Άρδην τ. 40-49, Άρδην τ.44, Αφιερώματα, Περιοδικό Άρδην, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Των Ελλήνων οι κοινότητες

Οι νεο-κοινοτιστικές τάσεις

Συγγραφέας: Γιώργος Ρακκάς
Άρδην τ.44
Το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση περιλαμβάνει ισχυρές κοινοτιστικές τάσεις στο εσωτερικό του. Σημαντικές κοινωνικές δυνάμεις, όπως οι Γάλλοι αγρότες, οι ινδιάνοι Τσιάπας του Μεξικού, οι Ινδοί αγρότες και πολλοί, πολλοί άλλοι αναζητούν μέσα από το πρόταγμα της «επανατοπικοποίησης» την απάντηση στα επιτακτικά προβλήματα που θέτει το κυρίαρχο , παγκοσμιοποιημένο μοντέλο.

Η επανατοπικοποίηση αποτελεί μια περιεκτική εναλλακτική πρόταση έναντι της παγκοσμιοποίησης, μιας και διεκδικώντας την επιστροφή του οικονομικού και του πολιτικού κέντρου βάρους στο μικρό, τοπικό επίπεδο αξιώνει αυθεντικότερη δημοκρατία, περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα για τις ανθρώπινες κοινωνίες. Γεννήθηκε από τη συνάντηση του κινήματος της ριζοσπαστικής οικολογίας με την τάση για «επιστροφή στις ρίζες» που αναδύθηκε μέσα από τα αδιέξοδα της παγκοσμιοποίησης αλλά και από την ίδια την αδυναμία της παραδοσιακής αριστεράς να προσφέρει πειστικές λύσεις απέναντι σ’ αυτά. Φυσικά, η συνάντηση αυτή γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στον τρίτο κόσμο, όπου οι συνθήκες της υπανάπτυξης που επιβάλλει η Δύση σ’ αυτόν δεν μπορούσαν να ολοκληρώσουν την καταστροφή των παραδοσιακών μορφών οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης, ανάμεσα στις οποίες αναβίωναν και αρκετές κοινοτιστικές τάσεις.

Η κάθε κοινωνική ομάδα που εκφράζεται μέσα από την «επανατοπικοποίηση» θέτει το πρόγραμμά της μερικά, σε ό,τι αφορά τα ιδιαίτερα συμφέροντά της. Παρόλα αυτά, όμως, είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς έναν κοινό τόπο στις διεκδικήσεις όλων αυτών των κινήσεων. Η επιστροφή στο τοπικό δεν εξαντλείται μόνο στην υπαγωγή των θεμελιακών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων στο επίπεδο της κοινότητας. Η αυτάρκεια και η ανεξαρτησία που επιτυγχάνεται με την παραγωγή μικρής κλίμακας, που χρησιμοποιεί τις νέες τεχνολογίες προς μια οικολογική κατεύθυνση, σε συνδυασμό με τις συνεταιριστικές μορφές της επιχείρησης ή την μικροϊδιοκτησία αποτελούν την ουσία του μοντέλου παραγωγής που προτείνει η επανατοπικοποίηση. Οι δασμοί, ο φορολογικός έλεγχος της κυκλοφορίας εμπορευμάτων και κεφαλαίων επιστρατεύονται προκειμένου να προστατευτεί αυτό το μοντέλο από τις βουλιμικές και συνάμα καταστροφικές διαθέσεις του μεγάλου κεφαλαίου. Τέλος, συνεταιριστικά δίκτυα αναλαμβάνουν την κυκλοφορία και τη διανομή των εμπορευμάτων στους καταναλωτές. Όσο αφορά την πολιτική, η επανατοπικοποίηση επικεντρώνεται στις συμμετοχικές, άμεσες μορφές δημοκρατίας με συνέπεια να προσηλώνεται σε μικρής κλίμακας κοινωνικά σύνολα, στην κοινότητα, το χωριό και την πόλη. Τέλος, από μια συνολική πρόταση επανατοπικοποίησης δεν μπορεί να λείπει και μια πρόταση πολιτισμού, που ενάντια στο μονοπώλιο του δυτικού εμπορευματικού πολιτισμού φροντίζει να προστατεύει τις ιδιαίτερες ταυτότητες, να τονίζει τον πολιτιστικό τους πλούτο και να προβάλλει όποιες εξισωτικές πτυχές ελλοχεύουν στις παραδόσεις των λαών.

