Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Χρίστου Δάλκου: Λατ. signum > κουτσοβλ. σέμνου (sémnu) ~ ἀρχ. ἑλλ. σημεῖον: Ἡ παλαιότητα τῆς ρωμανικῆς καί «νεο»ελληνικῆς παραφθορᾶς

Χρίστου Δάλκου: Λατ. signum > κουτσοβλ. σέμνου (sémnu) ~ ἀρχ. ἑλλ. σημεῖον: Ἡ παλαιότητα τῆς ρωμανικῆς καί «νεο»ελληνικῆς παραφθορᾶς

Στό Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Κουτσοβλαχικῆς γλώσσης τοῦ Κωνσταντίνου Νικολαΐδου (ἐν Ἀθήναις, 1909), καταγράφεται καί ὁ τύπος σέμνου / sémnu (= σημεῖον, σημάδι), ὁ ὁποῖος προέρχεται «ἐκ τοῦ λατ. signum = σημεῖον». Γιά τήν ἰδιάζουσα τροπή «τοῦ gn εἰς μν», ὁ Νικολαΐδης, στό λῆμμα κουμνάτου, παρατηρεῖ: «κουμνάτου, οὐσ. ἀρσ., κουμνάτă θηλ. (kumnátu, -tă) = συγγενὴς ἐξ ἐπιγαμίας, κοιν. κονιάδος. Ἐκ τοῦ λατ. cognatus. Τὸ gn τρέπεται εἰς μν, ὡς: σέμνου = σημεῖον ἐκ τοῦ signum, λέμνου = ξύλον ἐκ τοῦ lignum· ἰτ. cogniato, ἱσπ. cunado, πορτ. cunhado, ἀλβ. kunat· ῥουμ. cumnat.».

Ἐκεῖνο πού ἐν πρώτοις κάνει ἐντύπωση, στήν περίπτωση τοῦ σέμνου, εἶναι ὅτι τό προερχόμενο ἐκ τοῦ  g μ μοιάζει νά ἀντιστοιχῇ πρός τό ἤδη ἀρχαιοελληνικό –μ- τοῦ σημεῖον, ὑποβάλλοντας τήν ἐντύπωση  ὅτι τό σημεῖον, ν.ἑ. σημεῖο, σημάδι (πρβλ. καί πληθ. οὐσ. σημνειά τά, ἐπίθ. σημνειακός, μτχ. σημνειουμένους) προῆλθε ἐκ τοῦ signum μέ ἰδιάζουσες φωνητικές μεταβολές πού μόνο ἡ κουτσοβλαχική φαίνεται νά μνημειώνῃ. Ἡ ἐμφάνιση τοῦ φαινομένου τόσο στό ρουμανικό cumnat, ὅσο καί στό λατ. lignum > κουτσοβλ. lémnu, ρουμ. lemn δείχνει ὅτι ἡ παράδοξη αὐτή φωνητική ἐξέλιξη ἔχει ἐπισυμβῆ περισσότερο ἀπό μιά φορά σέ δύο τοὐλάχιστον ρωμανικές γλῶσσες, ἐνῷ παραμένει ἐκκρεμής ἡ πιθανότητα νά ἔχῃ λάβει χώραν, στήν περίπτωση τῶν σημεῖον, σημάδι κ.λπ., καί στήν ἀρχαία (καί νέα) ἑλληνική.

Γνωρίζουμε, βέβαια, ὅτι ὁ πεπεισμένος γιά τήν τελική καί ἀποκλειστική ἀναγωγή ὅλων τῶν στοιχείων τόσο τῆς ρουμανικῆς ὅσο καί τῆς ἀρωμουνικῆς (κουτσοβλάχικης) στήν λατινική θά καγχάσῃ, ἀποκλείοντας τό ἐνδεχόμενο ἡ ἐξέλιξη αὐτή, ἀφοῦ βρίσκει τό ἀντίστοιχό της στό ἀ.ἑ. σημεῖον, νά εἶναι ἀρκούντως παλαιά καί ἑπομένως νά μεταθέτῃ τήν ἀφετηρία τῆς νεώτερης θεωρούμενης ρωμανικῆς παραφθορᾶς μερικές χιλιετίες πιό πίσω. Ὅμως, ἀνεξαρτήτως καγχασμῶν, τό πρόβλημα ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχῃ καί δέν τό ξορκίζουν οἱ ὅποιες, ἔστω καί κραυγαλέες, ἐνστάσεις.

