Άρδην τ. 90, Άρδην τ. 90-90, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Χρυσή Αυγή & Ακροδεξιά

Η ευρωπαϊκή άκρα δεξιά, το μεταναστευτικό και η κρίση του πολυπολιτισμού

του Γιώργου Ρακκά
Άρδην τ. 90

H ανάδυση της Χρυσής Αυγής στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, πέρα από ελληνική ιδιαιτερότητα, αποτελεί κομμάτι ενός ευρύτερου, πανευρωπαϊκού ρεύματος της άκρας δεξιάς. Το ρεύμα αυτό ανέρχεται για περισσότερο από μια δεκαετία, πρόκειτα για ένα φαινόμενο με το οποίο έχουμε ασχοληθεί επισταμένως ήδη από το 2002[1], και την πρώτη μεγάλη εκλογική έκπληξη που είχε καταγράψει με την ανάδειξη του Ζάν Μαρί Λεπέν στον δεύτερο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών.

Ωστόσο, από τότε το φαινόμενο έχει ωριμάσει και χρήζει συστηματικώτερης αντιμετώπισης για να το καταγράψουμε σε όλες του τις διαστάσεις. Τότε[2], μεγάλη έμφαση είχαμε δώσει στη συσχέτιση του φαινομένου με τις αρνητικότατες συνέπειες που είχε επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση στους λαούς και τις κοινωνίες της Ευρώπης.

Η παγκοσμιοποίηση σκίζει στα δύο τις σύγχρονες κοινωνίες, απογειώνοντας τις προνομιούχες τάξεις, και καταδικάζοντας τις ανήμπορες τάξεις να ριζώσουν σ’ ένα τοπίο φτωχοποίησης, κοινωνικής αποδιάρθρωσης, διάρρηξης των θεσμών της συμμετοχής και εκπροσώπησης στις –αποεδαφικοποιημένες πλέον– διαδικασίες λήψεως αποφάσεων[3]. Από τις αρχές του 1980, η προτεραιότητα που κατακτάει το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο στην οργάνωση της οικονομικής δραστηριότητας στην Δύση, αναδιοργανώνει πλήρως το κοινωνικό τοπίο τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Αναπτύσσεται, το φαινόμενο το οποίο ο Ντέιβηντ Χάρβεϋ και ο Τζιοβάνι Αρίγκι στη συνέχεια, αποκάλεσαν ‘μετατόπιση της γεωργραφικής επικέντρωσης του κεφαλαίου’[4], δηλαδή μια κολοσσιαία μεταφορά επενδύσεων, κλάδων της παραγωγής και εργοστασίων προς χώρες και περιφέρειες με χαμηλότερο εργατικό και οικολογικό κόστος. Αυτή η μετατόπιση άφησε πίσω τις κοινωνικές ερήμους. Ολόκληρες περιοχές των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών μητροπόλεων καταδικάστηκαν σε μια μόνιμη υποβάθμιση, ενώ η ντόπια εργατική τάξη, άλλοτε σκληρός πυρήνας της οργανωμένης εργασίας, βιώνει μια εικοσαετία λιτότητας που την οδήγησε σταδιακά να καταντήσει έρμαιο των επιδομάτων, των πενιχρών συντάξεων και γενικά της κρατικής πρόνοιας.

Το κοινωνικό και πολιτικό φόντο της ανόδου της άκρας δεξιάς, δεν μπορεί να συμπληρωθεί αν δεν λάβουμε υπόψη μας τρία ακόμα πράγματα. Πρώτον, την μαζική υποκατάσταση της ντόπιας εργατικής δύναμης από την ξένη, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Δεύτερον, την εντεινόμενη γήρανση των πληθυσμών στην μητροπολιτική Δύση, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, που διευκόλυνε αυτήν την αποκατάσταση, μέσα από τη σταδιακή συνταξιοδότηση των τελευταίων γενεών που συνεισέφεραν μαζικά στις εργαζόμενες τάξεις (τις περίφημες γενιές των baby boomers, δηλαδή εκείνες που ξεπήδησαν μέσα από τα ερείπια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου). Τρίτον, την προσχώρηση του μεγαλύτερου μέρους της αριστεράς στο μπλοκ της παγκοσμιοποίησης, την ανάδειξή του σε κύριο εκφραστή των ιδεολογικών μηχανισμών της, γεγονός που συνετέλεσε σε έναν τεράστιο μετασχηματισμό της κοινωνικής της βάσης, από τα πιο εργατικά προς τα μεσαία στρώματα[5].

Μέσα σε αυτό το τοπίο, μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της άκρας δεξιάς πραγματοποιεί μια απόπειρα οικειοποίησης των φτωχώτερων λαϊκών στρωμάτων, που ζουν στις υποβαθμισμένες γειτονιές με βάση το μεταναστευτικό.  Ταυτόχρονα, συνδυάζει αιτήματα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, τον νεοφιλελευθερισμό, την περιβαλλοντική υποβάθμιση που προκαλεί η ακραία λογική της ανάπτυξης, την πολιτιστική αλλοτρίωση της αμερικανικής καταναλωτικής μονοκουλτούρας κ.ο.κ. Τέλος, προωθεί την αντιδημοκρατική της ατζέντα ταυτίζοντας έξυπνα το παγκοσμιοποιημένο πολιτικό σύστημα, της κάθε χώρας, που έχει εγκαταλείψει στη μοίρα του όπως είπαμε τα πληβειακά στρώματα, με τη δημοκρατία εν γένει, προσπαθώντας να νομιμοποιήσει νέο-ολοκληρωτικές πρακτικές από το παράθυρο.