Εκείνο όμως το χαρακτηριστικό που καθιστά τις κοινοτιστικές τάσεις της «επανατο­πικοποίησης» ριζικές και καινοτόμες σε σχέση μ’ άλλες του παρελθόντος είναι το γεγονός ότι τα αιτήματα της τελευταίας δεν ταυτίζουν την επιστροφή στη μικρή κλίμακα με την απομόνωση και όλα όσα συνεπάγονται από αυτήν αλλά αντίθετα προχωρούν σε μια γονιμότατη σύνθεση ανάμεσα στο τοπικό, το εθνικό, το περιφερειακό και το παγκόσμιο. Ξεκινούν από το τοπικό για να θεμελιώσουν το εξισωτικό, αμεσοδημοκρατικό πρόταγμά τους. Περνούν από το εθνικό και το περιφερειακό επίπεδο για να αναδείξουν τη σημασία της εθνικής ανεξαρτησίας και της περιφερειακής συνεργασίας για την ανάπτυξη των κοινοτήτων αφού είναι προφανής η αναγκαιότητα των ενδιάμεσων επιπέδων πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης, πολιτιστικής ζωής που ταυτόχρονα θα προστατεύουν την κοινότητα από την επιθετικότητα των μέγα-τάσεων του κεφαλαίου αλλά και από την άλλη θα συγκρατούν τις απομονωτικές τάσεις της προσήλωσης στο τοπικό. Τέλος, καταλήγουν στο παγκόσμιο για να νοηματοδοτήσουν μια πραγματική παγκοσμιότητα που αποτελεί την αυθεντική ενσάρκωση της συνεννόησης και της συνεργασίας ανάμεσα στους λαούς. Αυτό το υψηλό επίπεδο της σύνθεσης που επιτυγχάνουν οι κινήσεις της επανατοπικοποίησης, τις καθιστούν τις αυθεντικότερες εκφράσεις του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος. Οι κινήσεις της τοπικότητας είναι πραγματικά παγκόσμιες, γιατί θέτουν το αίτημα της ανεξαρτησίας από κάθε ετερόνομη πολιτική και οικονομική δύναμη- και άρα επιζητούν το δικαίωμα της διαφορετικότητας από τον κυρίαρχο, γεγονός που τις μεταμορφώνει στις δυνάμεις εκείνες που ενσαρκώνουν πραγματικά το όραμα της παγκοσμιότητας ως ένα μωσαϊκό των πολιτισμών.

