομοίωση για τον Σρέντερ, το εστιατόριο ανήκε σε άλλους. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος έθιγαν το ζήτημα της κυριότητάς του ή της συμμετοχής στο ΝΑΤΟ και στην υπηρεσία των συμφερόντων του.
Δημοσιογράφοι μάλλον αφελείς –ή που έπαιρναν για κορόιδα το κοινό τους– αναρωτιόνταν με ανησυχία, μετά τις εκλογές του 1998, αν η Ουάσιγκτον θα αποδεχόταν έναν πρώην επαναστάτη ως υπουργό Εξωτερικών. Αυτές οι γερμανικές αμφιβολίες διασκέδαζαν πολύ τα ΜΜΕ των ΗΠΑ. Μια εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών θα δηλώσει: «Μα οι Πράσινοι δεν είναι κάτι άγνωστο για μας, ούτε ο Φίσερ μια έκπληξη». Το 1988, ο Φίσερ «είχε πολύ καλή διαγωγή στη διάρκεια μιας συνάντησης με τα μέλη της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Κογκρέσου» στην  Ουάσινγκτον (σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ). Το Κογκρέσο δεν έχει τίποτα εναντίον του Φίσερ· οι πρώην αριστεριστές, εντελώς εξημερωμένοι, είναι συχνά πολύ χρήσιμοι.
Προς έκπληξη όλων όσοι τον γνώριζαν, ο Φίσερ θα δηλώσει, μετά τον διορισμό του στο υπουργείο Εξωτερικών: «Ποτέ δεν είχα κάτι εναντίον των ΗΠΑ ούτε εναντίον του ΝΑΤΟ. Ήμουν από τους λίγους που, στο Συνέδριο των Πράσινων του 1985, ψήφισαν εναντίον της απόφασης να βγούμε από το ΝΑΤΟ». Ουδείς το θυμάται, αλλά σήμερα θα βρίσκαμε ασφαλώς μερικούς «φίλους» του Φίσερ που θα το επιβεβαίωναν.
Ο Φίσερ, αναλαμβάνοντας την ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών το 1998, θα δηλώσει με αλαζονικό στιλ: «Δεν γνωρίζω καμιά πράσινη εξωτερική πολιτική, γνωρίζω μόνο τη γερμανική πολιτική». Ακόμα και η Frankfurter Allgemeine Zeitung διαπιστώνει με ικανοποίηση: «Η νέα γερμανική κυβέρνηση» δεν θα τροποποιήσει «βασικά (…) την εξωτερική πολιτική της Γερμανίας. Ο καγκελάριος Σρέντερ και ο υπουργός του των Εξωτερικών Φίσερ εγκρίνουν, πιστοί στην υπόσχεσή τους να διατηρήσουν τη συνέχεια, τις αρχές της εξωτερικής πολιτικής που είχε χαράξει πάνω στην πέτρα ο Κολ».

«Μια απλή διατύπωση»