Κατά την εποχή της παγκοσμιοποίησης, αυτό ήταν λίγο ως πολύ το περιεχόμενο της νέας άκρας δεξιάς. Θα λέγαμε ότι εκμεταλλεύονταν το πολιτικό κενό που άφηνε η καθολική ενσωμάτωση του πολιτικού συστήματος στην παγκοσμιοποίηση

Ωστόσο, σήμερα ζούμε το τέλος της παγκοσμιοποίησης. Και αυτή η φάση αναδεικνύει διαφορετικά ποιοτικά στοιχεία, μετασχηματίζοντας και διογκώνοντας το ίδιο το φαινόμενο. Ασφαλώς, η ουσία όσων έχουν λεχθεί μέχρι στιγμής παραμένει. Ωστόσο, δεν αρκεί προκειμένου να περιγράψει όλες τις διαστάσεις του φαινομένου, ούτε την ένταση και την σφοδρότητά του. Για να το περιγράψουμε σχηματικά, δεν μπορεί να ερμηνεύσει το πώς περάσαμε από τον Ζαν Μαρί Λεπέν στο Μπρέβικ, ούτε από τον Γιώργο Καρατζαφέρη και το ΛΑΟΣ στην Χρυσή Αυγή του Μιχαλολιάκου και του Κασιδιάρη. Γι’ αυτό θα πρέπει να το επανεξετάσουμε εκ νέου, εντάσσοντάς το στη σημερινή ολότητα της κρίσης.

Να καταλάβουμε την ευρωπαϊκή κρίση, να καταλάβουμε την άκρα δεξιά

Συχνά, επικαλούμαστε τον όρο ‘νεοναζί’ προκειμένου να περιγράψουμε τον νέο σωβινισμό που αναπτύσσεται στην Ευρώπη. Ο όρος έχει και πολιτικά και ερμηνευτικά συγκείμενα. Πολιτικά, διότι επιδιώκουμε μια ταύτιση με τον αποτρόπαιο ναζισμό, που λειτουργεί εν είδει υπόμνησης για την επικινδυνότητα που κρύβει μέσα της η ανάπτυξη αυτού του ρεύματος. Ερμηνευτικά, διότι είναι εύκολο να κατανοήσουμε ορισμένες διαστάσεις του ζητήματος πραγματοποιώντας ορισμένες συγκρίσεις του τότε με το σήμερα: Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, και ο κυρίαρχος τότε και εξ ίσου διεθνοποιητικός φιλελευθερισμός της βρετανικής αυτοκρατορίας* Η σύγχρονη δημοκρατική κρίση, και η κρίση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης* η φτωχοποίηση των πληβείων, τότε και τώρα* η αδυναμία της αριστεράς να κατανοήσει επαρκώς το εθνικό ζήτημα, τότε και τώρα, με αποτέλεσμα να αφήσει θανάσιμο πλεονέκτημα στην άκρα δεξιά να αναπτυχθεί.

Αυτές οι αναλογίες είναι πολύ χρήσιμες ώστε να συλλάβουμε τις διαστάσεις του φαινομένου, εντούτοις είναι αρκούντως προβληματικές για να προσδιορίσουμε το περιεχόμενό του. Διότι δεν μπορούμε να αποσυνδέσουμε τον γερμανικό ναζισμό από μια σειρά παραμέτρους που παραμένουν άρρηκτα δεμένες με την συγκυρία του μεσοπολέμου.

Με τον ίδιο τρόπο δεν μπορούμε να εξετάσουμε  τη νέα ευρωπαϊκή άκρα δεξιά ξέχωρα από την ολοκληρωτική χρεοκοπία του πολυπολιτισμικού εγχειρήματος των αρχουσών τάξεων, σε συνδυασμό με το δραματικό αδιέξοδο που προκαλεί η μετανάστευση στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, την πολιτική, οικονομική και αξιακή χρεοκοπία που βαραίνει σήμερα την ευρωπαϊκή ήπειρο –μια ήπειρο επιπλέον γερασμένη, που θα βλέπει από εδώ και πέρα τον πληθυσμό της να μειώνεται.

Υπ αυτή την έννοια, οι συγκρίσεις με τον μεσοπόλεμο δεν μας βοηθάει ακριβώς να συλλάβουμε τις πραγματικές διαστάσεις του φαινομένου, και στο πως αυτό τοποθετείται στη σημερινή συγκυρία, το τι πραγματικό ρόλο επιτελεί. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Η μετανάστευση στην Ευρώπη

Πρώτον, η άνοδος της νέας ευρωπαϊκής άκρας δεξιάς έχει κατ’ αρχάς και κατ’  αρχήν να κάνει με το μεταναστευτικό και τη χρεοκοπία της πολυπολιτισμικότητας. Το μεταναστευτικό δεν είναι απλώς «ένα από τα μείζονα κοινωνικά προβλήματα της Δύσης», είναι το μεγαλύτερό της πρόβλημα. Ας δούμε γιατί κατέληξε να είναι έτσι, πώς εξελίχθηκε στο μεγάλο αδιέξοδο της Ευρώπης.

Η μεγάλη περιπέτεια του νέου κύματος μεταναστεύσεων προς την ανεπτυγμένη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη, ξεκινάει την δεκαετία του 1960. Στα πρώτα του βήματα, όλες οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης, και κυρίως αυτήν της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Βρετανίας, αναπτύσσουν απέναντι στο φαινόμενο μια λογική ‘γκασταρμπάϊντερ’. Βεβαίως, δεν αναφερόμαστε μόνο στο τυπικό σύστημα πρόσκλησης και διαχωρισμού των ξένων εργατών που επικρατούσε αποκλειστικά στη Γερμανία, αλλά στο ότι θεωρούσαν πως οι μετανάστες αποτελούν προσωρινός, παραγωγικός συντελεστής, τον οποίον μπορούν και να εκμεταλλεύονται κατά το δοκούν[6]: Ήταν ένας χυδαίος οικονομισμός, που ευαγγελίζονταν ότι η συνθήκη του μετανάστη καθορίζεται από την προσωρινότητα, και γι’ αυτό είναι η τέλεια, ελαστική εκδοχή του παραγωγικού συντελεστή «εργασία». Πάνω σ’ αυτό το ιδεολόγημα, οι άρχουσες τάξεις έχτισαν μια δυαδική αγορά εργασίας, όπου οι μετανάστες κατευθύνονταν προς τις κοινωνικά απαξιωμένες, σκληρά χειρωνακτικές, και χαμηλόμισθες εργασίες[7]. Δημιουργήθηκε έτσι το πρωταρχικό πλαίσιο σταδιακής υποκατάστασης της ντόπιας εργασίας από την ξένη.

