Άρδην τ.14-15, Περιοδικό Άρδην

Οπλίτες, νομοθέτες και τύραννοι

του Κ. Παπαϊωάννου

Ό­μοια με το σύ­μπαν του Η­ρά­κλει­του, ο κό­σμος, μέ­σα στον ο­ποί­ο α­κού­στη­κε αυ­τή η στα­θε­ρή ε­πί­κλη­ση στη δι­καιο­σύ­νη, έ­μοια­ζε «να κυ­βερ­νιέ­ται α­πό τον κε­ραυ­νό». Κατ’ αρ­χήν, για τους Έλ­λη­νες, ο πό­λε­μος εί­ναι ο κα­νό­νας και η ει­ρή­νη ε­ξαί­ρε­ση: έ­χει υ­πο­λο­γι­στεί ό­τι, στη διάρ­κεια του ε­νά­μι­σι αιώ­να που με­σο­λα­βεί α­νά­με­σα στους μη­δι­κούς πο­λέ­μους και τη μά­χη της Χαι­ρω­νεί­ας, η Α­θή­να βρι­σκό­ταν σε ε­μπό­λε­μη κα­τά­στα­ση, κα­τά μέ­σον ό­ρο, δύ­ο στα τρί­α χρό­νια και πο­τέ δεν γνώ­ρι­σε ει­ρή­νη για δέ­κα συ­νε­χό­με­να έ­τη. Ο Πλά­τω­νας δεν υ­πε­ρέ­βαλ­λε ό­ταν έ­λε­γε στους Νό­μους (625e) ό­τι «το σύ­νο­λο των πο­λι­τών περ­νά­ει τη ζω­ή του σε έ­ναν α­διά­κο­πο πό­λε­μο ε­να­ντί­ον των άλ­λων πό­λε­ων». Α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, στον ε­ξω­τε­ρι­κό πό­λε­μο, ό­που δια­κυ­βευό­ταν η ύ­παρ­ξη της κά­θε πο­λι­τεί­ας, ερ­χό­ταν να προ­στε­θεί ο πό­λε­μος των τά­ξε­ων και των φα­τριών. Ό­πως γρά­φει ο Α­ρι­στο­τέ­λης στο έρ­γο του Α­θη­ναί­ων Πο­λι­τεί­α (Ι­Ι), «ε­πα­κο­λού­θη­σε ο­ξεί­α διά­στα­ση με­τα­ξύ των ευ­γε­νών και του κά­τω λα­ού για πο­λύν και­ρό», ε­πει­δή «οι πτω­χοί ή­σαν υ­πο­δου­λω­μέ­νοι εις τους πλου­σί­ους, και αυ­τοί και τα παι­διά τους και οι γυ­ναί­κες τους».