Δέν εἶναι ἄλλωστε ἡ πρώτη φορά πού τίθεται τό ζήτημα τῆς παλαιότητας στοιχείων τῆς ἀρωμουνικῆς / κουτσοβλαχικῆς. Ὁ Γ. Χατζιδάκις, ὁ ὁποῖος δέν μπορεῖ νά κατηγορηθῇ γιά ἐτυμολογικές ἀκρότητες, στό σημείωμά του «Ἀρχαῖαι ἑλληνικαὶ λέξεις ἐν τῇ γλώσσῃ τῶν Κουτσοβλάχων» (Ἀθηνᾶ, τ. ΚΑ΄, σ. 384) παρατηρεῖ: «Διεξελθὼν τὸ ἀξιόλογον Ἐτυμολογικὸν λεξικὸν τῆς Κουτσοβλαχικῆς γλώσσης τοῦ κ. Κων. Νικολαΐδου ἀπήντησα πολλὰς ἑλληνικὰς λέξεις, ὅπερ φυσικὸν φαίνεται παντὶ ἐνθυμουμένῳ, ὅτι ἐπὶ μήκιστον μὲν συνοικοῦσιν ἡμῖν, ὑποδεέστεροι δ᾿ ἡμῶν ἐν τοῖς τοῦ πολιτισμοῦ τυγχάνουσιν ὄντες οἱ ταύτην τὴν γλῶσσαν λαλοῦντες. Ἐκεῖνο δὲ ὅπερ παράδοξον καὶ δὴ σημειώσεως ἄξιον μοι ἐφάνη εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἀπήντησα τοιαύτας λέξεις, αἵτινες ἐν τῇ συνήθει παρ᾿ ἡμῖν γλώσσῃ, ὅσον γνωρίζω, ἀγνοοῦνται, καὶ αἵτινες τούτου ἕνεκα κατ᾿ ἀνάγκην παρελήφθησαν ἐν παλαιοῖς χρόνοις. Γεύματος χάριν ἀναγράφω τινὰς τούτων, ἄρουμα = ἄρωμα· βασκανίε = βασκανία· γάρου = γάρος, ἤτοι τὸ ἁλμυρὸν ὕδωρ τὸ χρήσιμον πρὸς ταρίχευσιν ἰχθύων· γάγγραινα· γίγαντου = γίγας· γογγυσμό = γογγυσμός· δικέλλε = δικέλλιον δίκελλα· ζέσι = ζέσις, ἐπὶ τοῦ πόθου· ζήλου = ζῆλος· καρκίνου = καρκίνος, ἐπὶ τῆς νόσου· κίσσα (ἡ συνήθης καρακάξα λεγομένη)· νήπιου = νήπιον· προπίδα = περιπόδια· πυτιάο = πυτία· σκουρδάμα = σκορ(ο)δάλμη· τάλαρου = τάλαρος· φιάλα.»

Ἡ ἀναγωγή ἀπό τόν Χατζιδάκι στοιχείων τῆς κουτσοβλαχικῆς στήν ἀρχαία ἑλληνική ἀποτελεῖ μιά ἔνδειξη γιά τό ἀπώτερο χρονικό βάθος στό ὁποῖο ἐξικνεῖται ἡ ἀρωμουνική -ἤ κάποια, ἔστω, στοιχεῖα της-, ἀλλά δέν λύνει τό πρόβλημα τῆς σχέσης τῶν signum – σέμνου, ἀπ᾿ τήν στιγμή πού ἡ ἐγγύτητα τοῦ κουτσοβλαχικοῦ τύπου πρός τόν λατινικό ἀποκλείει τήν πιθανότητα τό μ τοῦ σέμνου νά παρελήφθη  ἔστω «ἐν παλαιοῖς χρόνοις» ἀπό τήν ἑλληνική, ἀλλά ἀποτελεῖ ἐξέλιξη χαρακτηρίζουσα καί προσιδιάζουσα στήν ρωμανική αὐτή γλῶσσα (πρβλ. καί λατ. lignum > ρουμ. lemn). Παρακάμπτοντας, ἑπομένως, ἔστω καί προσωρινά, τό ἀκανθῶδες πρόβλημα, ἄς ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας στήν (ὑποθετική) πορεία τῶν φωνητικῶν ἐξελίξεων πού ἔκαναν δυνατή τήν παράδοξη τροπή gn > μν.