Τέλος, πέρα από την περιεκτικότητα στο πρόγραμμα και την κριτική, οι δυνάμεις αυτές χαρακτηρίζονται τόσο από μαζικότητα, όσο και από ριζοσπαστισμό. Η μαζικότητα επιτυγχάνεται την αποτελεσματικότητά των δυνάμεων της «επανατοπικοποίησης» ως μέσο αντίστασης στο παγκοσμιοποιητικό πρόγραμμα, στη δυνατότητά της να καταπολεμά της συνέπειές του. Έτσι, οι διάφοροι ανά τον κόσμο αγώνες που έχουν περιβληθεί με το αίτημα της τοπικότητας είναι σε θέση να πετύχουν απτά αποτελέσματα που βελτιώνουν τις ζωές των ανθρώπων άμεσα και τους προσφέρουν μια εναλλακτική διέξοδο από το ζοφερό παρόν. Έτσι, για παράδειγμα, ενάντια στο μοντέλο της αγροτικής παραγωγής που προωθεί η Μονσάντο, που επιβάλλει το συγκεντρωτισμό, τη μεγάλα κλίμακα, το μονοπώλιο στα μέσα της παραγωγής μέσα από την κατοχύρωση της ιδιοκτησίας στους γενετικά τροποποιημένους σπόρους κ.λ.π. και που καταλήγει στην παντοδυναμία των πολυεθνικών στην αγροτική οικονομία σε παγκόσμιο επίπεδο, τα ζωντανά τοπικά αγροτιά δίκτυα των κινημάτων αντιτάσσουν την «τροφική κυριαρχία» (food sovereignity) των κοινοτήτων τους που αντίθετα συμβάλλει στον εκδημοκρατισμό της αγροτικής παραγωγής, τη μικρή κλίμακα, την βιολογική γεωργία, την προστασία της βιοποικιλότητας κ.λ.π. Αυτή η στρατηγική δεν προσφέρει μοναχά ένα απτό εναλλακτικό μοντέλο όπως περιγράψαμε παραπάνω αλλά και, μέσα από την ανάπτυξη της προσφέρει άμεσες λύσεις στα πιεστικά προβλήματα του παρόντος. Υπ’ αυτή την έννοια, οι κοινοτιστικές τάσεις του κινήματος ενάντια στην παγκοσμιοποίηση διαθέτουν ως όπλο τους ένα ρεαλισμό που τις καθιστά ελκυστικές στις μάζες εκείνων που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση χωρίς ταυτόχρονα να χάνουν τίποτε από την αξία τους ως εκδοχές ενός άλλου, καλύτερου κόσμου.

Απ’ την άλλη, η ριζοσπαστικότητα είναι άμεση συνάρτηση του γεγονός ότι η «επανατοπικοποίηση», βρίσκεται στον αντίποδα της κυρίαρχης τάσης για το παγκόσμιο μονοπώλιο της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Η ανάπτυξη τοπικών μορφών οικονομικής και πολιτικής δημοκρατίας αποτελεί ένα καίριο χτύπημα στις διαδικασίες της παγκόσμιας ενοποίησης υπό τη σκέπη της δυτικής κυριαρχίας, γιατί συνιστά μια αντίρροπη τάση που αποκεντρώνει τις εξουσίες, επαναφέρει τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων σε επίπεδο προσεγγίσιμο από τους κινητοποιημένους πολίτες και κατά συνέπεια τοποθετεί την αυθεντική δημοκρατία, την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη στον ορίζοντα του εφικτού.