Αυ­τό το σύ­στη­μα που υ­πο­δού­λω­νε τη μά­ζα των α­γρο­τών σε μια δρά­κα οι­κο­γε­νειών ευ­γε­νών θα μπο­ρού­σε να διαρ­κέ­σει στο δι­η­νε­κές και οι α­γρό­τες θα συ­ντρί­βο­νταν α­να­πό­φευ­κτα α­πό τους ευ­πα­τρί­δες αν μια α­πο­φα­σι­στι­κή αλ­λα­γή στην τέ­χνη του πο­λέ­μου δεν ερ­χό­ταν ε­γκαί­ρως να με­τα­τρέ­ψει σε ό­φε­λός τους τον συ­σχε­τι­σμό των δυ­νά­με­ων: προς τα μέ­σα του 7ου αιώ­να, η χρή­ση του α­λό­γου, σε­λω­μέ­νου ή δε­μέ­νου σε άρ­μα, που ε­ξα­σφά­λι­ζε την α­νω­τε­ρό­τη­τα των ευ­γε­νών στις μά­χες, ε­κτο­πί­στη­κε α­πό την φά­λαγ­γα, μια εκ­πλη­κτι­κή πο­λε­μι­κή μη­χα­νή που α­πο­τε­λού­νταν α­πό έ­να πλή­θος ο­πλι­τών, πε­ζι­κά­ριων με βα­ρύ ο­πλι­σμό, πα­ρα­ταγ­μέ­νων δί­πλα δί­πλα, έ­τσι ώ­στε ο ώ­μος του ε­νός ν’ α­κου­μπά στον ώ­μο του άλ­λου, το κρά­νος του ε­νός στο κρά­νος του άλ­λου, η α­σπί­δα του ε­νός στην α­σπί­δα του άλ­λου. Ή­δη στην Ι­λιά­δα, βρί­σκου­με έ­να προ­ϊ­δέ­α­σμα αυ­τής της νέ­ας στρα­τιω­τι­κής τε­χνι­κής. Αλ­λά αν ο ο­πλί­της της κλα­σι­κής ε­πο­χής ή­ταν, α­πό την ά­πο­ψη του ε­ξο­πλι­σμού, έ­να α­ντί­γρα­φο του Α­χιλ­λέ­α (ή του Γο­λιάθ), α­πό την ά­πο­ψη του πνεύ­μα­τος ή­ταν το α­κρι­βώς α­ντί­θε­το, για­τί η ου­σί­α της φά­λαγ­γας δεν βρι­σκό­ταν στον ε­ξο­πλι­σμό των πο­λε­μι­στών που την συ­γκρο­τού­σαν, και α­κό­μα λι­γό­τε­ρο στο η­ρω­ι­κό ή­θος της μο­νο­μα­χί­ας, αλ­λά στην πει­θαρ­χί­α και την αλ­λη­λεγ­γύ­η που έ­πρε­πε να με­τα­τρέ­ψουν την ο­χλα­γω­γί­α των α­το­μι­κών μα­χη­τών σε συ­μπα­γή συλ­λο­γι­κή δύ­να­μη. Ό­πως λε­ει ο Φού­λερ, αν στη Δύ­ση ο πε­ζι­κά­ριος γέν­νη­σε τον δη­μο­κρά­τη, στην Ελ­λά­δα, ο ο­πλί­της γέν­νη­σε τον ε­λεύ­θε­ρο α­γρό­τη που δη­μιούρ­γη­σε τον πο­λί­τη. Πράγ­μα­τι, κά­θε πο­λι­τεί­α υ­πο­χρε­ώ­θη­κε να α­πο­κτή­σει το δι­κό της σώ­μα α­πό βα­ριά ο­πλι­σμέ­νους πε­ζι­κά­ριους και, κα­θώς οι ο­πλί­τες έ­πρε­πε να εί­ναι αρ­κε­τά πλού­σιοι για να προ­μη­θευ­τούν μια πα­νο­πλί­α και να συ­ντη­ρή­σουν έ­ναν υ­πη­ρέ­τη, η δια­τή­ρη­ση ή η α­να­σύ­στα­ση της μι­κρής και με­σαί­ας ι­διο­κτη­σί­ας με­τα­βλή­θη­κε σε ό­ρο sine qua non της στρα­τιω­τι­κής ι­σχύ­ος. Αν, σύμ­φω­να με τα λό­για του Α­ρι­στο­τέ­λη (Πο­λι­τι­κά, IV, 1297 b), «ο αρ­χαιό­τε­ρος τύ­πος πο­λι­τεύ­μα­τος ή­ταν ε­κεί­νος που εκ­προ­σω­πού­σε την ε­ξου­σί­α των ιπ­πέ­ων», η με­ταρ­ρύθ­μι­ση των ο­πλι­τών θα ε­ξε­λι­χθεί πα­ράλ­λη­λα με την πρό­ο­δο της δη­μο­κρα­τί­ας και η αλ­λη­λεγ­γύ­η των πο­λε­μι­στών, προ­στα­τευ­μέ­νων α­πό τις α­σπί­δες των δι­πλα­νών τους, δεν εί­ναι τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά η α­να­πα­ρα­γω­γή ή το προ­ϊ­δέ­α­σμα των νέ­ων δε­σμών που θα α­να­πτυ­χθούν α­νά­με­σα στους πο­λί­τες.

