Άρδην τ. 70-79, Άρδην τ. 75, Αφιερώματα, Οικολογία, Οικολογία και πράσινος καπιταλισμός, Περιοδικό Άρδην

Οικολογία, πράσινος καπιταλισμός και εθνική ταυτότητα – εισαγωγικό

Ένα από τα «τέκνα» του Μάη του ’68 υπήρξε και το οικολογικό κίνημα. Παράλληλα, δηλαδή, με την κριτική της εκμετάλλευσης, του καταναλωτισμού, της διαίρεσης της εργασίας, της αποικιοκρατίας, του σεξισμού, της ψυχιατρικοποίησης της κοινωνίας, εμφανίστηκε και ένα καινοφανές κίνημα που διακήρυττε πως η αλόγιστη εκμετάλλευση της φύσης από τον άνθρωπο και το σύστημα του κέρδους οδηγούν ή θα οδηγήσουν σε καθολικό αδιέξοδο τις βιομηχανικές κοινωνίες.
Από τότε πέρασαν σαράντα χρόνια. Και όχι μόνο επιβεβαιώθηκε το καθολικό αδιέξοδο, αλλά και οι πρώτοι εκφραστές αυτής της πρωτόγνωρης οικολογικής ευαισθησίας έχουν πολλαπλασιαστεί τόσο πολύ, ώστε να φαντάζει πως οι πάντες είναι, λίγο-πολύ, «οικολόγοι».
Επί πλέον, στην πολιτική σκηνή έχουν εμφανιστεί μια σειρά από οικολογικά κόμματα, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, τα οποία διεκδικούν την εκπροσώπηση των οικολογικών ιδεών. Πολλοί από τους πιο γνωστούς Οικολόγους, όπως ο Γιόσκα Φίσερ στη Γερμανία, ή οι «Πράσινοι» της Ιταλίας και της Γαλλίας, έχουν βρεθεί σε θέσεις κυβερνητικής ευθύνης στις χώρες τους, ενώ, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, συγκροτούν μια αναγνωρισμένη κοινοβουλευτική ομάδα, που συμμετέχει στον σκληρό πυρήνα εκείνων που διαμορφώνουν την ευρω-ατλαντική γραμμή της Ε.Ε.
Αυτή η άνοδος των «Πράσινων» και η ταχύτατη ένταξή τους στο σύστημα αντιστοιχεί  σε τρεις ταυτόχρονες εξελίξεις:
1ον, στην ανάδειξη του οικολογικού ζητήματος ως του σημαντικότερου πλανητικού ζητήματος της εποχής μας, το οποίο  θα  σφραγίσει τον 21ο αιώνα∙
2ον, στην ταχύτατη ανάπτυξη ενός «πράσινου» τομέα της οικονομίας, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ευρώπη, όπου η βιομηχανία της απορρύπανσης, της ανακύκλωσης, των εναλλακτικών πηγών ενέργειας, έχει ήδη καταστεί ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος τομέας. κατά συνέπεια, οι Πράσινοι εμφανίζονται ως οι πολιτικοί εκφραστές αυτού του προοδευτικού «πρασινίσματος» του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και εισπράττουν την πολιτική «υπεραξία» αυτού του φαινομένου∙
3ον, στη σταδιακή διαμόρφωση μιας οικολογικής ελίτ, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, αλλά και παγκόσμια, από μια αλυσίδα μη κυβερνητικών οργανώσεων, και τη συμμετοχή χιλιάδων οικολογικών και περιβαλλοντικών στελεχών, ιδιαίτερα στα διεθνή κέντρα λήψης των αποφάσεων ­­– κατ’ εξοχήν στις Βρυξέλλες, τη Παγκόσμια Τράπεζα, τους οργανισμούς του ΟΗΕ κ.λπ.­ Τα στελέχη της πράσινης ελίτ αποτελούν την πιο υπερεθνική ομάδα της παγκόσμιας ελίτ, που απορρίπτει κάθε αναφορά σε εθνικές ή περιφερειακές ταυτότητες, και επομένως ήταν ιδιαίτερα προσαρμοσμένη στην περίοδο της παγκοσμιοποίησης. Θα μπορούσαμε να πούμε, μάλιστα, πως, παράλληλα με τους επιχειρηματίες και τα στελέχη των πολυεθνικών, η πράσινη ελίτ υπήρξε το πιο παγκοσμιοποιημένο τμήμα της υπερεθνικής ελίτ. Και η παγκοσμιότητα της οικολογικής κρίσης επιτρέπει εύκολα την αλλοίωση του οικολογικού συνθήματος, από «Σκέψου συνολικά, δράσε τοπικά», σύμφωνα δηλαδή με τις ανάγκες και τις πραγματικότητες τις τοπικής κοινωνίας, σε «Σκέψου δυτικοκεντρικά και εφάρμοσε τις δυτικές αξίες στον υπόλοιπο κόσμο».