Ἡ πεῖρα μας ἀπό παρόμοιες ἐξελίξεις στήν νέα ἑλληνική τοῦ τύπου guarda – βάρδα / guardolo – βάρδουλο κ.λπ. ὑποβάλλει τήν ἐντύπωση ὅτι μέ ἀποκλειστοποίηση g > γ καί περαιτέρω τροπή γ > β > μ  καταλήξαμε ἐκ τοῦ gn στό μν.

Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει καί ἡ σύγκριση τῶν λατ. agnus (= ἀρνί) – ἀ.ἑ. ἀμνός γιά τό ὁποῖο τό Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης τῶν Liddell – Scott – Κωνσταντινίδου μᾶς πληροφορεῖ: «Ὁ Κούρτιος ὑπολαμβάνει ὅτι τὸ μ ἐν τῷ ἀμνὸς παριστάνει τὸ F ἐν τῷ ὄϊς (ὄFις), Λατ. ovis, Σανσκρ. avis, ἀλλ᾿ ἀμφιβάλλει ἂν ἡ Λατ. λέξ. agnus παρήχθη ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης). Ὑπό τό φῶς τῶν παρόμοιων φωνητικῶν ἐξελίξεων στά signum – σέμνου – σημεῖον κ.λπ. ὀφείλουμε νά ἀντιμετωπίσουμε κριτικά τήν ἄποψη τοῦ Κουρτίου, ὁ ὁποῖος, πάντως, μέ τήν συσχέτιση τοῦ μ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀμνός πρός τό F, προσεπικυρώνει τήν ὑπόθεση γιά προέλευση τοῦ ἀμνός ἀπό ἀμάρτυρο *ἀFνός (πρβλ. *σεβνός > σεμνός). Ὅτι ἡ πορεία φωνητικῆς ἐξέλιξης γν > βν > μν εἶναι δυνατόν νά ἔχῃ λάβει χώραν, ἀποδεικνύεται ἀπό νεοελληνικούς τύπους τοῦ ρήματος γνέθω – νέθω ὅπως βνέσω Ἀπουλ. (Καλημ.) μνέσω Ἀπουλ. μνέτω Ἀπουλ. Καί εἶναι βέβαια γνωστό ὅτι ἡ ἀκαδημαϊκή γλωσσολογία, ἐπιμένοντας γιά πολλοστή φορά νά μήν πιστεύῃ στά μάτια της, θεωρεῖ τό νεοελληνικό γ τοῦ γνέθω, «προθετικό», μή ὀργανικό στοιχεῖο τῆς παλαιᾶς ρίζας, παρ᾿ ὅλο πού κάνει τήν ἐμφάνισή του καί στό γερμ. knütten (= πλέκω, γνέθω).

Ὁ ἀπροκατάληπτος ἀναγνώστης θά συμφωνήσῃ, πιστεύω, ὅτι εἶναι ἐπιεικῶς ἀξιοθρήνητη ἡ ἄποψη τοῦ Φιλήντα ὅτι τό «προθετικό» γ τοῦ γνέθω προέρχεται ἀπό τήν φρ. τὸν – νέθω > τογνέθω, μέ «κάποια ἀνομοίωση διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀνομοίωση τῶ διπλῶνε συμφώνων, ποὺ στὴν προφορὰ τῆς κοινῆς ξεπέφτει πάντα τὸ ἕνα ἀπ᾿ τὰ δυό…» (Γλωσσογνωσία καὶ Γλωσσογραφία (ἑλληνικὴ), τ. Α΄, σ. 20).