Α­ντί­θε­τα προς τη θε­ω­ρί­α του Έν­γκελ­ς, σύμ­φω­να με την ο­ποί­α η στρα­τιω­τι­κή ε­ξέ­λι­ξη πή­γα­ζε α­πό την τε­χνι­κή και οι­κο­νο­μι­κή ε­ξέ­λι­ξη, αυ­τή η α­πο­φα­σι­στι­κή και­νο­το­μί­α, η ο­ποί­α εκ­δη­μο­κρά­τι­σε τη «σι­δε­ρο­φο­ρί­α»* που μέ­χρι τό­τε μο­νο­πω­λού­νταν α­πό τους ευ­πα­τρί­δες ιπ­πείς, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ε­ντε­λώς α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τη βιο­μη­χα­νι­κή και ε­μπο­ρι­κή α­νά­πτυ­ξη. Άλ­λω­στε, η Σπάρ­τη ή­ταν ε­κεί­νη που α­πο­κά­λυ­ψε στους Έλ­λη­νες την τέ­χνη της εκ­παί­δευ­σης των ο­πλι­τών, τη διά­τα­ξη μά­χης σε πυ­κνούς σχη­μα­τι­σμούς, τις κι­νή­σεις συ­νό­λων, την α­νά­πτυ­ξη εν σει­ρά και στοι­χη­δόν που εί­χαν προ­κα­λέ­σει τον θαυ­μα­σμό του Ξε­νο­φώ­ντα –η Σπάρ­τη, ό­που δρα­στη­ριό­τη­τες ό­πως το ε­μπό­ριο και η βιο­τε­χνί­α τι­μω­ρού­νταν αυ­στη­ρά α­πό τον νό­μο, ή­ταν α­νύ­παρ­κτες ή διε­ξά­γο­νταν κρυ­φά. Στη Σπάρ­τη δια­τυ­πώ­θη­κε, μέ­σα α­πό τα ποι­ή­μα­τα του Τυρ­ταί­ου (7ος αιώ­νας), το νέ­ο ι­δε­ώ­δες του πο­λί­τη-στρα­τιώ­τη που σύ­ντο­μα θα υ­ιο­θε­τη­θεί α­πό ό­λες τις ελ­λη­νι­κές πό­λεις:

«Ε­μπρός, νέ­οι, συ­νε­χί­στε να πο­λε­μά­τε χω­ρίς να δια­σπά­τε τη γραμ­μή! Μην υ­πο­χω­ρή­σε­τε στη ντρο­πια­σμέ­νη φυ­γή ή τον φό­βο! Α­τσα­λώ­στε στα στή­θια σας μια καρ­διά γεν­ναί­α, μια καρ­διά δυ­να­τή! Ο κα­θέ­νας, α­φού στα­θεί με τα πό­δια διά­σκε­λα, ας μεί­νει α­κί­νη­τος, γε­ρά στη­ριγ­μέ­νος στη γη, δα­γκώ­νο­ντας τα χεί­λη, και τους μη­ρούς, τις κνή­μες, τα στέρ­να και τους ώ­μους κα­λύ­πτο­ντας με την κοι­λιά της φαρ­διάς α­σπί­δας. Στο δε­ξί του χέ­ρι ας σεί­ει το δυ­να­τό του δό­ρυ και ας κι­νεί το φο­βε­ρό λο­φί­ο πά­νω στο κε­φά­λι… Εί­ναι ω­ραί­ο να πε­θά­νει το παλ­λη­κά­ρι πέ­φτο­ντας στην πρώ­τη γραμ­μή ε­νώ πο­λε­μά­ει για την πα­τρί­δα. Για­τί ε­κεί­νον που πέ­φτει στην πρώ­τη γραμ­μή των μα­χη­τών και χά­νει την α­κρι­βή ζω­ή του δο­ξά­ζο­ντας την πο­λι­τεί­α του, τους συ­μπα­τριώ­τες και τον πα­τέ­ρα του -και ε­νώ το στή­θος του, η α­νά­γλυ­φη α­σπί­δα και η πα­νο­πλί­α του τρυ­πιού­νται α­πό πα­ντού- αυ­τόν τον κλαι­νε νέ­οι και γέ­ροι, ό­λη η πό­λη πά­σχει για τον χα­μό του, και ό­λος ο κό­σμος ξέ­ρει τον τά­φο του, τα παι­διά του, τα παι­διά των παι­διών, και τους υ­στε­ρώ­τε­ρους α­πο­γό­νους του. Πο­τέ δεν θα χα­θεί το ό­νομα και η ξα­κου­στή φή­μη του, και μό­λο που κεί­ται κά­τω α­πό το χώ­μα, γί­νε­ται α­θά­να­τος.»

