Θέατρο, Ρήξη φ. 92

Η ανανέωση της παράδοσης ως επιλογή

Η Γκόλφω, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου

f18a51da2eab88f03171e96c824a308c_XL

του Κώστα Σαμάντη από τη Ρήξη φ. 92

«Δε βόσκει κανείς ατιμώρητος στα λιβάδια της άρχουσας τάξης, δεν σπουδάζει ατιμώρητος στα πανεπιστήμιά της, δεν χρησιμοποιεί ατιμώρητος τις επιστήμες της. Σχεδόν ανεπαίσθητα, καταπίνει το δηλητήριό της, παραλύει…» Καρίν Στρουκ, Ταξική Αγάπη (Εκδ. Επίκουρος)

Στο τέλος του 19ου αιώνα – αρχές του 20ού, η βαθμιαία αστικοποίηση έχει ξεκινήσει. Όσο όμως αυξάνεται ο πληθυσμός της Αθήνας, άλλο τόσο ζωντανές παραμένουν οι αγροτικές μνήμες των κατοίκων της. Η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί εύκολα και σε μία νύκτα να διαγράψει από τη μνήμη της τον φυσικό της τόπο, δηλ. την ύπαιθρο. Έτσι, η αστική νοσταλγία της περιόδου βρίσκει διέξοδο σε αναπαραστάσεις της βουκολικής ζωής όσο και σε ρομαντικά δραματικά ειδύλλια που παρουσιάζονται τη συγκεκριμένη περίοδο. Τα έργα αυτής της περιόδου περιγράφουν ερωτικά πάθη ή ηρωικά κατορθώματα, η δε δράση εξελίσσεται στην ύπαιθρο. Το ιστορικό πλαίσιο, το οποίο καθορίζεται από την ήττα του ελληνοτουρκικού πολέμου, το 1897, την ατμόσφαιρα του μακεδονικού αγώνα αλλά και τους νικηφόρους-απελευθερωτικούς βαλκανικούς πολέμους, είναι ιδανικό για την ανάπτυξη των ηρωικών-πατριωτικών δραμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη περίοδος του ερασιτεχνικού και επαρχιακού θεάτρου αλλά και των περιφερόμενων θιάσων, τα οποία γνωρίζουμε ως μπουλούκια, ταυτίζεται με την ακμή θεατρικών έργων που περιγράφουν δραματικά ειδύλλια ή ηρωικές πράξεις και ο κόσμος τα γνωρίζει ως έργα της «φουστανέλας».
Αυτή ακριβώς την περίοδο, και συγκεκριμένα το 1893, ο Σπυρίδων Περεσιάδης θα υπαγορεύσει (μιας και βρίσκεται υπό ολοκληρωτική σχεδόν τύφλωση) το δραματικό ειδύλλιο «Γκόλφω», το οποίο παρουσιάστηκε την ίδια χρονιά στον τόπο κατοικίας του, την Ακράτα, από ερασιτεχνικό θίασο. Την επόμενη χρονιά θα παρουσιαστεί στην Αθήνα. Θα ευτυχήσει να γίνει η πρώτη γνωστή μεγάλου μήκους ταινία του ελληνικού  κινηματογράφου, το 1915. «Έφτασε σε όλα τα μεγάλα και μικρά κέντρα ελεύθερου και υπόδουλου πολιτισμού. Ελληνικοί θίασοι την έπαιξαν στην Κωνσταντινούπολη, στα ανάκτορα του Γιλδίζ, μπροστά στο σουλτάνο και οι τούρκοι σκούπιζαν τα δάκρυά τους στη συγκλονιστική σκηνή της κατάρας. Μεταφράστηκε στην εβραϊκή γλώσσα και παιζόταν στη Σμύρνη, όπου υπήρχε πλούσιο εβραϊκό στοιχείο. Πέρασε με την ίδια επιτυχία και στην τελευταία ελληνική παροικία του εξωτερικού από την Αμερική ως την Αυστραλία και από τα βάθη της Μικράς Ασίας ως την Αβησσυνία και τη Ν. Αφρική» (από το πρόγραμμα της παράστασης).
Το συγκεκριμένο έργο είναι ίσως το πλέον παιγμένο στη θεατρική ιστορία της χώρας μας. Όχι αδίκως. Για τα επόμενα πενήντα χρόνια θα θεωρηθεί ως το «σωσίβιο των μικρών θιάσων», μιας και αυτό το έργο ήταν εκείνο που εξασφάλιζε θεατές στους περιφερόμενους ανά την περιφέρεια θιάσους, τα μπουλούκια. Σιγά- σιγά και με την πάροδο των χρόνων, η Γκόλφω θα αποτελέσει σημείο αναφοράς όχι μόνο για τη θεατρική πραγματικότητα της χώρας μας, αλλά ακόμα περισσότερο και ένα από τα στοιχεία ταυτότητας που χαρακτήριζαν τον ελληνισμό κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα.
Καθόλου συμπτωματικά, η Γκόλφω θα είναι ο άξονας πάνω στον οποίο θα κτίσει ο Θόδωρος Αγγελόπουλος την κινηματογραφική εποποιία του Θιάσου.
Η υπόθεση αφορά σε ένα βουκολικό ρομαντικό ειδύλλιο σε πέντε πράξεις. Η φτωχή Γκόλφω, μια όμορφη νεαρή βοσκοπούλα, γνωρίζει τον έρωτα στα μάτια ενός παλικαριού της περιοχής, του βοσκού Τάσου. Κι ενώ αυτή αρνείται τις προτάσεις του αρχιτσελιγκόπουλου της περιοχής, Κίτσου, ο Τάσος, αν και αρραβωνιασμένος με τη Γκόλφω, θα ενδώσει στα πιεστικά προξενιά για την κόρη του τσέλιγκα Σταυρούλα και θα αρνηθεί την Γκόλφω. Η νεαρή κοπέλα θα καταραστεί το μελλοντικό ζευγάρι, όμως λίγο πριν το γάμο τους, αν και με χαμένα λογικά, θα άρει την κατάρα. Ο Τάσος, μετανιωμένος, θα τρέξει στο κατόπι της, όμως η Γκόλφω έχει ήδη φαρμακωθεί και ξεψυχά στα χέρια του. Ο Τάσος αυτοκτονεί στο πλευρό της.