Οἱ ἀνοησίες αὐτές λέγονται γιατί ἡ νεογραμματικῶν κατευθύνσεων γλωσσολογική ἐπιστήμη δέν εἶναι διατεθειμένη νά παραδεχθῇ ὅτι ἡ νέα ἑλληνική μπορεῖ νά συντηρῇ – καί μάλιστα σέ ὅλη σχεδόν τήν «ἐπικράτειά» της – πρωτοελληνικά στοιχεῖα, γιατί ἀκολουθεῖ τήν σχηματική δυτικοευρωπαϊκή ἀντίληψη γιά τήν ἐξέλιξη, τήν ὁποία οἱ γερμανοί εἰσηγητές της φαντάζονται περίπου ὡς ὁδοστρωτῆρα. Κι ἄς τούς διαψεύδῃ ἔμπρακτα τό γεγονός ὅτι τό θά δέν ἐξαφάνισε τό θέλω νά, τό ρέ δέν ἐξαφάνισε τό βρέ ἤ τό μωρέ, τό μεσημβριάζω δέν ἐξαφάνισε τό μεσημεριάζω, τό τσουλῶ δέν ἐξαφάνισε τό κυλῶ, τό κουτσοχέρης δέν ἐξαφάνισε τό κοψοχέρης κ.λπ.

Προκειμένου περί τοῦ γνέθω, κατωιταλιωτικοί τύποι πού συνυπάρχουν μέ τά βνέσω, μνέσω, μνέτω, ὅπως ν-νέθω, ἰν-νέτω, ν-νέσω, ν-νέσουλα (= ἀράχνη), ν-νέσουddα δείχνουν ὅτι ἡ πορεία τῆς φωνητικῆς ἐξέλιξης δέν ἦταν αὐτή πού ὑποθέτει ὁ Φιλήντας (ν-ν >  γν) ἀλλά ἡ ἐντελῶς ἀντίστροφη (γν > ν-ν > ν), ὅπως ὑποδεικνύει καί τό ἀγγλ. knit (= γνέθω, προφ. νίτ). Πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι καί τό ἀρχαῖο κνήθω (= ξύνω) εἶναι πιθανώτατα πρωτογενής τύπος τοῦ νήθω, τοῦ ὁποίου κατά συνέπειαν ἡ πρωταρχική σημασία θά ἦταν «ξύνω τά δέρματα καί φτειάχνω τουλοῦπες μαλλιοῦ», «ξένω μαλλί».

Γιά νά ἐπανέλθουμε στήν ἐπίμαχη φωνητική ἐξέλιξη γν > μν, ὑπάρχουν ἐπίσης περιπτώσεις ὅπου φαίνεται σάν νά ἔχῃ λάβει χώραν ἕνα εἶδος ἀντίστροφης ἐξέλιξης, δηλ. πορεία ἐκ τοῦ συμπλέγματος μν στό σύμπλεγμα γν. Αὐτό συμβαίνει μέ τό ἀ.ἑ. ράμνος (= εἶδος ἀκανθώδους θάμνου) πού ἀπαντᾷ στήν Λαμία ὑπό τόν τύπο ράγνο καί στήν Κύπρο ὑπό τόν τύπο ἄραγνος.

Ἀκόμα πιό παράδοξες εἶναι οἱ φωνητικές ἐξελίξεις πού παρουσιάζει ἡ λέξη μνῆμα, μέ τύπους ὅπως βνῆμα, παράβνημα, γνῆμα, bνῆμα, πνῆμα, Πληθ. ἀφνήματα, μῆμα, νῆμα. Ἀνεξαρτήτως τοῦ τί προηγεῖται καί τί ἕπεται, εἶναι προφανές ὅτι στό ἐσωτερικό τῆς ἑλληνικῆς ἔχει λάβει χώραν ἡ φωνητική ἐξέλιξη μν ~ βν ~ γν ~ bν ~ πν ~ φν.

