Κοινωνία

2008-2012: Ο Δεκέμβρης, τέσσερα χρόνια μετά

Η απαράδεκτη ανακοίνωση που εξέδωσε η Νέα Δημοκρατία, για τις κινητοποιήσεις κατά την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου αποτελεί μια συστηματική προσπάθεια να υποδαυλιστεί μια σύγκρουση που δεν θα ωφελήσει σε τίποτα την ελληνική κοινωνία και τον ελληνικό λαό.

Πρόκειται για μια στρατηγική που θέλει να στρέψει αλλού τη συζήτηση, ενώ αυτή τη στιγμή ο ελληνικός λαός θα πρέπει να σκεφτεί πολλά με αφορμή αυτήν την επέτειο. Με αυτήν την ανακοίνωση, η ΝΔ προσπαθεί να προκαλέσει με το ζόρι, ξανά, το ίδιο κλίμα με αυτό που κυριαρχούσε τότε στην δημόσια ζωή του τόπου. Και το κάνει αυτό διότι τα επιτελεία της έχουν κρίνει ότι η επικράτηση του φόβου συμφέρει στην προώθηση της κατοχικής ατζέντας.

Τότε, με τον θάνατο του Γρηγορόπουλου, μια ολόκληρη γενιά μαθητών θέλησε να βγει στους δρόμους διαισθανόμενη ίσως στο τραγικό γεγονός έναν προάγγελο για ό,τι θα επακολουθούσε στη χώρα.

Εντούτοις, η πολιτική διαχείριση αυτής της οργής, που επιφύλασσε μια ολόκληρη κοινωνία σάπια μέχρι το μεδούλι, οδήγησε σ’ ένα τραγικό αδιέξοδο.  Η συστηματική προσπάθεια ενός μέρους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, να εκτρέψουν την οργή σε μια συστηματική στρατηγική εσωτερικής σύγκρουσης, σε μεγάλο βαθμό ευοδώθηκε.

Ο «Δεκέμβρης» δεν είχε «ταξικό» χαρακτήρα, αλλά κύρια νεολαιΐστικο και μεσοστρωματικό. Η σύγκρουση υπήρξε πολύ ιδιότυπη. Τα χαρακτηριστικά της αφορούν στις ιδιαιτερότητες των ελληνικών μεσοστρωμάτων, μέσα σε μια πολύ ιδιαίτερη παρασιτική κοινωνία η οποία τότε μετρούσε τις τελευταίες της μέρες. Η λαλιά του Δεκέμβρη, ήταν παραδόξως, ένας μη-λόγος: Αγανάκτηση κομματιών της νεολαίας στην χημικά καθαρή της μορφή, διαποτισμένη από τα αδιέξοδα μιας ηθικής, πολιτιστικής και αξιακής κατάρρευσης. Εξ ου και η υπέρμετρη βια που ενείχε, έστω και ως «αντιβία» έναντι της εγκληματικής δολοφονίας του Γρηγορόπουλου, η οποία δεν είχε σαφή στόχο πέρα από την αστυνομία, και δεν άργησε να επεκταθεί κατά δικαίων και αδίκων υπό τη μορφή συστηματικών καταστροφών.

Αυτό το κίνημα που ξέσπασε τέσσερα χρόνια πριν, και που διέγραψε την τροχιά του για μερικούς μήνες προτού σβήσει αργά και βασανιστικά στην τραγικότητα των αντιφάσεών του (λέγε με νεκροί της Μαρφίν) αποτελεί εξαιρετικό εργαστήριο για να αντιληφθούμε ορισμένα πράγματα. Και οι διαπιστώσεις αυτές είναι πολύ χρήσιμες μέσα σε στις συνθήκες της μεταμοντέρνας κατοχής, σε μια διαλυμένη και ολοένα πιο έντονα εξαθλιωμένη κοινωνία.

Ας δούμε τις βασικότερες από αυτές:

Πρώτον, κίνημα στο οποίο κυριαρχεί τόσο απόλυτα ο μηδενισμός και η αδιαμεσολάβητη βία, είναι ένα κίνημα που εύκολα χειραγωγείται. Αξίζει να θυμηθούμε με πόση στοργή και κατανόηση είχαν σκύψει πάνω στα «παιδιά» οι βαρόνοι ολιγάρχες των ΜΜΕ. Σκοπός τους τότε, ήταν να ξαναφέρουν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Το έφεραν κι έτσι επιτάχυναν το Μνημόνειο Άγος. Κατόπιν, πολύ σύντομα, οι ίδιοι άνθρωποι εξελίχθηκαν στους πιο ακραίους προπαγανδιστές του μνημονίου, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα κρίσιμα χρόνια της υπαγωγής μας στο σκληρό καθεστώς «αποικίας χρέους».