Στις 16 Οκτωβρίου του 1998, το παλιό κοινοβούλιο πήρε, με τη σύμφωνη γνώμη των νεοεκλεγέντων, μια εκ των προτέρων απόφαση, επιτρέποντας τη συμμετοχή της Γερμανίας στα ενδεχόμενα αεροπορικά πλήγματα του ΝΑΤΟ κατά της Γιουγκοσλαβίας. Ο Φίσερ συνέστησε στους Πράσινους να ψηφίσουν υπέρ. Μόνον 9 από τους 48 βουλευτές ψήφισαν εναντίον του πολέμου. Το σχόλιό μου: «Η Γερμανία είναι έτοιμη να ριχτεί σε έναν νέο πόλεμο. Το ΝΑΤΟ έχει μια κοκκινο-πράσινη κυβέρνηση της αυτού μεγαλειότητος (Neues Deutschland, 14/11/1998)». Εκ νέου με κατηγόρησαν για υπερβολική. Ο πόλεμος ξέσπασε 5 μήνες μετά.
Ο Φίσερ παραπονέθηκε αργότερα: «Στις 12 Οκτωβρίου 1998, είχαμε μόλις δεκαπέντε λεπτά για να αποφασίσουμε για τον πόλεμο ή την ειρήνη». Βεβαίως, ακόμα και αυτό είναι ψέμα. Η απόφαση πάρθηκε ακριβώς μετά τις εκλογές στο Κοινοβούλιο, ύστερα από μια επίσκεψη στην Ουάσιγκτον των Φίσερ και Σρέντερ, τότε υποψήφιου για την καγκελαρία. Στις 9 Οκτωβρίου του 1998, πριν ακόμα ορκιστούν, οι Γκέρχαρντ Σρέντερ και Γιόζεφ Φίσερ πραγματοποίησαν επίσκεψη στην Ουάσιγκτον. Πριν ακόμα συναντηθούν με τον Κλίντον, οι Σρέντερ και Φίσερ δήλωσαν έτοιμοι να συνεχίσουν την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης –ακόμα και εναντίον της Γιουγκοσλαβίας. Η απόφαση συμμετοχής στον πόλεμο του ΝΑΤΟ είχε παρθεί αμέσως μετά τη συνομιλία τους με τον Κλίντον. Το ίδιο βράδυ, οι πρέσβεις του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες τής προσέδιδαν μια νομικοφανή νομιμότητα. Όταν το Συμβούλιο του ΝΑΤΟ συνήλθε, στις 12/10/98, δεν επρόκειτο παρά για «μια απλή διατύπωση».