Η τάση αυτή εκτινάχθηκε κατά την περίοδο που ξεκινάει από την δεκαετία του 1980 κι έπειτα, και μετασχηματίζεται ποιοτικά. Καθώς στα πλαίσια της χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης, οι οικονομίες της Ευρώπης τριτογενοποιούνται, εκχωρώντας τις παραγωγικές λειτουργίες σε χώρες της Ανατολής –είτε της ανατολικής Ευρώπης, είτε της ανατολικής Ασίας– ο πόλος της αγοράς εργασίας που αφορά στους ξένους εργάτες διογκώνεται και εξελίσσεται σε μια παράλληλη οικονομία που λειτουργεί με τις δικές της νόρμες. Εξάλλου, με τον τρόπο που εξελίχθηκαν οι ευρωπαϊκές οικονομίες και κοινωνίες, διαγράφοντας ταυτόχρονα το πέρασμα από την παραγωγή στις υπηρεσίες, από την αποταμίευση στην κατανάλωση και από την ηθική της εργασίας στη σχόλη, οι κοινωνικά απαξιωμένες εργασίες πολλαπλασιάστηκαν αγγίζοντας σχεδόν κάθε κλάδο της οικονομίας: Από την καθαριότητα στα κολοσσιαία εταιρικά κτήρια και εμπορικά κέντρα, μέχρι τα κούριερ, τα εστιατόρια, τη λιανική πώληση, την παροχή προσωπικών υπηρεσιών, τις υπηρεσίες ιδιωτικής ασφάλειας κ.ο.κ.[8]

Η μαζική πλέον υποκατάσταση της ντόπιας εργασίας από την ξένη μετέβαλε άρδην την φυσιογνωμία των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η σύγχρονη κοινωνία των 2/3 ήταν στα θεμέλιά της μια γκετοποιημένη κοινωνία, όπου δύο κόσμοι ζούσαν παράλληλα δίχως κανένα σημείο επαφής. Ξαφνικά, λειτουργίες που άλλοτε έπαιζαν κεντρικό ρόλο στο να εξασφαλιστεί η συναίνεση στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, όπως αυτήν της κοινωνικής κινητικότητας που αποτελούσε έναν δίαυλο σχετικής και περιορισμένης αναβάθμισης της ζωής των πληβειακών στρωμάτων και μέσω αυτού συγκρατούσε την κοινωνική συνοχή, έπαψαν να ισχύουν. Πλέον, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θα θυμίζουν ‘οιωνεί δουλοκτητικές’ κοινωνίες, με τους ντόπιους εργαζόμενους να κατευθύνονται ολοένα και περισσότερο προς διευθυντικές  θέσεις, και να μετατοπίζουν τον τρόπο ζωής τους από την παραγωγή και την εργασία προς την σχόλη και την κατανάλωση.

Επιπλέον, η πολιτιστική και αξιακή ενότητα των κοινωνιών της Ευρώπης υπονομεύτηκε καθοριστικά, καθώς σ’ ένα πολύ μεγάλο βαθμό το πολιτιστικό χάσμα μεταξύ των Ευρωπαίων και των μουσουλμάνων μεταναστών σταδιακά αποδεικνύονταν ανυπέρβλητο.

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να σταθούμε, καθώς αποδεικνύεται καθοριστικό για την μετέπειτα εξέλιξη του φαινομένου. Παρόμοια φαινόμενα γκετοποίησης είχαν και έχουν αναπτυχθεί και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Ωστόσο, το σημείο που διαφοροποιεί τις δύο περιπτώσεις, είναι η μεγάλη διαφορά που υφίσταται στην πολιτιστική διάρθρωση της ξένης εργασίας, καθώς, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής οι μετανάστες είναι κατά κύριο λόγο λατινοαμερικάνοι, κυρίως Μεξικάνοι. Το πολιτιστικό τους υπόβαθρο (Καθολικοί Λατίνοι) διατηρεί πάρα πολλά σημεία επαφής, με μια κοινωνία που στο κάτω-κάτω υπήρξε μετά την γενοκτονία των γηγενών Αμερικάνων κοινωνία μεταναστών και έχει διαχειριστεί στο πρόσφατο παρελθόν με σχετική επιτυχία το χάσμα που γεννιέται από την περιχαράκωση των επί μέρους πολιτιστικών/εθνικών κοινοτήτων.

Το αντίθετο συμβαίνει με την ‘γηραιά Ευρώπη’ και τους μουσουλμάνους μετανάστες. Η Ευρώπη στο παρελθόν συγκρούστηκε με το Ισλάμ, ενώ και σήμερα τα μεταναστευτικά κύματα από τον μουσουλμανικό κόσμο κατέφθαναν σε μια στιγμή που βρίσκονταν σε εξέλιξη η διαμάχη της Δύσης με τον Αραβικό κόσμο[9]. Έτσι, στην περίπτωση της Ευρώπης οι πολιτιστικές/εθνοτικές ταυτότητες έπαιξαν πολύ μεγάλη σημασία στην οργάνωση της γκετοποιημένης ζωής των μεταναστών, συνέβαλαν στην περαιτέρω διαίρεση των κοινωνιών πάνω σε ταυτοτική βάση.

Ακριβώς εδώ είναι που απέτυχε το πείραμα κοινωνικής μηχανικής των ευρωπαϊκών αρχουσών τάξεων να οργανώσουν το νέο κοινωνικό περιβάλλον της παγκοσμιοποιημένης Ε.Ε. σε πολυπολιτισμική βάση.