Ο συνδυασμός των δυο ασύγκριτων πλεονεκτημάτων των κινήσεων για την τοπικότητα τις καθιστά το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι του κινήματος, ενώ ταυτόχρονα διαθέτουν μαζικότατη απεύθυνση σε βαθμό να θεωρούνται από τις πιο αυθεντικά λαϊκές δυνάμεις στο παγκόσμιο χάρτη των αντιπαγκοσμιοποιητικών κινήσεων. Όλοι ξέρουν τον Ζοζέ Μποβέ, τη δράση του μέσα από την γαλλική «Αγροτική Συνομοσπονδία» , τις φυλακίσεις του, το ρόλο που έπαιξε στην επιτυχία του Σηάτλ κ.λ.π. Επίσης, είναι αρκετά διαδεδομένη η περίπτωση του Βασκικού συνεταιριστικού δικτύου του Μοντραγκόν, που παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη Βασκική οικονομία και συστήνει- ουσιαστικά- ένα νέο μοντέλο συνεταιριστικής κοινωνικής οργάνωσης[1]. Στην Αργεντινή υπάρχει το κίνημα των καταλήψεων των εργοστασίων, που εκδημοκρατίζει την παραγωγή και συστήνει τοπικά δίκτυα διανομής ανακουφίζοντας την φτώχεια και την ανεργία που κυριαρχεί μέσα στο σκηνικό της διαρκούς κρίσης της αργεντίνικης οικονομίας[2]. Ακόμα, στην ίδια χώρα, εντείνεται το κίνημα της βιολογικής καλλιέργειας, που καταλαμβάνει τους ανοιχτούς χώρους των μητροπόλεων και καλλιεργεί τρόφιμα προκειμένου να ανακουφίσει την πείνα που εξαπλώνεται εξ’ ίσου απειλητικά στην αργεντίνικη κοινωνία[3]. Στη γειτονική Βραζιλία, το κίνημα των Αγροτών χωρίς Γη (MST) όχι μόνο συνεχίζει τις καταλήψεις γης, αλλά και αποτελεί μια ιδιαίτερη υπολογίσιμη αντιπολιτευτική δύναμη στον πρόεδρο Λούλα που πιέζει σε άμεσες και σαφείς μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση της τοπικής αγροτικής οικονομίας[4]. Επίσης, μπορούμε να σημειώσουμε και την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εμπειρία της συμμετοχικής δημοκρατίας που ανέπτυξε το ίδιο το Εργατικό Κόμμα της Βραζιλίας στον δήμο του Porto Alegre[5]. Στην Ινδία επίσης, μέσα από την αντίσταση στην οικοδόμηση των μεγάλων φραγμάτων (Narmada Valley) έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα η κριτική στα μεγάλης κλίμακας έργα, στη σύνδεσή τους με την μεγάλη αγροτική βιομηχανία και έχουν ανθήσει οι εναλλακτικές απόπειρες που ανασυστήνουν τις αγροτικές κοινότητες επενδύοντάς τις μ’ ένα οικολογικό, αμεσοδημοκρατικό πρόταγμα[6]. Ακόμα, στην Ταϋλάνδη αλλά και σε χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, κινήσεις και κινήματα προσπαθούν να ανασυστήσουν την τοπική οικονομία δίνοντας έτσι μια καίρια απάντηση στο ζήτημα της φτώχειας μέσα από την ανάπτυξη τοπικών, εναλλακτικών νομισματικών συστημάτων.

Φυσικά, πλάι στα κινήματα δεν μπορεί παρά να υπάρχει και η παράλληλη ανάπτυξη της θεωρίας. Έτσι, ανάμεσα σε πολλούς συνήθεις προσκεκλημένους των παγκόσμιων συναντήσεων του κινήματος, μπορούμε να διακρίνουμε τον κύκλο του Ecologist- ιδιαίτερα εκείνον της γαλλικής έκδοσης με τον Zac και τον Teddy Goldsmith, τον Serge Latouche, τον Tim Lang και τον Colin Heines, το καναδικό «Κέντρο μελετών για την παγκοσμιοποίηση», τον Walden Bello και την Nicola Bullard του Focus on Global Trade της Νοτιοανατολικής Ασίας, την Ινδή Vandana Shiva κ.α.

Οι διαφορετικές κατευθύνσεις του ευρωπαϊκού κινήματος

Βέβαια, το γεγονός ότι οι κοινοτιστικές τάσεις του κινήματος ενάντια στην παγκοσμιοποίηση συγκεντρώνουν στους κόλπους τους σχεδόν όλες εκείνες τις περιπτώσεις όπου οι αγώνες ενάντια στην παγκοσμιοποίηση είναι πιο ανεπτυγμένοι, μαζικοί και δυναμικοί δεν σημαίνει διόλου πως μπορούμε να τις ταυτίσουμε με το σύνολο του κινήματος.