Απόψεις όπως εκείνες του Άρδην και της Ρήξης, που παλιότερα είχε συμμετάσχει καθοριστικά στη συγκρότηση των «Οικολόγων-Εναλλακτικών», στα τέλη της δεκαετίας του 1980, δεν χωρούσαν στο πλαίσιο των Ευρωπαίων Πρασίνων, ιδιαίτερα στην περίοδο της ακραίας και χυδαίας παγκοσμιοποίησης και ΝΑΤΟποίησής τους, που ακολούθησε τη γιουγκοσλαβική κρίση. Και παρότι οργανωτικά είχαμε κυριαρχήσει στους «Οικολόγους-Εναλλακτικούς», αποφασίσαμε ότι για μια ολόκληρη περίοδο δεν είχε νόημα  η ενασχόληση με τους μηχανισμούς των Ευρωπαίων Πρασίνων και τους εγκαταλείψαμε στους Τρεμόπουλους και τους Χρυσόγελους, επαγγελματίες των περιβαλλοντικών οργανώσεων και υπαλλήλους, μέσω των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, των Βρυξελλών και της ελληνικής κυβέρνησης.
Ενσωμάτωση και  αντιπαγκοσμιοποίηση
Για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο, από την πτώση του τείχους του Βερολίνου έως τη μεγάλη οικονομική κρίση της παγκοσμιοποίησης του 2008, η οικολογία, ως πολιτικό αίτημα στην Ευρώπη, ταυτίστηκε με τις αθλιότητες ενός Κον-Μπεντίτ και ενός Φίσερ και κατέστη αποκρουστική για όλους τους ανθρώπους που αγαπάνε τον τόπο τους, ακόμα και εκείνους που έχουν οικολογικές ευαισθησίες ή οικολογική οπτική.
Επί πλέον, δεδομένου ότι ταυτίστηκε με τις πιο συντηρητικές εκδοχές του οικολογικού κινήματος, εκείνες του «πρασινίσματος» του υπαρκτού καπιταλισμού και όχι της ριζικής ανατροπής ενός απάνθρωπου και αντιφυσικού κοινωνικού και αναπτυξιακού μοντέλου, αποκόπηκε σταδιακά και από τα μεγάλα αντι-παγκοσμιοποιητικά κινήματα που συντάραξαν τον δυτικό κόσμο για αρκετά χρόνια. Οι «Πράσινοι» ήταν ουσιαστικά οι κομπάρσοι του αντι-παγκοσμιοποιητικού κινήματος, ενώ, στο θεωρητικό πεδίο, αποκόπηκαν από κάθε ριζική κριτική του συστήματος, που αρχικώς, στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, είχε τροφοδοτήσει την οικολογική σκέψη και κίνημα, δηλαδή τον Αντρέ Γκορζ, τον Γκεοργκέσκου-Ρέγκεν κ.ά. Οι «Πράσινοι» μεταβλήθηκαν απλώς στους υπευθύνους των Υπουργείων Περιβάλλοντος ενός συστήματος που καθημερινά-αδιάκοπα αναπαράγει τους όρους της καταστροφής του πλανήτη, ανοίγοντας απλώς ένα νέο πεδίο στην καπιταλιστική ανάπτυξη, εκείνο της απορρύπανσης.