Με την α­νά­πτυ­ξη της πό­λε­ως*, αυ­τή η πο­λι­τι­κή α­ντί­λη­ψη του η­ρω­ι­σμού γί­νε­ται κυ­ρί­αρ­χη και δια­τη­ρεί­ται σε ό­λη τη διάρ­κεια της ι­στο­ρί­ας της Ελ­λά­δας: σε α­ντί­θε­ση με την α­ρε­τή* των η­ρω­ι­κών χρό­νων, ο άν­θρω­πος, νο­ού­με­νος ως ζώ­ον πο­λι­τι­κόν*, αγ­γί­ζει στο ε­ξής την τε­λειό­τη­τα μέ­σα στην κοι­νό­τη­τα, μέ­σω της κοι­νό­τη­τας και για την κοι­νό­τη­τα. «Έ­νας α­πό τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους ά­θλους του Λυ­κούρ­γου, λε­ει ο Ξε­νο­φών, εί­ναι πως έ­κα­νε τους Σπαρ­τιά­τες να προ­τι­μούν έ­ναν ά­ξιο θά­να­το πα­ρά να ζουν με το στίγ­μα της α­τι­μί­ας… Σε άλ­λες πό­λεις, η μο­να­δι­κή τι­μω­ρί­α που ε­πι­βάλ­λε­ται στον δει­λό εί­ναι ο στιγ­μα­τι­σμός του με αυ­τό τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό. Κα­τά τα άλ­λα, εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος, αν θέ­λει, να ερ­γά­ζε­ται και να παί­ζει πλά­ι σε αν­θρώ­πους ά­ξιους. Στη Σπάρ­τη, α­ντί­θε­τα, θα ή­ταν ντρο­πή για κά­ποιον να κα­θί­σει στην ί­δια θέ­ση με έ­να δει­λό ή να τον δε­χτεί ως συ­μπαί­κτη του στα α­θλή­μα­τα. Και συ­χνά, ό­ταν δια­λέ­γουν τις ο­μά­δες για να παί­ξουν σφαί­ρα (οι Σπαρ­τιά­τες αυ­το­α­πο­κα­λού­νταν σφαι­ρείς*, «παί­κτες σφαί­ρας»…), ο δει­λός α­φή­νε­ται πά­ντα πα­ρά­με­ρα, στον χο­ρό του δί­νουν πά­ντα τη λι­γό­τε­ρο τι­μη­τι­κή θέ­ση, πρέ­πει πά­ντα να δί­νει τη θέ­ση του στους άλ­λους, στον δρό­μο ή στο τρα­πέ­ζι, πρέ­πει να κά­νει τό­πο στους νε­ώ­τε­ρους α­πό αυ­τόν, να κρα­τά­ει κλει­σμέ­νες τις γυ­ναί­κες της οι­κο­γε­νεί­ας του και να υ­πο­μέ­νει τις ε­πι­κρί­σεις τους για την έλ­λει­ψη αν­δρι­σμού α­πό μέ­ρους του, α­κό­μα πρέ­πει να πα­ραι­τη­θεί α­πό το να έ­χει γυ­ναί­κα στο σπί­τι του και να πλη­ρώ­σει και πρό­στι­μο γι’ αυ­τό, δεν μπο­ρεί να κυ­κλο­φο­ρεί έ­ξω με το κορ­μί α­λειμ­μέ­νο με λά­δι, και γε­νι­κά, πρέ­πει να δε­χτεί ό­τι δεν μπο­ρεί να κά­νει τί­πο­τε α­πό αυ­τά που κά­νουν οι Σπαρ­τιά­τες με α­ψε­γά­δια­στη φή­μη -αλ­λιώς θα πρέ­πει να υ­πο­βλη­θεί σε κά­ποια σω­μα­τι­κή τι­μω­ρί­α α­πό ε­κεί­νους που α­ξί­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό αυ­τόν. Για μέ­να δεν εί­ναι κα­θό­λου πα­ρά­ξε­νο το ό­τι σε μια κοι­νω­νί­α ό­που η δει­λί­α συ­νε­πά­γε­ται μια τό­σο φο­βε­ρή τι­μω­ρί­α, ο θά­να­τος εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρος α­πό μια ζω­ή ε­πι­τί­μη­σης και α­τί­μω­σης1».Η ελ­λη­νι­κή πα­ρά­δο­ση α­πέ­δι­δε στον Λυ­κούρ­γο το πο­λί­τευ­μα που έ­κα­νε τη Σπάρ­τη την πρώ­τη στρα­τιω­τι­κή δύ­να­μη και την πρώ­τη πο­λι­τεί­α που διέ­πο­νταν α­πό τον νό­μο της Ευ­νο­μί­ας2. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, το «σύ­στη­μα του Λυ­κούρ­γου» υ­πήρ­ξε η κα­τά­λη­ξη μιας σει­ράς με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων που πραγ­μα­το­ποί­η­σαν πολ­λές γε­νιές κυ­βερ­νη­τών και νο­μο­θε­τών, με­τά τον δεύ­τε­ρο Μεσ­ση­νια­κό πό­λε­μο (650-620 π.Χ.). Ο πό­λε­μος αυ­τός άλ­λα­ξε κα­θο­ρι­στι­κά ό­λη την πο­ρεί­α της ι­στο­ρί­ας της Σπάρ­της. Η δο­κι­μα­σί­α υ­πήρ­ξε τό­σο τρο­με­ρή που οι Σπαρ­τιά­τες δεν κα­τόρ­θω­σαν πο­τέ να λη­σμο­νή­σουν το δί­δαγ­μά της. Στο ε­ξής, το σώ­μα των πο­λι­τών με­τα­βλή­θη­κε σε σώ­μα ε­παγ­γελ­μα­τιών στρα­τιω­τών, εκ­παι­δευ­μέ­νων α­πό την παι­δι­κή τους η­λι­κί­α για τον πό­λε­μο και την α­πό­λυ­τη υ­πα­κο­ή στους νό­μους. Ό­πως έ­λε­γε έ­νας πα­λαιός βα­σι­λιάς της Σπάρ­της στον Ξέρ­ξη, στην πο­ρεί­α του προς τις Θερ­μο­πύ­λες: «Μ’ ό­λο που εί­ναι ε­λεύ­θε­ροι οι Σπαρ­τιά­τες, δεν εί­ναι καθ’ ό­λα ε­λεύ­θε­ροι. Έ­χουν δε­σπό­τη τον νό­μο, που τον φο­βού­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο απ’ ό,τι ε­σέ­να οι υ­πή­κο­οί σου. Ε­κτε­λούν λοι­πόν ό­σα ε­κεί­νος ε­πι­τάσ­σει? και ε­πι­τάσ­σει πά­ντα το ί­διο: δεν ε­πι­τρέ­πε­ται σε κα­νέ­να να υ­πο­χω­ρή­σει, αλ­λά ε­πι­βάλ­λει σε ό­λους να νι­κή­σουν ή να πε­θά­νουν, χω­ρίς να ε­γκα­τα­λεί­ψουν τη θέ­ση τους3».