Ιδιαίτερα στην Ευρώπη μπορούμε να διακρίνουμε εξ’ ίσου ισχυρές τάσεις που δεν συμπίπτουν με τη φιλοσοφία, τη στρατηγική και την τακτική της «επανατοπικοποίησης». Είναι εκείνες που θέτουν το αίτημα της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης» στην μεταρρυθμιστική του ή στην επαναστατική του εκδοχή και μπορούμε να τις συναντήσουμε γύρω από τα Ευρωπαϊκά Κοινωνικά Φόρουμ. Η μεταρρυθμιστική εκδοχή της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης πρεσβεύει την αναγκαιότητα ενός νέου «κοινωνικού συμβολαίου» ανάμεσα στους λαούς και τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, που θα προστατεύει τους πρώτους από τις βουλημικές διαθέσεις της δεύτερης, θα ανακατανέμει περισσότερο δίκαια τον πλούτο που παράγει αλλά και θα μεταφέρει τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων από τους υπερεθνικούς οικονομικούς οργανισμούς σε παγκόσμιους δημοκρατικούς θεσμούς. Αυτή η εκδοχή της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης» φέρει τη σφραγίδα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και διέπεται από τις κομφορμιστικές τάσεις που χαρακτηρίζουν την τελευταία ως προς το κυρίαρχο μοντέλο. Μέσα στα πλαίσια αυτής της λογικής το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση υποβαθμίζεται στο ρόλο μιας παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών, όπου θα κυριαρχούν οι συναινετικές διαδικασίες των μη-κυβερνητικών οργανώσεων και όχι οι ανταγωνιστικές, ριζοσπαστικές διεργασίες των κοινωνικών κινημάτων. Γι’ αυτό εξ’ άλλου αποτελεί μια κεντρομόλο δύναμη ως προς την παγκοσμιοποίηση που καθιστά –στην περίπτωση που επιβληθεί στο κίνημα– άμεσο τον κίνδυνο της ενσωμάτωσής του στο κυρίαρχο μοντέλο.

Η επαναστατική εκδοχή της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης συνεχίζει στα βήματα της ισχυρής τροτσκιστικής παράδοσης του ευρωπαϊκού κινήματος και πατάει επάνω στην νομοτελειακή εξελικτική διαδικασία που καθόρισε ο Μάρξ για την έλευση του κομμουνισμού, όπου η παγκόσμια κομμουνιστική επανάσταση θα διαδεχθεί την παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η «εναλλακτική παγκοσμιοποίηση» δεν θα είναι τίποτα άλλο από τον «παγκόσμιο σοσιαλισμό» που θα τερματίσει την κυριαρχία των πολυεθνικών και θα αντικαταστήσει τη δικτατορία του κέρδους από το βασίλειο της ανθρώπινης ελευθερίας. Αξίζει να πούμε ότι, αυτή η τάση είναι και η πιο φτωχή σε θετικές εναλλακτικές προτάσεις μιας και, η γενικότερη κρίση του σοσιαλιστικού προτάγματος από την δεκαετία του 1990 κι ύστερα δεν την αφήνουν να γίνει πιο σαφής στις περισσότερες πτυχές του προγραμματικού της λόγου.

Η ιδιαίτερη απήχηση που έχουν οι τάσεις τις «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης» δεν θα πρέπει να αποδοθούν μόνο στο ιδιαίτερο βάρος της σοσιαλδημοκρατικής και της αριστερίστικης ευρωπαϊκής παράδοσης που –όντως– επιδρά ακόμα αποφασιστικά στον τρόπο που αντιλαμβάνεται την πολιτική το Ευρωπαϊκό κίνημα. Αναμφίβολα, οι παραδόσεις αυτές θα ατροφούσαν εάν δεν έβρισκαν τις ανάλογες κοινωνικές δυνάμεις που σήμερα τις στηρίζουν, προσδίδοντάς τους διαφορετική κοινωνική σημασία απ’ ότι αυτές είχαν στο παρελθόν.

Θα πρέπει μάλλον να αναζητήσουμε την επιτυχία αυτών των τάσεων στις ιδιαιτερότητες του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος και ιδιαίτερα, στην ανάπτυξη μιας ταξικής κατηγορίας στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών που ευνοούν την ανάπτυξή τους, ίσως γιατί διαβλέπουν εντός τους την καλύτερη δυνατή στρατηγική για την προάσπιση των ιδιαίτερων συμφερόντων τους μέσα στο ασταθές περιβάλλον της παγκόσμιας κρίσης.