Μια προπαγάνδα να σου σηκώνεται η τρίχα

Τον Ιανουάριο του 1999, η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μαντλίν Ολμπράιτ, απείλησε τελικά τον Μιλόσεβιτς ότι το ΝΑΤΟ θα επενέβαινε. Αλλά η γερμανική κοινή γνώμη δεν ήταν ακόμα έτοιμη. Χρειαζόταν επίσης η υποτιθέμενη σφαγή του Ρατσάκ. Ο Γουίλιαμ Γουόκερ, αρχηγός της αποστολής παρατηρητών του ΟΑΣΕ στο Κοσσυφοπέδιο, «ανακάλυψε», στις 16 Ιανουαρίου 1999, 40 πτώματα σε έναν ομαδικό τάφο, κοντά στο χωριό Ρατσάκ. Αμέσως κατήγγειλε σε όλα τα δυτικά Μέσα ενημέρωσης «τη σφαγή που διέπραξαν οι Σέρβοι» κατά «αθώων αμάχων Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου». Ο Γουόκερ υπήρξε στο παρελθόν υπεύθυνος ενός τμήματος στην αμερικανική πρεσβεία του Σαλβαδόρ και κατόπιν πρέσβης στο διάστημα 1988-91. Κατηγορείται ότι ήταν ο υπεύθυνος για την προμήθεια όπλων στους Κόντρας του Σαλβαδόρ για να επιτεθούν στη Νικαράγουα. Όταν, το 1989, ένα απόσπασμα παραστρατιωτικών, εκπαιδευμένων στις ΗΠΑ, είχε δολοφονήσει στο Πανεπιστήμιο του Σαν Σαλβαδόρ έξι Ιησουΐτες, μαζί με τη μαγείρισσά τους και τη δεκαπεντάχρονη κόρη της, ως «υπόπτους» συμπαθούντες των καταπιεσμένων αγροτών, ο Γουόκερ είχε δηλώσει: «Σε τέτοιες περιστάσεις μπορεί και να μας ξεφύγει ο έλεγχος…».
Ο Γουόκερ θεωρούνταν πιο αξιόπιστος από τους Σέρβους απέναντι στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Είχε δίκιο. Η ανακάλυψη των φριχτά ακρωτηριασμένων πτωμάτων έκανε τον γύρο του κόσμου και κατόρθωσε να δικαιολογήσει αξιοθαύμαστα την επίθεση. Στη συνέχεια, αποδείχτηκε πως η εν λόγω σφαγή δεν ήταν παρά ένα μοντάζ. Έρευνες που διεξήχθησαν από Γάλλους, Αμερικανούς και Φινλανδούς δημοσιογράφους απέδειξαν ότι είχαν αφαιρεθεί οι στολές μαχητών του ΟΥΤΣΕΚΑ, οι οποίοι είχαν σκοτωθεί σε μια ένοπλη σύγκρουση, για να τους παρουσιάσουν ως αμάχους. Οι Φινλανδοί ιατροδικαστές παρέδωσαν την έκθεσή τους στον Φίσερ, ο οποίος τότε υπηρετούσε στην προεδρία της ΕΕ. Εκείνος δεν τη δημοσίευσε. Όμως, το ΝΑΤΟ, για περισσότερη ασφάλεια, διενήργησε μια καμπάνια στην κοινή γνώμη για να νομιμοποιήσει τις ενέργειές του. Στο ίδιο πλαίσιο, οργανώθηκαν οι διαπραγματεύσεις του Ραμπουγιέ, όπου επιβλήθηκε στη Γιουγκοσλαβία η υπογραφή συνθηκών απαράδεκτων για κάθε κυρίαρχο κράτος (Junge Welt, 6/2/2009). Η Γιουγκοσλαβία δεν μπορούσε παρά να τις αρνηθεί, και καταδικάστηκε να δεχτεί ένα καθεστώς αποικίας και την κατάληψη όλης της επικράτειάς της από τα στρατεύματα του ΝΑΤΟ.
Ενώ στο παρελθόν ο υπουργός Εξωτερικών Γιόζεφ Φίσερ θεωρούσε το Άουσβιτς ως την αιτία για την οποία τα γερμανικά στρατεύματα δεν είχαν χάσει τίποτα στα Βαλκάνια, τώρα διέστρεφε τη γενοκτονία των Εβραίων της Ευρώπης για να δικαιολογήσει έναν πόλεμο που παραβίαζε το διεθνές δίκαιο. Μονάχα οι Πράσινοι, με το φωτοστέφανό τους των πρώην ειρηνιστών και αντιφασιστών, μπορούσαν να περάσουν στους πολίτες με ειρηνιστικές ευαισθησίες της εναλλακτικής Αριστεράς αυτή τη μακάβρια δικαιολογία: Το Άουσβιτς υποχρέωνε τη Γερμανία να συμμετάσχει σε έναν πόλεμο του ΝΑΤΟ εναντίον της Γιουγκοσλαβίας. Ο Χέλμουτ Κολ (Χριστιανοδημοκράτης) και ο Γκουίντο Βεστερβέλε (του Κόμματος των Φιλελευθέρων) θα ήταν σε αυτόν τον ρόλο γελοίοι και αδιανόητοι. Αν μια κυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών – Φιλελευθέρων είχε βομβαρδίσει το Βελιγράδι, ένας γαλαξίας διαδηλώσεων θα είχε μπλοκάρει τους δρόμους όλων μας των πόλεων, με την υποστήριξη των Σοσιαλιστών, των Πράσινων και των συνδικάτων.