Γιατί όμως Γκόλφω εν έτει 2013; Η δεύτερη μεταφορά στον κινηματογράφο, το 1955, γνώρισε μεγάλη επιτυχία ενώ, το 1974, παίχτηκε στο Άλσος Παγκρατίου από τη γνωστή πλέον «Ομάδα Ελεύθερου Θεάτρου». Ακόμη πιο πρόσφατα, ο ταλαντούχος Σίμος Κακάλας, το 2005, ανέβασε το έργο σε μια μάνγκα εκδοχή (Γκόλφω 2.1 beta) την οποία παρουσίαζε για χρόνια σε τρεις διαφορετικές εκδοχές. Φτάνοντας στο 2013, ο εξαιρετικός σκηνοθέτης και ηθοποιός Ν. Καραθάνος αποφασίζει να παρουσιάσει εκ νέου το έργο.
Η εμπνευσμένη πρότασή του κινείται σε τρία επίπεδα τα οποία ερμηνεύουν τρία διαφορετικά δίδυμα των δύο ηρώων.
Στο πρώτο επίπεδο, το ερωτευμένο ζευγάρι (Εύη Σαουλίδου – Χάρης Φραγκούλης) παρουσιάζεται σε με μια παραδοσιακή ρομαντική εισαγωγή του έργου για να αλλάξει τελείως το περιβάλλον στο δεύτερο επίπεδο με την προδοσία του Τάσου (Ν. Καραθάνος) απέναντι στη σπαρακτική Γκόλφω (Λυδία Φωτοπούλου).
Το επίπεδο αυτό είναι και το κύριο μέρος του έργου. Αναδεικνύεται η δυναμική των ταξικών σχέσεων μέσα στην αγροτική κοινωνία και την εξουσία του τσέλιγκα απέναντι στον κολίγο. Είναι η ανάδειξη αυτής της αντίθεσης, ως κύριας, η οποία εκσυγχρονίζει το έργο και το καθιστά επίκαιρο στις μέρες μας και στην αποπνικτική οικονομική κατάσταση την οποία βιώνει η πατρίδα μας, στα χρόνια του μνημονίου. Με το μαύρο, ως μοναδικό χρώμα σε ρούχα, σκηνικά και ατμόσφαιρα, να παραλληλίζεται με την αποπνικτική κατάσταση την οποία βιώνει η ελληνική κοινωνία. Το μαύρο της φουστανέλας κουβαλά αρκετό από το μαύρο της κατάθλιψης που δυστυχώς εξαπλώνεται ολοένα και περισσότερο γύρω μας.
Όμως, ο σκηνοθέτης δεν θα εμμείνει σε αυτό. Απέναντι στην απαισιοδοξία της κατάστασης θα προτείνει την αισιοδοξία της βούλησης. Έτσι, παραλλάσσοντας το τέλος του έργου, θα μεταβεί στο τρίτο επίπεδο όπου το ώριμο ζευγάρι του Τάσου (Γιάννης Βογιατζής) και της Γκόλφως (Αλίκη Αλεξανδράκη) θα κλείσει την παράσταση έτσι ακριβώς όπως την είχε ανοίξει. Με ένα θερμό αγκάλιασμα και ένα γλυκό φιλί, προσωποποιώντας τη δυναμική των σχέσεων και τη δύναμη της αισιοδοξίας.
Εξίσου σημαντική η υπερβατική πρόταση της παραδοσιακής μουσικής (Άγγελος Τριανταφύλλου) και η οποία  παίζεται ζωντανά από τους ηθοποιούς της παράστασης.
Όλη η παράσταση έχει δομηθεί στην επιλογή του μαύρου χρώματος ως «μια νύκτα της Γκόλφως, ένα νυκτερινό εφιάλτη της» κατά τα λεγόμενα του σκηνοθέτη. Και είναι αυτή η επιλογή η οποία συνειρμικά, ακόμη και κατά τη διάρκεια του έργου, παραπέμπει το θεατή στο σήμερα. Χρησιμοποιώντας ως βάση του σκηνικού ευμετάβλητους γιγαντιαίους μπόγους, σε ένα ευφυέστατο εύρημα, κατορθώνει να μεταμορφώσει άριστα αυτούς τους μπόγους στα βουνά και τις ραχούλες που χαρακτηρίζουν τον γενέθλιο τόπο του συγγραφέα, το Μεσορρούγι, στο νομό Αχαΐας και την πηγή της Στυγός, το σημερινό Μαυρονέρι, τόπο όπου διαδραματίζεται η υπόθεση. Η σημειολογική αναφορά του Περεσιάδη για την πηγή (πύλη του Άδη) όπου κυλούσε το αθάνατο νερό, και στο οποίο είχε βαπτιστεί ο Αχιλλέας, είναι ξεκάθαρη. Η δύναμη του έρωτα (θέλω τη Γκόλφω και δεν μετράει τίποτα μπροστά σε αυτό, λέει για παράδειγμα ο Τάσος) αλλά και η δυναμική των καθαρών επιλογών απέναντι στην αμφιθυμία και τη δειλία είναι αυτά που μπορούν να μας καταστήσουν «αθάνατους».
Τελικά ο Νίκος Καραθάνος κατόρθωσε να σκηνοθετήσει μια σημαντική, αναγεννημένη πρόταση για την Γκόλφω, μια παράσταση η οποία θέλησε να είναι ένα «πανηγυρικό ρέκβιεμ προς τιμή των προπάππων και προγιαγιάδων μας…».