Αυτή η κατηγορία απαρτίζεται από τα πλατιά μεσοστρώματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, που είδαν το εισόδημά τους και την καταναλωτική τους δύναμη να αυξάνεται με την προσαρμογή της ευρωπαϊκής οικονομίας στο παγκοσμιοποιητικό μοντέλο. Πρόκειται για μορφωμένους, εξειδικευμένους εργαζόμενους που απασχολούνται κυρίως στις υπηρεσίες και καρπώθηκαν αρκετά οφέλη από την θεαματική ανάπτυξη των τελευταίων κατά τη δεκαετία του 1990. Ο Αντρέι Γκρούμπασιτς[7], προσπάθησε να περιγράψει αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία ως «συνεργαζόμενη τάξη» τονίζοντας τη σημαντική τους θέση στην σύγχρονη οικονομική μηχανή των υπηρεσιών μέσω του σημαντικού «κεφαλαίου γνώση» που κατέχουν. Πράγματι, πρόκειται για μια ιδιαίτερη κατηγορία διανοουμένων που έχουν αξιοποιήσει την αναβάθμιση της γνώσης στην οικονομική δραστηριότητα που επέφερε η έλευση της «οικονομίας της πληροφορίας».

Βέβαια, η άνθιση των υπηρεσιών ταυτίστηκε με την προσαρμογή τους στο νεοφιλελεύθερο δόγμα και κατά συνέπεια εγκαινίασε νέες ελαστικές, ευέλικτες αλλά και ανασφαλείς εργασιακές σχέσεις που δεν κατοχυρώνουν τα εργασιακά δικαιώματα και ακροβατούν ανάμεσα στον καλό μισθό και την αβεβαιότητα για το μέλλον. Τα στρώματα αυτά «πλήρωσαν» την άνοδο του εισοδήματός τους με την ένταξή τους στην «κοινωνία του ρίσκου», της αστάθειας και της αβεβαιότητας του νέου οικονομικού περιβάλλοντος. Το γεγονός αυτό, κατέστησε ένα μεγάλο κομμάτι των στρωμάτων αυτών απ’ τη μια κριτικό απέναντι στο κυρίαρχο οικονομικό και πολιτικό μοντέλο και απ’ την άλλη δεκτικό σε διαρθρωτικές αλλαγές που να εξασφαλίζουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους. Φυσικά, όσο το σκηνικό της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης εντείνεται, η ανασφάλεια μεγαλώνει και τροφοδοτεί όλο και πιο ριζοσπαστικά αιτήματα, δίχως όμως αυτά να χάνουν την καθοριστική τους φύση, να ξεφύγουν δηλαδή από τη διελκυστίνδα της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης».

Πάντως αμφότερες οι εκδοχές έχουν αναπτύξει μέσα από τη δράση τους κοινά χαρακτηριστικά, που απορρέουν τόσο από την κοινωνική τους σύνθεση όσο και από τα πολιτικά τους προγράμματα. Μερικά από αυτά είναι ο συγκεντρωτισμός, η ανάπτυξη γραφειοκρατικών τάσεων μέσα στο κίνημα –είτε μέσα από τα φόρουμ είτε μέσα από τις διάφορες διεθνείς των Μ.Κ.Ο– αλλά και η μερική αποδοχή ορισμένων πτυχών της παγκοσμιοποίησης είτε λόγω του αδιαμφισβήτητης «κοινωνικής προόδου» που κατά την μεταρρυθμιστική εκδοχή αυτές συντελούν, είτε επειδή – για την επαναστατική εκδοχή– αυτές είναι που διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για την έλευση της «παγκόσμιας επανάστασης».