Μιλόσεβιτς – Στάλιν – Χίτλερ

Στις 24 Μαρτίου του 1999, αρχίζει ο πόλεμος. Ο Γιόζεφ «Βίλχεμ» Φίσερ ισχυρίζεται ότι το Κόσοβο είναι θύμα ενός «πρωτόγονου», «βαρβαρικού» φασισμού. Σύμφωνα με τα δικά του λόγια: «Το ότι ο Μιλόσεβιτς ήταν έτοιμος, στα χνάρια του Χίτλερ και του Στάλιν, να εξαπολύσει έναν πόλεμο προκειμένου να εξολοθρεύσει έναν ολόκληρο λαό, αποτέλεσε για μας ένα μεγάλο σοκ» και «Εάν θέλουμε να σταματήσουμε τα Σερβικά SS», «μπορούμε να το κάνουμε μόνο με τις βόμβες». Σήμερα, ο Φίσερ προσβάλλει τη μνήμη μας ισχυριζόμενος ότι ποτέ δεν πραγματοποίησε κάποιους παραλληλισμούς του Κοσόβου με το Άουσβιτς. Όμως, τα ίχνη υπάρχουν ακόμα. Λίγο μετά την έναρξη του πολέμου, ο Φίσερ τον δικαιολόγησε λέγοντας: «Δεν έχω μάθει μόνο να λέω “Ποτέ πια Πόλεμο!”, αλλά και “Ποτέ πια Άουσβιτς”!». Το αμερικανικό περιοδικό Νιούσγουϊκ τον είχε ρωτήσει: «Βλέπετε κάποια αναλογία με την εποχή των Ναζί;», κι εκείνος απάντησε: «Βλέπω αναλογίες μ’ έναν πρωτόγονο φασισμό. Προφανώς, η δεκαετία του ’30 μοιάζει να ξανάρχεται και κάτι τέτοιο δεν μπορούμε να το δεχθούμε».
Ασφαλώς, ο Φίσερ δεν ήταν μόνος του. Η πολιτική του πολέμου είχε μαζί της την πλειοψηφία των στελεχών των Πρασίνων, και, μετά το συνέδριο για τον πόλεμο, που διεξήχθη στις 14/05/99 στο Μπίλεφελντ, την πλειοψηφία του κόμματός του.
Άλλες οργανώσεις του ειρηνιστικού κινήματος όπως το «Ίδρυμα Ερευνών για την Ειρήνη και τη Διαχείριση των Συγκρούσεων της Έσσης» εξελίχθηκαν σε παροχείς συμβουλών προς το ΝΑΤΟ για το πώς θα κερδίσουν τον πόλεμο. Το κοκκινοπράσινο στρατόπεδο προωθούσε τη γραμμή του πολέμου τόσο σθεναρά στα φιλοπόλεμα ΜΜΕ, ώστε η εφημερίδα Frankfurter Rundschau αρνήθηκε να δημοσιεύσει επιστολή που κατέκρινε τις συγκρίσεις μεταξύ του Κοσόβου και του Άουσβιτς. Κάποιοι επιζώντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης έπρεπε να πληρώσουν, τον Απρίλιο του 1999, 38.000 μάρκα προκειμένου να δημοσιευτεί το κείμενό τους. Επρόκειτο για μια ανοιχτή επιστολή προς τον Φίσερ και τον υπουργό Άμυνας, Σάρπινγκ: «Ενάντια στο νέο ψεύδος σχετικά με το Άουσβιτς, εμείς, οι επιζώντες του, καθώς και οι επιζώντες των άλλων στρατοπέδων, καταδικάζουμε τη ρητορική σας, που προσβάλλει τη μνήμη των νεκρών Εβραίων, Τσιγγάνων και Σλάβων των στρατοπέδων συγκέντρωσης, που διέπραξαν οι Γερμανοί ναζί στο όνομα της γερμανικής φυλής. Στην απελπισμένη προσπάθειά σας να βρείτε επιχειρήματα που θα στηρίζουν την καταστροφική σας πολιτική, δεν διστάζετε να ελαχιστοποιείτε τη σημασία ενός πρωτοφανούς για την ανθρώπινη ιστορία εγκλήματος».