Χά­ρη σ’ αυ­τή την Ευ­νο­μί­α*, η Σπάρ­τη έ­παι­ξε στους μη­δι­κούς πο­λέ­μους τον ρό­λο του α­διαμ­φι­σβή­τη­του η­γέ­τη της Ελ­λά­δας, και ή­ταν φυ­σι­κό να της α­νή­κει η α­νώ­τα­τη διοί­κη­ση του στρα­τού. Α­κό­μα, μέ­σα σ’ αυ­τή την πο­λι­τεί­α-στρα­τό­πε­δο, σύμ­φω­να με την έκ­φρα­ση του Πλά­τω­να (Νό­μοι, 666d), η δη­μο­κρα­τι­κή ι­δε­ο­λο­γί­α των ο­πλι­τών ο­δη­γή­θη­κε στις πιο α­κραί­ες της συ­νέ­πειες, μέ­σα α­πό την ε­ξι­σω­τι­κή κα­τα­νο­μή των κα­τα­κτη­μέ­νων ε­δα­φών και μέ­σα α­πό μί­α σει­ρά νό­μων που α­πο­σκο­πού­σαν στο να ε­μπο­δί­σουν τη δια­φο­ρο­ποί­η­ση των ει­σο­δη­μά­των, κα­θώς και ο­ποια­δή­πο­τε δρα­στη­ριό­τη­τα στραμ­μέ­νη προς το κέρ­δος: ό­ταν ο α­θη­να­ϊ­κός λα­ός διεκ­δι­κεί, στην ε­πο­χή του Σό­λω­να, το μοί­ρα­σμα της γης, πι­θα­νά ε­μπνέ­ε­ται α­πό το πα­ρά­δειγ­μα της Σπάρ­της. Ή­δη α­πό τα τέ­λη του 7ου αιώ­να, η τά­ξη των ευ­γε­νών φαί­νε­ται πως χά­νει τα πο­λι­τι­κά της προ­νό­μια. οι τρα­κό­σοι ιπ­πείς της Σπάρ­της δεν α­πο­τε­λούν πια ού­τε μια ο­μά­δα ευ­γε­νών ού­τε καν μια έ­φιπ­πη δύ­να­μη, αλ­λά έ­να ε­πί­λε­κτο σώ­μα του βα­ρέ­ως πε­ζι­κού που στρα­το­λο­γεί­ται α­ξιο­κρα­τι­κά, ε­νώ ο δή­μος* της Σπάρ­της ο­ρί­ζε­ται στο ε­ξής ως η κοι­νό­τη­τα των «ί­σων», ή πιο σω­στά των «ο­μοί­ων»*.