Τα χαρακτηριστικά όμως αυτά στοιχειοθετούν και τα όρια των προσπαθειών αυτών των τάσεων, ενώ ταυτόχρονα ενσαρκώνουν και νέους, ορατούς κινδύνους για το κίνημα. Η γραφειοκρατικοποίηση του κινήματος, φυσική τάση όσων διανοούμενων στρωμάτων συμμετέχουν σ’ αυτό, ζωντανεύει τον κίνδυνο της ανάπτυξης μιας νέας ιντελιγκέντσιας, η οποία θα διεκδικήσει εκ νέου το μονοπώλιο στη στοχοθεσία, τους προσανατολισμούς και τον προγραμματικό του λόγο, εκτρέποντάς το εν τέλει σε μια νέα «διεθνή» που θα ετεροκαθορίζει τις προσπάθειες των λαών να απαλλαγούν από την παγκοσμιοποίηση. Ταυτόχρονα, η αντιφατικότητα με την οποία αντιμετωπίζουν την κυρίαρχο μοντέλο, η αδυναμία τους να κοιτάξουν έξω από τον ορίζοντα που θέτει, ενισχύουν –συνειδητά ή ασυνείδητα– τις κομφορμιστικές τάσεις μέσα στο κίνημα, τείνοντας να το εκτρέψουν στην κατάσταση μιας «εσωτερικής» αντιπολίτευσης ακυρώνοντας την ανταγωνιστικότητά του.

Έτσι, σύμφωνα με τις δυο, διακριτές στρατηγικές που υφίστανται μέσα στο κίνημα, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε και δυο ασύμπτωτες τάσεις, αυτή της «επανατοπικοποίησης» που πιέζει για δομικές αλλαγές, κινούμενη προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν των δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης και αυτή της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης» που –αν μη τι άλλο– θέτει τον ορίζοντα της πάλης της εντός του πεδίου που κατασκεύασε η ίδια η παγκοσμιοποίηση. Το γεγονός ότι, η πρώτη τάση είναι κυρίαρχη στον Τρίτο Κόσμο, ενώ οι δεύτερη συναντά τους περισσότερους θαυμαστές της στην ανεπτυγμένη Δύση, επιβεβαιώνει ότι ο τρόπος που οργανώνουν οι δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης τον πλανήτη, διαμορφώνοντας ένα τεράστιο πολιτικό και οικονομικό χάσμα ανάμεσα σε ανεπτυγμένο και υπανάπτυκτο κόσμο, καθορίζει εν τέλει και τα όρια των κινητοποιήσεων του καθένα ενάντια σ’ αυτές. Η πραγματικότητα, δυστυχώς, είναι αμείλικτη στο να οριοθετεί τις προσπάθειες που πραγματοποιεί ο κάθε λαός στις δοσμένες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες για να «σπάσει τις αλυσίδες του» και είναι σαφές πως η Δύση δυσκολεύεται απέναντι στην καταναλωτική εκδοχή τους. Από την άλλη βέβαια, είναι εξ’ ίσου σαφές ότι η «επανατοπικοποίηση» βρίσκεται στην ατζέντα εκείνων που επιδιώκουν να επιχειρήσουν την έξοδο από το παγκόσμιο πεδίο της κυριαρχίας των πολυεθνικών και των αμερικάνων…


[1] Βλέπε George Benello: « Τhe Challenge of Mondragon»

[2] Βλέπε Ben Blackwell: «Η επανάσταση της κατσαρόλας», περιοδικό Άρδην, τεύχος 32 (αναδημοσίευση από το περιοδικό Ecologist)

[3] Βλέπε Ben Blackwell: «Ανάπτυξη μέσα από την ανέχεια», στην ιστοσελίδα του περιοδικού Άρδην www.ardin.gr (αναδημοσίευση από το περιοδικό Ecologist)

[4] Βλέπε Joao Pedro Stedile: «MST meeting with Lula», στην ιστοσελίδα του Znet

[5] Βλέπε «Πόρτο Αλέγκρε, μια αξιοσημείωτη εμπειρία άμεσης δημοκρατίας», στην ιστοσελίδα του περιοδικού Άρδην (www.ardin.gr)

[6] Βλέπε Vantana Shiva: «Monsoοn Risings», συνέντευξη στο περιοδικό New Left Review, τεύχος 21, Μάιος-Ιούνιος 2003

[7] “European Trends” , Michael Albert interviews Andrei Grubacic, ιστοσελίδα znet (www.zmag.org)

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*