Καί τό πράγμα γίνεται  ἀκόμα πιό ἐντυπωσιακό στήν περίπτωση τοῦ ν.ἑ. μνημούρι (= μνῆμα, τάφος) πού παρουσιάζει μιά τεράστια φωνητική ποικιλία: μνημούρι, μουν᾿μόρ᾿, μν᾿μούν΄᾿, μενόρι, μηρμόριν, μουρμούριν, μορμόρι, μορμόδ᾿, μερμόρ᾿, μεμόρ᾿, μλημούριν, πνημούριν, ννημόρι, νημόρ᾿, γνημόρι, γλημόρι, λημούρι, λημόρι, λεμόρ᾿, λ΄᾿μόρ᾿, ἀλημόρι, ἀλ΄μόρ᾿.

Ἐκεῖνο μάλιστα πού κάνει ἰδιαίτερη ἐντύπωση εἶναι ἡ σύμπτωση τῆς σημασίας τoῦ λατινικοῦ Lemures (= φαντάσματα τῶν νεκρῶν), Lemuria (= ἑορτή ἐξευμενισμοῦ καί ἀποπομπῆς τῶν νεκρῶν) μέ τήν παρεμφερῆ τοῦ νεοελληνικοῦ λημόρι / λημούρι (= μνημούρι, κατοικία τῶν νεκρῶν). Σχετικά μέ τά Lemuria τό Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Μυθολογίας τοῦ Pierre Grimal μᾶς πληροφορεῖ: «Τη γιορτή αυτή τη γιόρταζαν το βράδυ· ξυπόλυτος ο πατέρας της οικογένειας του σπιτιού έβγαινε έξω από το σπίτι, έπλενε τα χέρια σε πηγαίο νερό και με το κεφάλι στραμμένο έριχνε μέσα στη νύχτα φασόλια (ή κουκιά) λέγοντας: “Με τα κουκιά αυτά εξαγοράζομαι εγώ και οι δικοί μου”. Εννιά φορές έλεγε τη φράση αυτή, χωρίς να γυρίσει πίσω το κεφάλι, ενώ οι Lemures, όπως πίστευαν, μάζευαν τους κόκκους. Έπειτα, αφού ξέπλενε για μια φορά ακόμη τα χέρια του, χτυποῦσε πάνω σε χαλκό φωνάζοντας: “Σκιές των προγόνων μου, φύγετε”. Τότε μπορούσε πια να κοιτάξει πίσω· οι Lemures ικανοποιημένοι είχαν φύγει για ένα χρόνο.

Σχετικά με την καταγωγή του ονόματος Lemuria ο Οβίδιος διηγείται ότι η γιορτή αυτή πρώτα ονομαζόταν Remuria και ότι γιορτάζονταν, για να τιμήσουν την ψυχή του Ρέμου που τον σκότωσε ο Ρωμύλος. Προφανώς όμως η εκδοχή αυτή βασίζεται σε ετυμολογικό λογοπαίγνιο.»

 Καί ἡ μέν ἐκδοχή τοῦ Ὀβιδίου μπορεῖ νά χαρακτηρίζεται λογοπαίγνιο, ὅμως ἡ σύμπτωση τῆς σημασίας τοῦ ν.ἑ. λημούρι μέ τό λατ. Lemuria δέν εἶναι εὔκολο νά παρακαμφθῇ. Τήν στιγμή μάλιστα πού τό καππαδοκικό μνημορᾶτος (= νεκρός) καί περισσότερο ἀκόμα τά βιθυνιακά λημουρούδια (= ψωμάκια στρογγυλά μέ σφραγίδα πού τά μοίραζαν τό Μεγάλο Σάββατο στά λημόρια) μοιάζουν νά παραπέμπουν στόν πυρῆνα τῆς παμπάλαιας τελετουργίας πού ἦταν ἡ προσφορά μειλιγμάτων στούς νεκρούς. Πρᾶγμα πού θά μποροῦσε νά σημαίνῃ ὅτι ὁ «νεο»ελληνικός τύπος εἶναι παλαιότατος.