Το σύ­στη­μα αυ­τό ε­πέ­τρε­ψε στη Σπάρ­τη να υ­περ­βεί την ε­σω­τε­ρι­κή κρί­ση δί­χως να πε­ρά­σει α­πό την τυ­ραν­νί­δα. Ω­στό­σο, το τί­μη­μα που πλή­ρω­σε ή­ταν τε­ρά­στιο. Ό­ταν, ε­πί της ε­φο­ρί­ας του Χί­λω­νος (μέ­σα του 6ου αιώ­να), το «πο­λί­τευ­μα του Λυ­κούρ­γου» άγ­γι­ξε την τε­λειό­τη­τα, η Σπάρ­τη ε­ξα­φα­νί­στη­κε ως πα­ρά­γων πο­λι­τι­σμού. Τα ε­λε­φά­ντι­να γλυ­πτά της με τον ε­λά­χι­στα «δω­ρι­κό» ρυθ­μό κα­θώς και η ό­μορ­φη κε­ρα­μει­κή της θα χα­θούν για πά­ντα. Η πό­λη που ο Αλ­κμάν α­πό τις Σάρ­δεις θα κά­νει πα­τρί­δα του και ό­που θα συν­θέ­σει τα θαυ­μά­σια χο­ρι­κά του για τις νε­α­ρές κο­πέ­λες (παρ­θέ­νες*) θα κλεί­σει ερ­μη­τι­κά τις πόρ­τες της στις Μού­σες. Κό­βο­ντας βά­ναυ­σα κά­θε ε­πα­φή με τον έ­ξω κό­σμο, η Σπάρ­τη θα α­πο­τε­λέ­σει την κατ’ ε­ξο­χήν α­φι­λό­ξε­νη πό­λη και θα ω­θή­σει τον α­πο­μο­νω­τι­σμό της στο ση­μεί­ο να α­πα­γο­ρεύ­σει στους πο­λί­τες της να συμ­με­τέ­χουν στις με­γά­λες πα­νελ­λή­νιες ε­ορ­τές…