Η τρανταχτή αποτυχία του πολυπολιτισμού

Ο πολυπολιτισμός υπήρξε ένα πρόταγμα αυτοκρατορικής διαχείρισης της πολιτιστικής διαφοράς. Εγκαθίδρυε ως υπέρτατη αρχή των σύγχρονων φιλελεύθερων δημοκρατιών την αναγνώριση και την ίση αντιμετώπιση των επιμέρους πολιτιστικών ταυτοτήτων ως απάντηση στο έλλειμμα δημοκρατίας που προκύπτει όταν κεντρικές οικονομικές λειτουργίες περνάνε σε κοινότητες μεταναστών, οι οποίες δεν είναι ενσωματωμένες στο κυρίαρχο συλλογικό φαντασιακό, και δεν επιθυμούν να πράξουν κάτι τέτοιο. Μία ήταν η κύρια προϋπόθεση ώστε το πολυπολιτισμικό σχέδιο των ελίτ να μπορέσει να λειτουργήσει. Ότι όλες οι επιμέρους κοινότητες, θα αποδέχονταν την θεμελιώδη για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό διάκριση μεταξύ κοσμικότητας και θρησκευτικότητας. Ότι δηλαδή, θα αρχίσουν να συμπεριφέρονται ως Δυτικοί, αφήνοντας τον πολιτικό και τον αστικό τους βίο να καθορίζεται από τις αρχές και τους κανόνες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, κρατώντας την πολιτιστική τους ταυτότητα για τον ιδιωτικό τους χώρο, τη θρησκευτική πρακτική, τις μεταφυσικές τους ανησυχίες κ.ο.κ. Εν ολίγοις, ο ευρωπαϊκός πολυπολιτισμός υπήρξε ένα εγχείρημα πειθάρχησης των μεταναστευτικών πληθυσμών, μέσω της ‘τύποις’ αναγνώρισης των πολιτιστικών και εθνοτικών τους ιδιαιτεροτήτων[10].

Όμως, το όλο εγχείρημα απέτυχε οικτρά. Για πολλούς λόγους. Πρώτον, διότι σε αντίθεση με αυτό που πίστευαν οι ευρωπαϊκές άρχουσες τάξεις, οι μετανάστες δεν είναι το πρότυπο του ‘ελαστικού εργαζόμενου’. Ήρθαν στην Ευρώπη για να μείνουν, και οι κοινότητές τους αναπτύσσονται μέσα στο χρόνο, μεταβάλλοντας μόνιμα την δημογραφική σύνθεση και την πολιτιστική φυσιογνωμία της Ευρώπης[11]. Ύστερα, σταδιακά, οι μετανάστες έπαψαν να είναι αμιγώς «οικονομικοί μετανάστες» δημιουργώντας στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών αυτοτροφοδοτούμενα φαινόμενα που ενέτειναν τα μεταναστευτικά ρεύματα προς τις χώρες της Ευρώπης (οικογενειακή επανένωση, κυκλική μετανάστευση κ.ο.κ.): Έτσι, για παράδειγμα, το 1997, μόνο το 29% των μεταναστών που κατέφθασαν στη Γαλλία δήλωσε ότι μετανάστευσε για βρεί δουλειά. Οι υπόλοιποι δήλωσαν ότι τέθηκαν σε προτεραιότητα μη-οικονομικοί λόγοι[12]. Δηλαδή, αυτό που δεν κατάλαβαν οι ευρωπαϊκές άρχουσες τάξεις ήταν ότι μέσω της μετανάστευσης δεν εισήγαγαν απλώς ‘εργατικές ρεζέρβες’, αλλά συγκροτούσαν κοινωνίες μέσα στις κοινωνίες, με δικές τους δυναμικές, εσωτερικές λογικές, και ανάγκες.

Δεύτερον, σε αντίθεση με αυτό που επιθυμούσαν οι ευρωπαϊκές άρχουσες τάξεις, οι μετανάστες και ιδιαίτερα όσοι προέρχονται από τον μουσουλμανικό κόσμο, δεν είναι… Δυτικοί. Η πολιτιστική τους ταυτότητα εμπλέκεται στην πολιτική τους πρακτική και στον αστικό τους βίο. Έτσι, προέκυψαν διάφορες αγεφύρωτες συγκρούσεις που έχουν να κάνουν με την φατριαστική πολιτική τους οργάνωση, την θέση της γυναίκας, το οικογενειακό δίκαιο, το αστικό δίκαιο κ.ο.κ. Αγνόησαν, δηλαδή, αυτό που πολύ χαρακτηριστικά σημειώνει ο Τέρυ Ίγκλετον, ότι οι δημοκρατίες για να λειτουργήσουν απαιτούν ένα πολύ συγκεκριμένο σύνολο ‘κοινών συμφωνηθέντων υπονοουμένων’, ένα πολιτιστικό παράδειγμά: «Ο πολυπολιτισμός απειλεί της παρούσα τάξη όχι μόνο επειδή μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκό έδαφος για την ανάπτυξη της τρομοκρατίας, αλλά γιατί το πολιτικό κράτος στηρίζεται πάντα σε μια λογικά συνεκτική πολιτιστική συναίνεση… Οι εκάστοτε Βρετανοί πρωθυπουργοί έχουν μια κοινή κουλτούρα –αλλά αυτό που εννοούν είναι ότι ο καθένας μπορεί να έχει τα πιστεύω του, για να μην καταλήξει κανείς να βάζει βόμβες τις στάσεις του λονδρέζικου μετρό»[13]

Τρίτο, και σημαντικότερο, το σχέδιό τους είχε εξ αρχής δύο τρομακτικές αντιφάσεις. Αφ’ ενός, υπήρξε πολυπολιτισμικό στο εσωτερικό, και αφόρητα μονολιθικό στο εξωτερικό. Δηλαδή, την ίδια στιγμή που τυπικά αναγνώριζε και διαφύλαττε την μουσουλμανική πολιτιστική ταυτότητα εντός των τειχών, ενέτεινε τις προσπάθειες χειραγώγησης του μουσουλμανικού κόσμου, συμπράττοντας στην εκστρατεία των Αμερικάνων στη Μέση Ανατολή, συνεχίζοντας να δίνουν άλλοθι στη γενοκτονία που ασκεί το Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων κ.ο.κ.