Καί θά μποροῦσε βέβαια νά ὑποστηριχθῇ -σέ περίπτωση πού ἡ ὁμοιότητα δέν θεωροῦνταν τυχαία- ὅτι ὑπῆρξε ἐπίδραση τοῦ λατινικοῦ τύπου στά ἑλληνικά μνῆμα, μνημεῖον, καί πάλι ὅμως κάτι τέτοιο δέν ἑρμηνεύει ἱκανοποιητικά τήν παρουσία τοῦ χαρακτηριστικοῦ τῆς γραικικῆς ἐπιθήματος –ούρι ὄχι μόνο στό λημούρι, ὅπου θά ἦταν ἀναμενόμενο, ἀλλά καί στό μνημούρι. Ἡ ἑλληνική γλωσσολογική ἐπιστήμη ἑρμήνευσε τόν τύπο μνημούρι εἴτε ὡς καρπό συμφυρμοῦ τοῦ λατ. memorium μέ τό μνῆμα εἴτε ἐξ ὁλοκλήρου ἐκ τοῦ memorium μέ παρετυμολογική ἐπίδραση τοῦ οὐσ. μνῆμα, ἐνῷ τό ἀρκτικό γ στούς τύπους γλημόρι, γνῆμα (πού, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δέν κάνει τήν ἐμφάνισή του στά λατ. Lemures, Lemuria), τό ἀπέδωσε ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ σέ ἀνομοίωση, ὅπως ἄλλωστε καί τό λ τοῦ γλημόρι. Πάντως, αὐτό τό ἀρκτικό γ στό γλημόρι, εἴτε θεωρηθῇ ὅτι προέκυψε ἐκ τοῦ ἀρκτικοῦ μ τοῦ μνημόρι, μνημούρι -ὅπως θά ὑποστήριζε ἡ ἀκαδημαϊκή γλωσσολογία- εἴτε ἀποτελεῖ ἀπολιθωματικό στοιχεῖο τῆς νέας ἑλληνικῆς ἀπ᾿ τό ὁποῖο προῆλθε -κατά τό πρότυπο τοῦ λατινικοῦ signum > κουτσοβλαχικοῦ σέμνου- τό μ τοῦ μνημούρι, καί στίς δύο περιπτώσεις ἀποτελεῖ ὀργανικό στοιχεῖο τῆς ρίζας καί ὄχι ἐπείσακτο, καί δείχνει ὅτι ἡ ἐξέλιξη γ~μ ἔλαβε πράγματι χώραν στό ἐσωτερικό τῆς νέας ἑλληνικῆς.

Βρισκόμαστε ἐδῶ σ᾿ ἕνα κομβικό σημεῖο, μπροστά στό ἐνδεχόμενο νά κάνουμε ἕνα ἰδιαίτερα τολμηρό βῆμα, δηλαδή νά ἀποδεχθοῦμε τήν λογική τῶν πραγμάτων πού ὑποβάλλουν τήν ἐντύπωση –γιά νά μήν πῶ βοοῦν- ὅτι ἡ φωνητική ἐξέλιξη gν ~ μν στά signum ~ σέμνου / σημεῖον | agnus ~ ἀμνός εἶναι παλαιότατη καί ἑπομένως εἶναι πολύ πιθανό κάτι τέτοιο νά ἐπισυνέβη καί στήν περίπτωση τῶν γλημόρι ~ γνημόρι ~ *βνημόρι ~ μνημόρι. Αὐτό ὅμως θά σήμαινε ὅτι συνολικά ἡ νεώτερη θεωρούμενη παραφθορά τῶν ρωμανικῶν γλωσσῶν ἐνδέχεται νά ἀνάγεται σέ ἀπροσμέτρητα βάθη χρόνου, ὅταν, κατά λογική συνέπεια, ἐπικρατοῦσε μιά φωνητική ρευστότητα ἀδιανόητη γιά τίς κατοπινές φάσεις –πόσῳ μᾶλλον τήν σημερινή- ἐξέλιξης τῆς γλώσσας.

Ἐπί πλέον θά σήμαινε ὅτι ἡ καταχρηστικῶς ὀνομαζομένη «νεοελληνική», τῷ ὄντι δέ γραικική γλῶσσα, συντηρεῖ, σέ ὡρισμένες τοὐλάχιστον περιπτώσεις, παλαιότερες μνῆμες ἀπό αὐτές τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, καί εἶναι σέ θέση, ἐν συνδυασμῷ πάντα πρός τήν ἀρχαία, νά μᾶς ἀναγάγῃ στίς πρῶτες ρίζες τῆς γλωσσικῆς ὀντογένεσης.