Δεύτερον, κίνημα στο οποίο κυριαρχεί τόσο απόλυτα ο μηδενισμός και η αδιαμεσολάβητη βία, προκαλεί αντιδράσεις στο εσωτερικό της κοινωνίας που αναπαράγουν τα χαρακτηριστικά του σα σε αντεστραμμένο είδωλο: Είναι πολύ εμφανής σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, η πορεία των πραγμάτων από τον «Δεκέμβρη» στην Χρυσή Αυγή. Όχι, δεν πρόκειται για την «θεωρία των δύο άκρων» του Δένδια ή του Βορίδης. Το άκρο είναι το αντιπροσωπεύουν αυτοί ακριβώς που υπερασπίζονται αυτήν την θεωρία, η κυβέρνηση δηλαδή, μαζί με την Τρόικα, και τους Γερμανούς πάτρωνες.

Ωστόσο, υπάρχει σαφέστατη αλληλουχία των πραγμάτων μεταξύ της αδιαμεσολάβητης βίας, της λατρείας της βούλησης και της άμεσης δράσης που κυριάρχησε υπό αντιεξουσιαστική λεοντή στα κέντρα των πόλεων για μερικά χρόνια, και σε αυτήν που αναδύθηκε αργότερα ως κύριο εργαλείο της Χρυσής Αυγής. Το πώς, για παράδειγμα, αναδιπλώθηκαν στην άκρα δεξιά ή ακόμα και ανοιχτά στο ναζισμό κομμάτια των σωμάτων ασφαλείας έπειτα από την καθημερινή αντιπαράθεση με αυτές τις δυνάμεις, ενώ η υπόλοιπη κοινωνία είχε ρόλο θεατή, είναι γνωστό και επιβεβαιωμένο. Όπως και το πως εθίστηκε μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων, σε μια ολοκληρωτική εκδοχή της πολιτικής όπου «η εξουσία βρίσκεται στην άκρη του σχοινιού και του παλουκιού».

Και προφανώς, αυτό είναι ένα παιχνίδι που ενίοτε μπορεί να το παίξουν διάφοροι, ωστόσο αυτοί που θα κερδίσουν στο τέλος θα είναι οι φασίστες και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί. Οι πρώτοι διότι είναι πιο γνήσιοι φορείς μιας ιδεολογίας θανάτου, μίσους, σύνθλιψης του αντιπάλου και λατρείας του ισχυρότερου. Οι δεύτεροι, καθώς είναι αυτοί που κατ εξοχήν διαθέτουν τα μέσα και τις δυνατότητες για να επιβληθούν.

Τρίτον, και ίσως σημαντικότερο. Ο «Δεκέμβρης» αποτέλεσε ένα τεράστιο πολιτικό εργαστήριο για να κατανοήσουμε τα όρια, τις παθογένειες και το αδιέξοδο που κυοφορεί μέσα της μια λογική «εμφυλίου». Ας γίνουμε σαφέστεροι.

Πίσω από την πολιτική διαχείριση της οργής ενός  κομματιού της νεολαίας, βρίσκεται ένα φαινόμενο βαθύτερο: Όταν σε μια κοινωνία κυριαρχούν ολοκληρωτικά συνθήκες εθνομηδενισμού, πολιτιστικού σαπίσματος και πολιτικού τέλματος, οι κοινωνικές ομάδες που πλήττονται στερούνται απελπιστικά των εργαλείων αντίστασης. Σπάνια, δηλαδή, μπορούν να προσανατολίσουν δίκαια την οργή τους. Μπορούν να φτάσουν μόνο στο επίπεδο της «τάξης για τον εαυτό τους», δηλαδή να συνειδητοποιήσουν την συλλογική τους κατάσταση, αλλά αδυνατούν, ή έστω δυσκολεύονται τρομακτικά, να ανυψωθούν στο επίπεδο μιας «τάξης για ολόκληρη την κοινωνία». Έτσι, τείνουν να επιλέξουν μορφές έκφρασης και πάλης που δυστυχώς μετακυλύουν το κοινωνικό κόστος σε άλλες κοινωνικές ομάδες που πλήττονται εξ ίσου, ανοίγοντας άθελά τους τον δρόμο σε αυτό που ονομάζεται «κοινωνικός αυτοματισμός». Μια σύγκρουση δηλαδή όλων εναντίον όλων, που ο καθένας θα είναι για τον εαυτό του, συλλογικό, και εν τέλει ατομικό.