Αφ’ ετέρου, εμφανίζονταν ως δήθεν ανεκτικό στο πεδίο του πολιτισμού, ενώ ταυτόχρονα ήταν εντελώς άκαμπτο σε ό,τι αφορά στις κοινωνικές ανισότητες και στην εκμετάλλευση, η οποία διευρύνθηκε μέσα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες κατά τα τελευταίες δεκαετίες. Το αποτέλεσμα αυτών των αντιφάσεων, ήταν να ξεσπάσουν φαινόμενα όπως αυτό της εξέγερσης των γαλλικών προαστίων. Δηλαδή, κοινωνικές συγκρούσεις που έχουν ως κύριο επίδικο την κατανομή του πλούτου, εκφράζονται όμως με παραμέτρους των ευρύτερων πολιτιστικών και γεωπολιτικών συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα αυτή τη στιγμή στον πλανήτη.

Η παταγώδης αποτυχία του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού στρατηγήματος των ευρωπαϊκών αρχουσών τάξεων, να διαμορφώσουν ένα οιωνεί δουλοκτητικό, πολυπολιτισμικό καθεστώς γέννησε ένα τέρας: Μια σύγχρονη ευρωπαϊκή Βαβέλ, σε ολοκληρωτική κρίση ταυτότητας και προσανατολισμών. Ένα εφιαλτικό τοπίο, όπου κυριαρχεί ο φατριαστικός διαχωρισμός των επί μέρους πολιτιστικών κοινοτήτων, και ένας καθημερινός, χαμηλής έντασης εσωτερικός πόλεμος[14]. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, η σύγκρουση των πολιτισμών που προκάλεσε η αμερικάνική ηγεμονία με τις παρεμβάσεις της στην Μέση Ανατολή, μεταβλήθηκε σε εσωτερικό ευρωπαϊκό κοινωνικό ζήτημα!

Σε αυτό το τοπίο θα πρέπει να συνυπολογίσουμε μερικούς παράγοντες ακόμα, ώστε να έχουμε μια πλήρη εικόνα της μήτρας που αναδύεται η σύγχρονη ευρωπαϊκή ακροδεξιά.

Κατ’ αρχάς, την τεράστια οικονομική κρίση που προκαλεί ο ανταγωνισμός των οικονομικών κολοσσών της Ανατολικής Ασίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι άρχουσες τάξεις εξαναγκάζονται να συμπιέσουν ολοένα και περισσότερα τα εισοδήματα των πλατιών μεσαίων τάξεων, που υπήρξαν οι στυλοβάτες της ευρωπαϊκής συναίνεσης (για τη συσχέτιση των 2 βλέπε πίνακα 1). Το γεγονός αυτό τροφοδοτεί μια συντηρητική στροφή από την υπεράσπιση της παγκοσμιοποίησης, στην υπεράσπιση των κεκτημένων. Αυτή, εκφράζεται πρώτον ως μια στροφή προς την Ευρώπη-φρούριο, και δεύτερον σε μια αναδίπλωση στο εσωτερικό της Ευρώπης. Έτσι, για παράδειγμα, εμείς οι Έλληνες είμαστε για τους Γερμανούς οι «κλέφτες» που διαταράσσουν τα δικά τους συγυρισμένα δημόσια οικονομικά, και γι’ αυτό θα πρέπει να αποβληθούμε από την Ε.Ε.[15]

Οι φοβικές, συντηρητικές τάσεις που αναπτύσσονται από την απώλεια των κεκτημένων, ενισχύονται σαφέστατα και από την δημογραφική κρίση, από το γεγονός δηλαδή ότι η ‘χορτάτη Ευρώπη’ γερνάει. Και οι γερασμένοι πληθυσμοί είναι πιο ευεπίφοροι σε συντηρητικές επιλογές, και φοβικές αναδιπλώσεις, σε αντίθεση με τις κοινωνίες όπου πλεονάζουν οι νέες γενιές, και είναι –όπως πολύ χαρακτηριστικά σημειώνουν οι Αμερικάνοι νεοσυντηρητικοί– επίφοβες να μολυνθούν με το ‘μικρόβιο του ριζοσπαστισμού’[16].

Το ‘παράδειγμα Μπρέβικ’

Μέσα σε αυτό το τοπίο, ήρθε ο Αντρές Μπρέβικ και με τις εγκληματικές του πράξεις κατέδειξε σε παροξυστικό βαθμό τη νέα φυσιογνωμία της Άκρας Δεξιάς. Το νορβηγικό, κατεστημένο, άκρως φιλελεύθερο και βουτηγμένο στην πολιτική ορθότητα, θέλησε εξ αρχής να περιορίσει κάθε δημόσια συζήτηση σχετική με τα πολιτικά κίνητρα του Μπρέβικ φοβούμενο μην εξελιχθεί αυτή σε μια καθολική διαπίστωση της αποτυχίας του πολυπολιτισμού. Έτσι, αποπειράθηκε να τελειώνει μαζί του προσπαθώντας ν’ αποδείξει ότι δεν έχει σώας τας φρένας, κι ότι είναι η τρέλα που τον οδήγησε να σκοτώσει 70 ανθρώπους στο μικρό νησάκι του Όσλο[17]. Οι προσπάθειές του κατεστημένου, όμως, έπεσαν στο κενό.

Πρώτον, ο ίδιος ο Μπρέιβικ μετέβαλε τη δίκη του σε πολιτικό βήμα απ’ όπου παρουσίασε το πολιτικό του μανιφέστο, αποδεικνύοντας προς πάσα κατεύθυνση ότι κάθε άλλο παρά τρελός είναι. Κι επίσης, η συντριπτική πλειοψηφία των ακροδεξιών κομμάτων, πήραν μεν αποστάσεις από τις πράξεις του, καταδικάζοντάς τις απερίφραστα ως ακραία εγκληματικές ενέργειες, ωστόσο δεν παρέλειψαν να τονίσουν την ιδεολογική τους ευθυγράμμιση συμπληρώνοντας ότι όσα υποστηρίζει ο Μπρέιβικ είναι κατά βάση σωστά, και ότι αυτό που τον οδήγησε στο έγκλημα ήταν το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό κατεστημένο διώκει και καταστέλλει αυτές τις απόψεις[18].