Δέν ξέρω ἄν γίνωνται κατανοητές οἱ συνέπειες μιᾶς τέτοιας ἀνατροπῆς τοῦ σχήματος τῆς γραμμικῆς ἐξέλιξης στήν γλῶσσα, πού ἔχει ἐπιβάλει ἀπό τό τέλος τοῦ 19ου αἰῶνα στίς ἱστορικοσυγκριτικές γλωσσολογικές σπουδές ἡ μηχανιστική γερμανική σκέψη. Γιά ὅσους ἀρνοῦνται νά λάβουν ὑπ᾿ ὄψει τους τά δεδομένα τῆς γλωσσικῆς ἐμπειρίας, δέσμιοι προκρούστειων σχημάτων, σημειώνω ὅτι ἀποδοχή τῆς παλαιότητας τῆς «ρωμανικῆς» παραφθορᾶς σημαίνει ὅτι ἡ ὁμοιότητα τοῦ ἱσπανικοῦ hijo (= γιός, προφ. ίχο) πρός τό ν.ἑ. ὑγιός, ἀ.ἑ. υἱός ἐνδέχεται νά σημαίνῃ ὅτι ἡ φωνητική ἐξέλιξη l > j πού ὑπόκειται τοῦ λατινικοῦ filius (= γιός), ἱσπανικοῦ hijo, ρουμανικοῦ fiu γαλλικοῦ fille (= θυγατέρα, προφ. φίγ΄) κ.λπ. εἶναι ἐπίσης παλαιότατη καί ἔχει ἤδη ἐπισυμβῆ στήν ἀρχαία ἑλληνική. Πρός τήν ἴδια κατεύθυνση μᾶς προσανατολίζει ἡ σύγκριση τῶν ἀ.ἑ. φάλαγξ (= ἀράχνη) – ν.ἑ. σφάλαγγας, πάλιαγγας, πάγιαγγας, πάϊγγας, πάγγους, σπάγγους, βουλγ. паяак, πομ. pajek, ρωσσ. паýк, ρουμ. păianjen, κουτσοβλ. pángu κ.λπ. (βλ. καί Χ. Δάλκος, Ἡ παλαιότητα τῆς νέας ἑλληνικῆς, σ. 52-54).

Ἡ συνειδητοποίηση καί πιστοποίηση τῆς παλαιότητας τῆς ρωμανικῆς «παραφθορᾶς» δείχνει ὅτι στήν ρίζα τῆς γλωσσικῆς ὀντογένεσης ὑπάρχει μιά εὐρεῖα πολυδιάσπαση καί φωνητική ποικιλία ἡ ὁποία συνήθως ἀποσιωπᾶται, παρακάμπτεται ἤ ἀποδίδεται σέ ἕνα «μή ἰνδοευρωπαϊκό» ὑπόστρωμα. Εἶναι καιρός οἱ εὐρωπαϊκοί λαοί, καί πρῶτα πρῶτα οἱ ρωμανικοί (Ἑλληνες, Ἀλβανοί, Ρουμάνοι, Ἰταλοί, Ἱσπανοί, Γάλλοι, Πορτογάλλοι κ.ἄ.) νά προωθήσουν ἀκόμα περισσότερο τήν ὑπόθεση τῆς αὐτοσυνειδησίας τους, ἀναδεικνύοντας τίς κοινές πολιτισμικές τους ρίζες καί καταλύοντας τήν πνευματική ἡγεμονία ὅσων γυρεύουν εἴτε νά ἰσοπεδώσουν τίς ἐθνικές / πολιτισμικές ἰδιοπροσωπίες εἴτε νά τίς συμπιέσουν στά προκατασκευασμένα μέτρα τοῦ μηχανιστικοῦ τους μοιρογνωμονίου.

 

Ένα Σχόλιο

  1. Πολύ ενδιαφέρον άρθρο όπως και τα άλλα γλωσσολογικά – ετυμολογικά άρθρα του συγγραφέα.
    Αν μπορεί ο κ.Δάλκος, θα ήθελα να μας διευκρινίσει γιατί στους ρωμανικούς λαούς περιλαμβάνει τους Έλληνες.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*