Όμως, έτσι, η διεθνής τους ακτινοβολία έπεσε κατακόρυφα, την ίδια στιγμή που οι οικολογικές ιδέες ξαπλώνονταν σε μια χωρίς προηγούμενο κλίμακα. Επί πλέον, μέσα από το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, άρχισαν σταδιακώς να αναδύονται νέες δυνάμεις στο προσκήνιο του παγκόσμιου κινήματος. Οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, από τους Ζαπατίστας έως τον Τσάβες, η Νοτιο-ανατολική Ασία, το Παλαιστινιακό κίνημα, άρχισαν σταδιακά να περνούν στο προσκήνιο των αντιπαγκοσμιοποιητικών κινητοποιήσεων και συρρικνώθηκε σταδιακώς η λογική και η δυναμική των φιλοπαγκοσμιοποιητικών δυνάμεων της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης», που, με έδρα το Παρίσι, προσπαθούσαν να ελέγξουν ένα κίνημα κατ’ εξοχήν αντιπαγκοσμιοποιητικό. Διότι, βέβαια, οι λαοί του Τρίτου Κόσμου έχουν ως εχθρό τους την παγκοσμιοποίηση, άσχετα με το χρώμα της.
Η παγκοσμιοποίηση ξεριζώνει τους λαούς, προκαλεί τους πολέμους και την περιβαλλοντική καταστροφή. Η «εναλλακτική παγκοσμιοποίηση» είναι η προσπάθεια των δυτικών παγκοσμιοποιημένων ελίτ να ελέγξουν αυτό το κίνημα. Στο παρελθόν, το σοσιαλιστικό κίνημα, παρά τις προσπάθειες της γερμανικής και ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας να το ελέγξουν, μέσα από έναν αφηρημένο και αντεθνικό «διεθνισμό», ξαπλώθηκε στον υπόλοιπο πλανήτη και ρίζωσε στις τοπικές πραγματικότητες με τις ιδιαίτερες μορφές του, πήρε σάρκα και οστά στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα από τον Γκάντι και τον Μάο Τσε-τουνγκ έως τον Γκεβάρα και το Βιετνάμ. Κάτι ανάλογο διαγράφεται και σήμερα: Οι προσπάθειες της παριζιάνικης και βερολινέζικης ελίτ για τον έλεγχο του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος οδηγούνται στο τέλος τους. Το επίκεντρο του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος δεν βρίσκεται πλέον στο Παρίσι, αλλά στη… Γάζα.
Οικολογία και ταυτότητα
Η μεγάλη κρίση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, που εκδηλώνεται με την ταυτόχρονη οικονομική και οικολογική κρίση, θα ολοκληρώσει τη μετάβαση σε μια νέα ιδεολογική και πολιτική συγκυρία. μια συγκυρία κατά την οποία η οικολογική διάσταση θα διαπλακεί με την τοπική πραγματικότητα και τα τοπικά αιτήματα, και θα μεταβληθεί σε αυτό που είναι κατά βάθος, ένα κίνημα της βιοποικιλότητας, όχι μόνον της χλωρίδας και της πανίδας, αλλά και των ανθρώπινων κοινωνιών, απέναντι σε μια ομοιομορφοποιητική και γενοκτόνα παγκοσμιοποίηση.