Ποιες όμως είναι αυτές οι απόψεις; Εκ πρώτης όψεως, το ιδεολογικό αμάγαλμα του Μπρέιβικ, όπως εκτίθεται στο άνω των 1500 σελίδων μανιφέστο του, αλλά και από τις δηλώσεις του κατά την διάρκεια της δίκης, είναι παράδοξο.

Ο Μπρέιβικ θεωρεί ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια βαθιά υπαρξιακή κρίση, που προκλήθηκε από τους κύκλους του ‘πολιτιστικού μαρξισμού’. Οι πολιτιστικοί μαρξιστές επέβαλαν ένα καθεστώς πολιτικής ορθότητας και πολυπολιτισμού στην Ευρώπη, γεγονός που άνοιξε την κερκόπορτα στον επελαύνοντα ισλαμισμό να διεισδύσει στο εσωτερικό της ηπείρου και να στήσει προκεχωρημένους θύλακες στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών μητροπόλεων. Οι φορείς αυτού του καθεστώτος, σύμφωνα με τον Μπρέιβικ, διακρίνονται σε τρείς κατηγορίες, πρώτον τους πολιτιστικούς ή σκληροπυρηνικούς μαρξιστές, δεύτερον, τους παγκοσμιοποιημένους καπιταλιστές, και τρίτον τους ανθρωπιστές και τους κυνικούς καριερίστες. Σχέδιο όλων αυτών, λέει ο Μπρέιβικ, είναι ένας ιστορικός συμβιβασμός με τον Ισλαμισμό και η δημιουργία μιας Ευραραβίας-ταφόπλακας για την ιστορική ταυτότητα της Ευρώπης.

Απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις και αυτήν την στρατηγική, ο Μπρέιβικ καλεί σε μια συντηρητική επανάσταση, που θα οδηγήσει σ’ έναν ευρωπαϊκό εμφύλιο πόλεμο για την εκδίωξη της συμμορίας των ποικιλώνυμων γκλομπαλιστών και την ολοκληρωτική απέλαση όλων των μουσουλμανικών πληθυσμών από τα ευρωπαϊκά εδάφη. Το σχέδιο του Μπρέιβικ είναι μακρόπνοο και προβλέπει να εξελίσσεται για πάνω από έναν αιώνα[19].

Τέσσερα είναι τα σημεία που κάνουν μεγάλη εντύπωση στα γραφόμενα του Μπρέιβικ.

Πρώτον, τοποθετεί τον σχέδιό του σε ηπειρωτική, καλεί σε μια εκτεταμένη πολιτιστική σύγκρουση που θα επαναφέρει την Ευρώπη στο δημογραφικό και πολιτιστικό τοπίο πριν τις μεγάλες μεταναστεύσεις. Προφανώς θεωρεί ότι στην κλίμακα αυτής της σύγκρουσης, το έθνος-κράτος δεν μπορεί από ανταπεξέλθει από μόνο του, παρόλο που αναλύει συστηματικά ποια είναι τα καθήκοντα του εκάστοτε εθνικού κινήματος προκειμένου να διαμορφωθεί ένα πανευρωπαϊκό χριστιανικό μέτωπο.

Δεύτερον, διακρίνει μεταξύ της ‘πολιτιστικής χριστιανοσύνης’  και της ‘θρησκευτικής χριστιανοσύνης’. Ο Μπρέιβικ δεν είναι πιστός ο ίδιος, είναι πολεμιστής του πολιτισμού. Υπερασπίζεται δηλαδή τον πολιτιστικό χώρο του χριστιανισμού και ταυτόχρονα, δηλώνει οπαδός της κοσμικότητας, αγνωστικιστής, υποστηρίζει τις εκτρώσεις και είναι υπέρ των ομοφυλόφιλων.

Τρίτον, επιδεικνύει έναν ιδιαίτερο ρεαλισμό που υπακούει στις γεωπολιτικές πραγματικότητες και τις αναγκαιότητες που επισείουν. Για παράδειγμα, παραμένει αντισημίτης, ωστόσο δηλώνει υποστηρικτής του Ισραηλινού σιωνιστικού κράτους ως προκεχωρημένου θυλάκα ενάντια στην μουσουλμανική βαρβαρότητα. Έτσι, διακρίνει μεταξύ του παγκόσμιου σιωνισμού, που είναι φορέας του καπιταλιστικού γκλομπαλισμού, και του σιωνισμού του Ισραήλ, που μπορεί να παίξει ενεργό ρόλο στην σταυροφορία ενάντια στο Ισλάμ[20].

Τέταρτον, η επιμονή στον εμφύλιο, εσωτερικό πόλεμο. Εδώ η κατεύθυνση είναι αντίστροφη από τον παραδοσιακό ναζισμό, ο οποίος διεκδικούσε να επιλύσει όλες τις εσωτερικές αντιθέσεις μέσω μιας εξωτερικής επέκτασης προς αναζήτηση ζωτικού χώρου. Ακόμα και η ‘ρευστοποίηση’ των «Κόκκινων» ή των «Εβραίων» στο Τρίτο Ράιχ, εντάσσονταν σε αυτήν την λογική, ήταν απαραίτητο στάδιο προς την εξωτερική επέκταση, η οποία θα εξασφάλιζε τα μεγέθη για την πραγμάτωση του ‘εθνικού σοσιαλισμού’[21]. Ο Μπρέβικ καλεί στο αντίθετο: Σε ένα εσωτερικό ξεκαθάρισμα των ‘γκλομπαλιστών’ που θα επιτρέψει στις δυνάμεις της ‘συντηρητικής επανάστασης’ μια γενικευμένη απέλαση των μουσουλμανικών πληθυσμών από την Ευρώπη. Πρόκειται, δηλαδή, για μια άκρα δεξιά που αναπαράγει το γενικό σύνδρομο του εμφυλίου πολέμου, τον πόλεμο όλων εναντίον όλων που κυριαρχεί στις σημερινές ευρωπαϊκές κοινωνίες, που δεν διαθέτουν νόημα, κατεύθυνση και ταυτότητα που μπορεί να τους συνέχει.