Γκόλφω, του Σ. Περεσιάδη

ΘΕΑΤΡΟ REX – ΣΚΗΝΗ
«ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ»
Σκηνοθεσία Νίκος Καραθάνος
Σκηνικά – Κοστούμια Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Μουσική Άγγελος Τριανταφύλλου
Κίνηση Αμάλια Μπένετ
Φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος
Επεξεργασία κειμένου Γιούλα Μπούνταλη
Βοηθός σκηνοθέτη Διώνη Κουρτάκη
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου Ευαγγελία Θεριανού
Διανομή:
Γκόλφω
Αλίκη Αλεξανδράκη,
Λυδία Φωτοπούλου,
Εύη Σαουλίδου
Τάσος
Γιάννης Βογιατζής,
Νίκος Καραθάνος,
Χάρης Φραγκούλης
Κίτσος
Άγγελος Τριανταφύλλου
Γιάννος
Μιχάλης Σαράντης
Αστέρω
Χριστίνα Μαξούρη
Θανάσουλας
Γιώργος Μπινιάρης
Δήμος
Γιάννης Κότσιφας
Σταυρούλα
Μαρία Διακοπαναγιώτου
Ζήσης
Άγγελος Παπαδημητρίου
Άγγλοι περιηγητές
Αλίκη Αλεξανδράκη, Χριστίνα Μαξούρη, Άγγελος Παπαδημητρίου, Λυδία Φωτοπούλου

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*