Το κυριότερο οικολογικό αίτημα είναι εκείνο της αναζήτησης και της ανάδειξης της εθνικής και περιφερειακής ταυτότητας, σε ό,τι αφορά στη συγκρότηση των ανθρωπίνων κοινωνιών. Διότι, όπως τόσες και τόσες φορές έχουμε δείξει σε αυτό το περιοδικό, η εθνική ταυτότητα, ιδιαίτερα των μικρών λαών, δεν μπορεί να επιβιώσει σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και επέκτασης ενός ενιαίου «πολυπολιτισμικού» παγκόσμιου μοντέλου, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν μπορούν να επιβιώσουν οι τοπικές ποικιλίες και σπόροι από την επίθεση της Μονσάντο. Ταυτόχρονα δε, για χρόνια επαναλαμβάνουμε στους φίλους μας του «πατριωτικού χώρου», πως η αδυναμία υιοθέτησης μιας οικολογικής οπτικής τον καταδικάζει στον γεροντικό ή παρελθοντολογικό μαρασμό και επιτρέπει σε φορείς της παγκοσμιοποίησης και τυχάρπαστους να εκμεταλλεύονται τις ιδέες της οικολογίας.
Εθνική ταυτότητα και οικολογία είναι έννοιες αν όχι ταυτόσημες, πάντως απολύτως ομόλογες. Γι’ αυτό και οι αποεθνικοποιημένοι ­–ή μάλλον εξαιρετικά δυτικο-ευρωπαίοι εθνικιστές– «Πράσινοι», εγκαταλείποντας την έννοια της εθνικής ταυτότητας (των άλλων), προς όφελος της παγκοσμιοποίησης, όπως κι αν τη βαφτίζουν, αναπόφευκτα εγκαταλείπουν και την ίδια την οικολογική λογική και απλώς συντάσσονται με τον πράσινο καπιταλισμό. Διότι η οικολογική οπτική σημαίνει ρίζωμα στον τόπο σου, ρίζωμα στην ταυτότητά σου, άρνηση των μεγαμεγεθών, άρνηση της προτεραιότητας της «ανάπτυξης» και των πολυεθνικών, σημαίνει άρνηση της λογικής των ανοικτών συνόρων και της ψευδο-πολυπολιτισμικότητας. Η οικολογική λογική σημαίνει έδαφος και όχι απο-εδαφικοποίηση.
Οι πράσινες πολυεθνικές
Σήμερα, μπροστά στην επιδείνωση της οικολογικής κρίσης, την άνοδο της τιμής του πετρελαίου και της ενέργειας, καθώς και την εμφάνιση νέων ανταγωνιστών της Δύσης στο παγκόσμιο στερέωμα, όπως η Κίνα και η Ινδία, που απειλούν την παγκόσμια οικονομική ισορροπία, το πολυεθνικό κεφάλαιο γίνεται «οικολογικό». Μόνο μια οικολογική «ανάπτυξη» εναλλακτικών πηγών ενέργειας μπορεί να απαντήσει στην άνοδο της τιμής του πετρελαίου και να περιορίσει την ισχύ των χωρών-παραγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου· μόνον ισχυροί περιβαλλοντικοί κανονισμοί μπορούν να καθυστερήσουν την ανάδυση χωρών όπως η Κίνα και η Ινδία. Κατά συνέπεια, η «πράσινη ανάπτυξη» καθίσταται προτεραιότητα για την ίδια τη διαιώνιση του συστήματος. Γι’ αυτό και ο Ομπάμα, η Μέρκελ, ο Σαρκοζύ με την «πράσινη Γκρενέλ», και στα καθ’ ημάς ακόμα και ο Γιωργάκης, πλειοδοτούν προς την κατεύθυνση του «πράσινου καπιταλισμού».