Από αυτά προκύπτουν τα νέα χαρακτηριστικά της Άκρας Δεξιάς, που απαντούν στην κρίση της παγκοσμιοποίησης και στην πραγματικότητα έτσι όπως αυτή εξελίχθηκε από το 2001 κι έπειτα. Πρώτον, η νέα Άκρα Δεξιά προτάσσει ως κύρια την ηπειρωτική στρατηγική. Επιζητάει μια Ευρώπη-Φρούριο, και καλεί σε μια συντηρητική επανάσταση για να την πραγματώσει.

Δεύτερον, η άκρα δεξιά έχει ενσωματώσει την ‘μεταμοντέρνα’ λειτουργία των πολιτιστικών ταυτοτήτων. Δεν τις προσεγγίζει μονολιθικά, αλλά τις εντάσσει στην πολιτική του ανήκειν, εκσυγχρονίζοντας το περιεχόμενό τους. Όπως ο Μπρέιβικ, η νέα Άκρα Δεξιά είναι ‘πολιτιστικά Χριστιανική’, και από εκεί και πέρα ενσωματώνει στην φυσιογνωμία της ένα αμάγαλμα ριζοσπαστικής κουλτούρας, επιστροφής στις ρίζες, οικολογικού τρόπου ζωής, μπολιασμένου με αρκετές αντιλήψεις που απηχούν σ’ έναν παρανοϊκό κοινωνικό δαρβινισμό.

Τρίτον, και σημαντικότερο η άκρα δεξιά δεν παρουσιάζεται ως δύναμη της τάξης και της ασφάλειας, αλλά ως κατ’ εξοχήν δύναμη κοινωνικής εντροπίας, που καλεί σε γενικευμένο εμφύλιο πόλεμο: «Δεν  είμαι φασίστας», δήλωσε ο Νίκος Μιχαλολιάκος, «γιατί ο φασίστας έχει απόλυτη προσήλωση στο κράτος. Όταν το κράτος στρέφεται εναντίον του Έθνους, που έλεγε και ο Ι. Δραγούμης, εγώ στέκομαι απέναντι σε αυτό το κράτος και το πολεμάω»[22].

Ωστόσο, θα πρέπει να αναρωτηθούμε το εάν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, στην δοσμένη κατάσταση που βρίσκονται, όντας σε οικονομική, πολιτιστική και εν τέλει υπαρξιακή κρίση, αντέχουν έναν ακόμη εμφύλιο πόλεμο. Ήδη, οι εγκληματικές επιλογές των αρχουσών τάξεων, η παγκοσμιοποίηση, τις έχουν ξεπατώσει αρκετά. Με βάση αυτά τα δεδομένα, τίθεται ένα ερώτημα το εάν η σύγχρονη άκρα δεξιά αποτελεί την αυταρχική πρόταση άρσης της κρίσης του παγκόσμιου και ευρωπαϊκού συστήματος, όπως συνέβη κατά το μεσοπόλεμο[23] ή μια δραματική επιτάχυνση, μια φυγή προς τα μπρος. Στον βαθμό που παροξύνει τον φατριαστικό πόλεμο, είναι σαφές ότι προκαλεί το τελευταίο, και σίγουρα η δράση θα φέρει αντίδραση. Έτσι, πριν από λίγους μήνες, κατά τα τέλη Απριλίου, στη Γαλλία, ο Μοχάμεντ Μερά άνοιξε πυρ και σκότωσε 7 ανθρώπους σε τρείς διαφορετικές γαλλικές πόλεις, από τους οποίους οι 3 ήταν παιδιά τα οποία χτυπήθηκαν έξω από ένα εβραϊκό μουσείο. Ο Μερά δήλωσε ότι είναι μαχητής Ισλαμιστής, και παίρνει την εκδίκησή του για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και την κατοχή της Παλαιστίνης[24]. Οι φιγούρες των Άντερς Μπρέιβικ και του Μοχάμεντ Μερά, ενός Νορβηγού ακροδεξιού και ενός  ισλαμοφασίστα σήριαλ κίλερ, ορίζουν τα δύο πλευρικά όρια του αδιεξόδου που απειλεί να βυθίσει την Ευρώπη η άκρα δεξιά[25]. Αναρωτιέται κανείς, βάσει της έντασης της κυοφορούμενης αντιπαράθεσης, τι θα έχει απομείνει όρθιο από την Ευρώπη σε μια τέτοια προοπτική. Εδώ, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, που ήταν μικρότερης τεχνολογικής δυνατότητας, έντασης και εμβέλειας κόντεψαν να ρίξουν την ανθρωπότητα στο χείλος της καταστροφής, πόσο μάλλον ο πραγματικά παγκόσμιος «πόλεμος των πολιτισμών» που ευαγγελίζεται ο παρατεταμένος ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος του Αντρές Μπρέιβικ.