Η συνενοχή των Πρασίνων

Το ΝΑΤΟ μετέβαλε τη σκληρή περιφερειακή σύγκρουση που εξελισσόταν στο Κόσοβο, σε πόλεμο ενάντια στη Γιουγκοσλαβία. Το γεγονός ότι η Γερμανία υποδαύλισε τη σύγκρουση, στο πρόσωπο του πρώην υπουργού των Εξωτερικών της, του Χανς Ντίτριχ Γκένσερ (του Κόμματος των Φιλελευθέρων), όταν αναγνώρισε, το 1991, την ανεξαρτησία των Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών της Σλοβενίας και της Κροατίας, αποτελεί ένα από τα πολυάριθμα ταμπού της πρόσφατης γερμανικής ιστορίας.
Το Κόσοβο μεταβλήθηκε σε πεδίο ασκήσεων για το ΝΑΤΟ, για να εκπαιδευτεί σε συντονισμένες εσωτερικές επιχειρήσεις επί ευρωπαϊκού εδάφους, ώστε να εθιστεί ο γερμανικός πληθυσμός (και όχι μόνο) στους πολέμους, καθώς και σε μια έκθεση πολεμικού υλικού για τις πολεμικές βιομηχανίες. Ο πόλεμος στόχευε να ανοίξει τον δρόμο προς την Κεντρική Ασία, εξοβελίζοντας ένα εμπόδιο στα γεωστρατηγικά συμφέροντα στην περιοχή. [  ]
Περίπου 5000 άνθρωπου σκοτώθηκαν στη Γιουγκοσλαβία με τη συνενοχή των Πρασίνων. Μη το ξεχνάμε.

Σημειωσεις
*     Από την επιθεώρηση Junge Welt. Το άρθρο βασίζεται στο βιβλίο Αυτό ήταν οι Πράσινοι [Das waren die Grunen, Econ Taschenbuch Verlag 2000, Μόναχο]. Η Γιούτα Ντίτφουρτ υπήρξε ηγετικό στέλεχος των Γερμανών Πρασίνων.
**     Οι “Realos”: Οι θιασώτες της ρεαλπολιτίκ, που συντάσσονταν γύρω από τον Γιόσκα Φίσερ και τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει, το 1981, τον Κύκλο Εργασίας Arbeittskreis Realpolitic, σε αντιπαράθεση με τους ‘‘φανατικούς’’ οικολογο-σοσιαλιστές, στους οποίους ανήκε και η συγγραφέας του βιβλίου.
***     Frankfurter Allgemeine Zeitung, 21/4/1994.

2 Σχόλια

  1. Ωραίοι οι παίχτες!!
    Όταν επι χρυσής εποχής του σημιτισμού μιλάγαμε για ενεργή αντίδραση απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό, οι χρυσοκάνθαροι της εξουσίας μας λέγαν: » Η Ελλάδα είναι πολιτισμένο κράτος, δεν μπορεί να ακολουθήσει τις τουρκικές μεθόδους..».
    Να δω τον Τρεμόπουλο να λέει «Δεν γνωρίζω καμιά πράσινη εξωτερική πολιτική, γνωρίζω μόνο τη ελληνική πολιτική», κιας πεθάνω!!!
    Προφανώς όμως είμαστε πιο πολιτισμένο κράτος και απο τη Γερμανία.
    Μέχρι τώρα ήταν γνωστό οτι είμαστε πιο πολιτισμένοι απο Γάλλους – Ιταλούς με το θέμα των λαθρομεταναστών.
    Φαίνεται πως είμαστε το πιο πολιτισμένο και εκλεπτισμένο κράτος ΣΤΗ ΓΗ, με την πιο ανώτερη μορφή πολιτικής…
    Σε άλλα επίπεδα παίζουν πλέον οι ιμπεριαλιστές…
    Καλά ξυπνητούρια στην Αριστερά!
    Κάτω τα κράτη και οι θρησκείες!
    Κάτω οι στρατοί!
    Ίδια είναι τα αφεντικά, ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΑ!!

  2. Realpolitik ως το πράσινο κόκκαλο δηλαδή. Το μόνο που μένει στη Γερμανία είναι να αναπτύξει πράσινες βόμβες, οι οποίες όταν σκάνε θα στέλνουν μια και καλή τους Βαλκάνιους εκεί που βρέθηκαν και οι Εβραίοι στο Β΄ΠΠ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*