Στην Ελλάδα, όπου η περιβαλλοντική πολιτική είναι ιδιαίτερα καθυστερημένη, το σύστημα χρειάζεται και ένα περιβαλλοντικό κόμμα, που θα ενισχύσει το λόμπυ της οικολογίας, χωρίς ταυτόχρονα να υπερβαίνει τα όρια του συστήματος. Και το τοπικό παράρτημα των Πρασίνων, το οποίο φυτοζωούσε για χρόνια ως μια τοπική απόφυσή τους, ήταν καιρός να ενεργοποιηθεί. Ο Σκάι και η Καθημερινή γίνονται οι νέοι σπόνσορες της οικολογίας. μιας οικολογίας που παραμένει εγκλωβισμένη στη φενάκη της «βιώσιμης ανάπτυξης» και ταυτοχρόνως είναι απολύτως απο-εθνικοποιημένη και πειθήνια στις Βρυξέλλες και τα κελεύσματα των ποικιλώνυμων διεθνών ΜΚΟ.
Μια αυθεντική οικολογική στρατηγική
Ωστόσο, ακόμα και αυτή η απόπειρα στροφής των Γάλλων και των Ευρωπαίων Πρασίνων γενικότερα, καθώς και η προσπάθεια για ένα εθνομηδενιστικό καπέλωμα της Οικολογίας στην Ελλάδα, δεν μπορεί να εμποδίσει τους νέους προσανατολισμούς του οικολογικού κινήματος σε όλο τον κόσμο, και, έστω έμμεσα, υποχρεώνεται να τους ενισχύσει, διά της πανουργίας της ιστορίας και της ετερονομίας στόχων και αποτελέσματος. Αυτοί οι προσανατολισμοί αφορούν σε δύο βασικές κατευθύνσεις:
Πρώτον, την προβολή του αιτήματος της αποανάπτυξης ως της μοναδικής απάντησης στην οικολογική και οικονομική κρίση. Όλα τα υπόλοιπα, δηλαδή ο «πράσινος καπιταλισμός» και η «βιώσιμη ανάπτυξη» των Πρασίνων, θα αποτύχουν· και αυτό όχι διότι δεν μας αρέσουν με βάση μια ιδεολογική προκατάληψη, αλλά απλούστατα διότι δεν είναι πλέον εφικτά. Η «βιώσιμη ανάπτυξη» ίσως να είχε κάποια τύχη το 1970-72, όταν το «Κλάμπ της Ρώμης» εξέπεμψε το πρώτο σήμα κινδύνου με την έκθεσή του για τα «όρια της ανάπτυξης». Σήμερα, με έναν πλανήτη που περιλαμβάνει διπλάσιο πληθυσμό από τότε, και με το φαινόμενο του θερμοκηπίου να έχει αρχίσει να λειτουργεί με αυξανόμενη επιτάχυνση, η απο-ανάπτυξη είναι η μοναδική απάντηση. Μείωση της κατανάλωσης, μείωση της παραγωγής σε βασικούς τομείς, περιστολή της επέκτασης του παγκόσμιου πληθυσμού, μετάβαση σε ένα νέο πιο εξισωτικό μοντέλο οργάνωσης των κοινωνιών, αποφασιστικό φραγμό στην παγκοσμιοποίηση. Όμως, το σύστημα του κέρδους δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τη διαρκή μεγέθυνση. Μοιάζει με έναν ποδηλάτη που, αν σταματήσει  να κινείται, απλούστατα θα πέσει κάτω.
Δεύτερον, στη σύνδεση του οικολογικού αιτήματος με τα ταυτοτικά και εθνικά κινήματα σε όλο τον κόσμο, τα οποία είναι υποχρεωμένα να έλθουν σε επαφή με τις οικολογικές και αντιπαγκοσμιοποιητικές ιδέες, για να διαμορφώσουν ένα νέο κοινωνικό και παραγωγικό πρότυπο, επικεντρωμένο στη συρρίκνωση της αγοραίας οικονομίας, την παραγωγική επανατοπικοποίηση με τη χρήση των νέων τεχνολογιών, την πολυκαλλιέργεια, την κοινωνική αλληλεγγύη, τον πλανητικό και εθνικό «πατριωτισμό».