Ιδού, λοιπόν, το νέο πρόσωπο της ευρωπαϊκής, άκρας δεξιάς, και ιδού ο κίνδυνοι που κυοφορεί. Η δική μας, Χρυσή Αυγή, μοιράζεται πολλά από τα κοινά γνωρίσματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, κυρίως σε ό,τι αφορά στην επιμονή στην εμφυλιοπολεμική διάσταση: «Οι σύγχρονοι Πέρσες δεν είναι στην Ανατολή, οι σύγχρονοι Πέρσες είναι εδώ»[26], δήλωσε εμφατικά ο Ηλίας Κασιδιάρης σε μια εκδήλωση-τελετή μνήμης της Χρυσής Αυγής στις Θερμοπύλες, για να ξεκαθαρίσει απόλυτα ως προς το ποιόν θεωρεί τον κυριότερο εχθρό το κίνημά του. Ωστόσο, διατηρεί και ορισμένες πολύ σημαντικές αντιφάσεις, ιδιαίτερα σε ό,τι έχει να κάνει με τα ρεύματα που τοποθετούν την Ελλάδα εκτός Ευρώπης, και στην καλύτερη περίπτωση θέλουν να την χρησιμοποιήσουν ως χώρο-μαξιλαράκι των πληθυσμιακών μετακινήσεων από την Ανατολή, όπως για παράδειγμα το NPD. Ούτως ή άλλως στο βαθμό που η ευρωπαϊκή δεξιά παίζει το χαρτί της ‘έντασης’ και της πολιτιστικής αντιπαράθεσης, είναι σχεδόν βέβαιο, ότι ο δικός μας ιστορικός χώρος, τα Βαλκάνια, καταδικάζεται να συμπιεστεί εν μέσω της σύγκρουσης δύο γιγάντων. Παράπλευρη απώλεια, βέβαια, θα πουν οι εγκέφαλοι της νέας σκοτεινής στροφής –ίσως της τελευταίας;– που τείνει να καταλάβει το ευρωπαϊκό πνεύμα…



[1] Βλ. Έρχεται ο Λεπέν, περιοδικό Άρδην, τ. 36, Μάιος-Ιούνιος 2002.

[2] Η ραδιογραφία μιας ανάδυσης, περιοδικό Άρδην, ό.π.

[3] Zigmunt Baumann, Globalization: The human consequences, Columbia University Press, New York, 1998.

[4] David Harvey, The New Imperialism, Oxford University Press, New York 2005 και Giovanni Arrighi, Hegemony Unravelling I, New Left Review 32, March- April 2005.

[5] Eric Dupin, H αποπρολεταριοποίηση της αριστεράς, περιοδικό Άρδην, ό.π.

[6] Andre Gorz, Immigrant Labour, New Left Review 1/61, May-June 1970.

[7] Michael Piore, Birds of Passage, Birds of Passage: Migrant Labor and Industrial Societies, Cambridge University Press, Cambridge 1979.

[8] Sassen Saskia, «Economic Globalization and World Migration as Factors in the Mapping of Today’s Advanced Urban Economy» (paper commissioned for the Globalization Research Network, 2004); http://www.global.grn.org. Προσπελάστηκε στις 3/05/2012.

[9] Christopher Caldwell, Reflections on the revolution in Europe, Doubleday, Λονδίνο 2010.

[10] Subhabrata Bobby Banerjee, Globalization, Multiculturalism and Other Fictions: Colonialism for the New Millennium?, Organization November 2001 vol. 8 no. 4 683-722

[11] Christopher Caldwell, Reflections on the revolution in Europe, Doubleday, Λονδίνο 2010. Σελ. 112-146.

[12] Ο.π., σελ. 41.

[13] Terry Eagleton, Reason, Faith and Revolution: Reflections on the god debate, Yale University Press, Yale and London, 2009. pp. 152.

[14] Για τα χαρακτηριστικά αυτού του ‘εμφύλιου πολέμου’ που κυριαρχεί στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών, μπορεί κανείς να ανατρέξει στο Hans-Magnus Ezensberger, Civil War, from Bosnia to L.A.,

[15] Βλ. Γ.Π. Μαλούχου, Η Γερμανία δεν θέλει να τα καταφέρει η Ελλάδα, Το Βήμα, 24.07.2012. και «Ο Γερμανοί έχουν ξεγράψει την Ελλάδα»,

site: http://www.newsit.gr/default.php?pname=Article&art_id=160468&catid=9. Προσπελάστηκε 12.09.2012.

[16] Radicalism: Is the devil of demographics?, New York Times, 9.12.2001.

[17] Prosecutors want mass killer Breivik ruled insane, Reuters 21.06.2012.

[18] Europe far right shuns Breivik’s acts, flirts with ideas, Reuters 26.08.2012.

[19] Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τη σελίδα http://www.breiviksmanifesto.com/, όπου και υπάρχει ολόκληρο το μανιφέστο του Μπρέβικ. Η σελίδα προσπελάστηκε στις 12.09.12

[20] Slavoj Žižek, A vile logic to Anders Breivik’s choice of target, The Guardian 8.8.11.

[21] Για την του γερμανικού από τον ζωτικό χώρο, και ιμπεριαλιστικές πρακτικές εδαφικών προσαρτήσεων, βλέπε Giovanni Arrighi, Geometry of Imperialism, Verso, Λονδίνο 1977, σελ.

[22] Βλ. Προεκλογική συνέντευξη του Ν. Μιχαλολιάκου στην ΕΡΤ-1. Ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.youtube.com/watch?v=ZNR77r3LtKs&feature=related, προσπελάστηκε 12.09.12.

[23] H εκτίμηση στηρίζεται στη θεωρία του Κ. Πολάνι, για τη ‘διπλή κίνηση’ κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Βλ. Κάρλ Πολάνυ, Μεγάλος μετασχηματισμός, Εκδόσεις Νησίδες, Αθήνα-Σκόπελος 2000.

[24] Toulouse and Montauban shootings, άρθρο στη Βικηπεδία, ηλεκτρονική διεύθυνση: http://en.wikipedia.org/wiki/Toulouse_and_Montauban_shootings, προσπελάστηκε στις 12.09.12

[25] Faisal Al Yafai, Merah and Breivik: two sides of Europe’s identity crisis, The National, 27.5.12.

[26] Ηλίας Κασιδιάρης, ομιλία στην τελετή μνήμης της Χρυσής Αυγής στις Θερμοπύλες, 24.08.12. Διαθέσιμο στην ηλ. διεύθυνση: http://www.youtube.com/watch?v=DzkWY19wWJw&feature=related Προσπελάστηκε 12.09.12.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*