Η κα­τά­κτη­ση των ε­λευ­θε­ριών, που εί­χε εκ­δη­λω­θεί πρώ­ι­μα στη σπαρ­τια­τι­κή ο­πλι­τι­κή πό­λη, ή­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νη να α­να­κο­πεί πρό­ω­ρα, σε έ­να στοι­χειώ­δες στά­διο, για­τί το «πο­λί­τευ­μα του Λυ­κούρ­γου» δεν εί­χε πα­ρά μό­νο στρα­τιω­τι­κούς στό­χους. Και ό­πως λε­ει ο Α­ρι­στο­τέ­λης με τη συ­νη­θι­σμέ­νη του βα­θύ­τη­τα σκέ­ψης, «ου­σια­στι­κός στό­χος κά­θε κοι­νω­νι­κού συ­στή­μα­τος εί­ναι να ορ­γα­νώ­νει τους στρα­τιω­τι­κούς αλ­λά και ό­λους τους άλ­λους θε­σμούς του παίρ­νο­ντας υ­πό­ψη τις συν­θή­κες ει­ρή­νης, ό­που ο στρα­τιώ­της δεν βρί­σκε­ται σε ε­νερ­γό υ­πη­ρε­σί­α. και αυ­τή η πρό­τα­ση έ­χει ε­πι­βε­βαιω­θεί α­πό την ί­δια την ε­μπει­ρί­α. Για­τί τα στρα­τιω­τι­κά κρά­τη δεν έ­χουν πι­θα­νό­τη­τα να ε­πι­βιώ­σουν πα­ρά μό­νο ε­φό­σον εί­ναι ε­μπό­λε­μα, ε­νώ ο­δη­γού­νται στον α­φα­νι­σμό μό­λις ο­λο­κλη­ρώ­σουν τις κα­τα­κτή­σεις τους. Η ει­ρή­νη α­πο­νευ­ρώ­νει τον χα­ρα­κτή­ρα τους, και το σφάλ­μα έ­γκει­ται σε μια νο­μο­θε­σί­α που δεν δι­δά­σκει στους πο­λί­τες της τι να κά­νουν στη ζω­ή τους ό­ταν δεν βρί­σκο­νται σε υ­πη­ρε­σί­α»4.

Ευ­τυ­χώς, οι άλ­λες πό­λεις ε­πέ­λε­ξαν λύ­σεις πο­λύ πιο γό­νι­μες α­πό το α­πο­λι­θω­μέ­νο πο­λί­τευ­μα του Λυ­κούρ­γου.

Σημειώσεις

1. Ξε­νο­φών, Λα­κε­δαι­μο­νί­ων Πο­λι­τεί­α, κεφ. ΙΧ.

2. Ευ­νο­μί­α -το ι­δε­ώ­δες του Σό­λω­να- ή­ταν ο τί­τλος μιας άλ­λης πε­ρί­φη­μης ε­λε­γεί­ας του Τυρ­ταί­ου

3. Η­ρό­δο­τος, VII, 104.

4. Α­ρι­στο­τέ­λης, Πο­λι­τι­κά, 1334a.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*