Οι μέρες της «οικολογίας των πλουσίων», δηλαδή μιας οικολογίας που περιορίζεται στην ανακύκλωση, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τον καθαρισμό των παραλιών –που παραμένουν εν τούτοις απαραίτητα αλλά εντελώς ανεπαρκή– έχουν παρέλθει. Πλέον, τα πράγματα έχουν φθάσει στο απροχώρητο και οι λύσεις πρέπει να είναι ριζικές και αληθινά επαναστατικές.

Μια απόπειρα επαναριζοσπαστικοποίησης;
Στην Ευρώπη, επειδή οι Πράσινοι είχαν ιδιαίτερα απαξιωθεί τα προηγούμενα χρόνια, ως το πράσινο σκυλάκι του συστήματος, και ενώ η παγκοσμιοποίηση έχει μπει στη θανάσιμη αγωνία της, είναι ανάγκη να επανενεργοποιηθούν, μπροστά στον κίνδυνο να αναδυθούν ισχυρά αντιπαγκοσμιοποιητικά και ταυτοτικά ρεύματα, όπως φάνηκε και με τα δημοψηφίσματα στη Γαλλία, την Ολλανδία και την Ιρλανδία. Γι’ αυτό και ο Κον-Μπεντίτ, ο υπ’ αριθμόν ένα πολιτικάντης των Ευρωπαίων Πρασίνων, που, πριν μερικά χρόνια, συνέπραττε με τον κεντρώο Μπαϋρού στη Γαλλία, σκυλοβρίζεται χυδαία μαζί του στη γαλλική τηλεόραση, ενώ κάποιες στιγμές χρησιμοποιεί και τον όρο «απο-ανάπτυξη», προσπαθώντας να επαναριζοσπαστικοποιήσει την απαξιωμένη «οικολογία» των Πρασίνων. Γι’ αυτό και κατέφυγε και σε μια φιγούρα του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος της Ευρώπης, τον Ζοζέ Μποβέ, ο οποίος, μετά την παταγώδη αποτυχία του στις εθνικές εκλογές της Γαλλίας, αποφάσισε να κερδίσει τουλάχιστον κάποια έδρα (έδρες) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προσφέροντας στον Κον Μπεντίτ και τους γερασμένους Πράσινους γραφειοκράτες των Βρυξελλών την κινηματική επανανομιμοποίηση που χρειαζόταν. Ο Μποβέ μάς θυμίζει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κάποιους άλλους αγωνιστές της πατριωτικής Αριστεράς στην Ελλάδα που προσέφεραν το όνομά τους και το κύρος τους στην εθνομηδενιστική απόπειρα του ΣΥΡΙΖΑ. Σε μια πρώτη φάση, απεδείχθη πως το εγχείρημα έπιασε, τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα. όμως, δεν θα κρατήσει για πολύ, διότι οι αντιθέσεις μεταξύ των διαφορετικών συνιστωσών είναι τόσο μεγάλες ώστε αργά η γρήγορα θα εκδηλωθούν.
Στην Ελλάδα, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αρχές του 1990, βάλαμε φραγμό στη διαμόρφωση ενός σχήματος υποταγμένου στους Ευρωπαίους Πράσινους, μέσα στους «Οικολόγους-Εναλλακτικούς». Βέβαια, το τίμημα ήταν μεγάλο, δεδομένου ότι, εξ αιτίας της λαίλαπας του εκσυγχρονισμού, που ενέσκηψε, και της ενίσχυσης της παγκοσμιοποίησης, δεν κατορθώσαμε να συγκροτήσουμε ένα ελληνικό εναλλακτικό και οικολογικό κίνημα, συνδεμένο με τις πραγματικότητες της χώρας μας. Ωστόσο, κατορθώσαμε να εμποδίσουμε για αρκετά χρόνια ένα εθνομηδενιστικό οικολογικό εγχείρημα από τους Τρεμόπουλους και Σία. Επί πλέον δε, υπήρχε ένα πολιτικό σχήμα που έπαιζε έναν ρόλο ανάλογο με τους Πράσινους στην Ελλάδα: Ήταν ο Συνασπισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμματα της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης».