 

Αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα του «τυφλού» και «αδιαμεσολάβητου» στοιχείου του «Δεκέμβρη». Και πρόκειται για μια λογική, που μόνο σε ακραίες περιπτώσεις παίρνει τέτοια χαρακτηριστικά, αλλά και μπορεί να εμφανιστεί και σε πιο ήπιες μορφές: Όταν για παράδειγμα οι «αλληλέγγυοι» στον αγώνα των εργολαβικών εργαζόμενων του ΑΠΘ, θεωρούν ότι επειδή οι εργαζόμενοι έχουν δίκιο –που σαφώς και έχουν– νομιμοποιούνται να δέρνουν όσους μαζεύουν σκουπίδια. Είναι μια λογική που θεωρεί αυτόματη την συνεπαγωγή ότι η υποστήριξη της συγκεκριμένης απεργίας, ισούται με το να πνιγεί το πανεπιστήμιο μέσα στα σκουπίδια και να κυνηγάμε ανελέητα όσους εξοργίζονται με αυτήν την κατάσταση. Μια αλληλουχία, που έχουμε καταντήσει να την θεωρούμε αυτόματη και αυτονόητη, ενώ, στ’ αλήθεια υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα να κάνει μια απεργία για να βρει το δίκιο της, πολύ πιο αποδοτικά και δημιουργικά: Από το να μην αφήνει  σε χλωρό κλαρί τον Πρύτανη, μέχρι το να οργανώσει επαναστατικώ δικαίω μια συντροφία καθαριότητας που να χρηματοδοτείται άμεσα από τους «αλληλέγγυους», αλλά και κάθε καθηγητή ή φοιτητή.

Το ότι αυτά τα πράγματα δεν τίθονται καν σε συζήτηση, και ότι αυτό που κυριαρχεί είναι μια λογική ζούγκλας, ασχήμιας, τσαμπουκά και ασύμμετρων καταστροφών, οφείλεται ακριβώς στην αποκαθήλωση κάθε έννοιας κοινωνικού, συνολικού καλού από ομφαλοσκοπικά σύνδρομα. Και βέβαια αυτός που την πληρώνει στο τέλος είναι το δημόσιο πανεπιστήμιο, και τα στρώματα εκείνα που δεν διαθέτουν τα χρήματα για να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους ομαλές σπουδές σε πανεπιστήμια του εξωτερικού.

Κι αυτό υπήρξε μόνον ένα παράδειγμα. Τι θα συμβεί αν η κοινωνική κατάσταση εκτραχυνθεί κι άλλο, και αυτή η λογική επεκταθεί; Υπό το πρίσμα μιας λογικής σαν αυτήν που περιγράφουμε, πόσο μακριά απέχουμε από το να εξελιχθεί η απελπισία που οδηγεί σήμερα τον κόσμο στην αυτοκτονία, σε οργή που στρέφεται αδιακρίτως στον διπλανό;

Ασφαλώς, οι μόνες κοινωνίες που ευημερούν υπό τέτοιες συνθήκες, είναι οι κοινωνίες-τύπου λατινοαμερικάνικης φαβέλας, εκεί που ο φτωχός πολεμάει εναντίον του φτωχού, και βασιλεύει ο νόμος του ισχυρότερου.

Να γιατί ακριβώς, μέσα σ’ ένα σκηνικό που έθαλλε η φατριαστική πανούκλα, ο ελληνικός λαός υποδέχθηκε με ανακούφιση το κίνημα των πλατειών και των αγανακτισμένων. Διότι αποτέλεσε ένα συλλογικό αντανακλαστικό διέξοδο, να πάψουμε να τρώμε τις ίδιες μας τις σάρκες μέσα στην προοπτική του μεγάλου αγώνα. Στην αναζήτηση δηλαδή, ενός οράματος εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, κοινωνικής δικαιοσύνης και πραγματικής δημοκρατίας που θ’ αγκαλιάσει όλην την οργή, και θα την ενοποιήσει παρέχοντάς την ένα μπούσουλα. Ένα μπούσουλα, που θα της επιτρέψει να κατευθυνθεί εκεί που πρέπει, στους πραγματικούς εχθρούς της κοινωνίας, ώστε να μην σκοτωθούμε για άλλη μια φορά αδίκως μεταξύ μας.

Μόνον ένα αυθεντικό εθνικοαπελευθερωτικό, δημοκρατικό και κοινωνικό κίνημα είναι αυτό που μπορεί να μας σώσει από αυτήν την κατάσταση. Διότι είναι το μόνο που μπορεί να προφυλάξει την διάχυτη κοινωνική οργή και να την παροχετεύσει προς την σωστή κατεύθυνση. Ειδάλλως, θα διολισθήσει στην ύβρη του πολέμου όλων εναντίον όλων.

 

Το αντίθετο δηλαδή, απ’ ό,τι έγινε τον Δεκέμβρη, και που αποτελεί την αδικαίωτη παρακαταθήκη του σκοτωμένου εφήβου. Αυτό που μέλει ακόμα να γίνει σήμερα, ώστε να υπερβούμε την εξαθλίωση, την κατοχή και τις αυτοκτονίες.

 Π.Ν.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*