Σήμερα, όμως, η δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να εξαντλείται, τόσο εξ αιτίας του εθνομηδενισμού, που δεν του επιτρέπει να μεταβληθεί σε κόμμα με πλειοψηφική απεύθυνση, όσο και του γεγονότος ότι κατέστη υπερβολικά «απαιτητικός», και επιχείρησε τον τετραγωνισμό του κύκλου, δηλαδή να εκφράσει, παράλληλα με τα βόρεια προάστεια, και τα «Εξάρχεια»! Έτσι όμως έπαψε να αποτελεί μια «προοδευτική λύση» στα πλαίσια του συστήματος, και σίγουρο συμπλήρωμα μιας οποιασδήποτε «προοδευτικής διακυβέρνησης».
Επομένως, δεδομένης της ενίσχυσης των οικολογικών ανησυχιών των πολιτών, και μάλιστα μετά τις τεράστιες πυρκαγιές του 2007, γινόταν αναγκαία η ανάδειξη ενός «ήπιου» οικολογικού σχήματος, έστω κι αν δεν διέθετε κανένα βάθος σε επίπεδο στελεχών. Και το φαινόμενο ξεπέρασε τις προσδοκίες των ίδιων των σπονσόρων του. Διότι η διαμόρφωση ενός κόμματος απαιτεί έναν στοιχειώδη μηχανισμό, και χρόνο για τη συγκρότησή του. Όμως, η κρίση του πολιτικού συστήματος και η καταβύθιση του ΣΥΡΙΖΑ εκτίναξαν ένα γκρουπούσκουλο σε ρόλο εθνικού κόμματος! Και άρχισε κιόλας η κρίση, παρά την επιτυχία, διότι η υπερβολική και εξαιρετικά ταχεία επιτυχία είναι πάντοτε επικίνδυνη. Είναι βέβαιο πως ο Τρεμόπουλος και η παρέα του, φορείς των πιο αντεθνικών και αντιπατριωτικών αντιλήψεων, θα ήθελαν αυτές να αναδειχθούν σταδιακά και να μην τους τοποθετήσουν από την αρχή στον χώρο του εθνομηδενισμού, στα μάτια της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων. Διότι η συνάφειά τους και οι σχέσεις τους με τους «μακεδονιστές» τύπου Βοσκόπουλου ήταν γνωστές στους  επαΐοντες αλλά άγνωστες στο ευρύτερο κοινό. Και όταν άρχισαν να γνωστοποιούνται, οδήγησαν σε μια σταδιακή καθίζηση του ποσοστού των Οικολόγων-Πράσινων, οι οποίοι μόλις και διεσώθησαν την τελευταία στιγμή, εξ αιτίας του υψηλού ποσοστού της αποχής.
Πάντως, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το οικολογικό ζήτημα ξαναμπαίνει στην ελληνική κοινωνία είκοσι χρόνια μετά την πρώτη απόπειρα των «Οικολόγων Εναλλακτικών». Και σήμερα, δεν πρόκειται να φύγει πλέον από το προσκήνιο. Μπορούμε μάλιστα να προβλέψουμε πως ο Συνασπισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την αποτυχία της εξαρχειοποίησής του, θα στραφεί προς τον κύριο Τρεμόπουλο. Το ερώτημα λοιπόν που θα τεθεί είναι σαφές: Θα έχουμε μια οικολογία εθνομηδενιστική, περιορισμένη σε ένα χαμηλό ποσοστό και απωθητική για την πλειοψηφία των πολιτών, και μάλιστα ενσωματωμένη στην επιχειρηματική και παγκοσμιοποιητική λογική, ή αντίθετα μια οικολογία επαναστατική, πλειοψηφική και συνδεδεμένη με την εθνική μας ταυτότητα;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*