Κοινωνία, Ρήξη φ. 93

Η Ελλάδα που όντως αντιστέκεται και νικά*

 Τι μπορούν να μας διδάξουν οι επιτυχίες των ελληνικών ομάδων στο μπάσκετ

του Γιάννη Ξένου από τη Ρήξη φ. 93
Σε πρόσφατο άρθρο τους, οι Νιου Γιορκ Τάιμς προσπαθούσαν, με αφορμή τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ όπου θα αναμετρηθούν δύο γερμανικές ομάδες, να αναλύσουν τη συνταγή επιτυχίας της Γερμανίας, από την οικονομία έως το ποδόσφαιρο. Το δόγμα της Μέρκελ είναι ότι η «Γερμανία πάντα νικά» και αυτό αντικατοπτρίζεται στις διογκούμενες γερμανικές εξαγωγές, στο γερμανικό χρηματιστήριο που κινείται όλο και ψηλότερα, στο δείκτη ανεργίας που παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, στην επιθυμία των εξυπνότερων και πιο καταρτισμένων της ηπείρου να μεταναστεύσουν στη Γερμανία, διαπιστώνει η εφημερίδα. Το κερασάκι στην τούρτα της γερμανικής κυριαρχίας στην Ευρώπη είναι το γεγονός ότι οι γερμανικές ομάδες εκθρόνισαν με εκκωφαντικό τρόπο τις ισπανικές από την κορυφή της Ευρώπης. Οι Γερμανοί, κυρίως της Μπάγερν Μονάχου, δαπάνησαν τα τελευταία χρόνια εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για πρωτοκλασάτους παίχτες, ξεσήκωσαν το ποδοσφαιρικό μοντέλο της Μπαρτσελόνας με τον Ολλανδό προπονητή, πρώην της Μπάρτσα, Λουίς Φαν Χαλ, επιστράτευσαν τις γερμανικές αρχές του πείσματος, της οργάνωσης, της προσήλωσης στο στόχο κ.λπ. και παρά τις επανειλημμένες αποτυχίες τους τα προηγούμενα χρόνια, στο τέλος κατόρθωσαν να δικαιώσουν τη Μέρκελ, ότι «οι Γερμανοί πάντα νικούν».
Σ την άλλη άκρη της Ευρώπης, στην Ελλάδα, σε μια χώρα που βιώνει τη μεγαλύτερη κρίση από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με όλους τους δείκτες να είναι σε αντίθετη κατεύθυνση από αυτούς της Γερμανίας, με τον ελληνικό λαό καθημερινά να συκοφαντείται από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους ως ανίκανος, τεμπέλης κ.λπ., συντελείται κάτι αντίστοιχο, και μάλλον πιο εντυπωσιακό, στο μπάσκετ. Οι ελληνικές ομάδες από το 2009, δηλαδή από την έναρξη της κρίσης, έχουν κατακτήσει τον ευρωπαϊκό τίτλο το ’09, το ’11, ’12 και το ’13, ενώ το ’10 ο Ολυμπιακός ηττήθηκε στον τελικό. Παράδοξο που δεν μπορεί να το χωνέψει η λοιπή Ευρώπη, πώς οι χρεοκοπημένοι Έλληνες τα καταφέρνουν; Μήπως εξακολουθούν οι Έλληνες να χαλάνε τα λεφτά τους άσκοπα, φτιάχνοντας πανάκριβες ομάδες μπάσκετ; Η απάντηση είναι πως όχι, μπορεί το ’09 και το ’10, ακόμα και το ’11 οι ελληνικές ομάδες να είχαν από τους πιο υψηλούς προϋπολογισμούς στην Ευρώπη, αλλά από το Σεπτέμβρη του ’11 αυτά κόπηκαν με το μαχαίρι. Ο Ολυμπιακός, μέχρι το καλοκαίρι του ’11, είχε έναν από τους πιο υψηλούς προϋπολογισμούς στην Ευρώπη, γύρω στα 30 εκατ. ευρώ, ανάλογο των πλούσιων Ρώσων και των μεγάλων ισπανικών ομάδων (Ρεάλ, Μπάρτσα). Από το Σεπτέμβρη όμως ο προϋπολογισμός έπεσε στα 8 εκατ., έφυγαν οι πρωτοκλασάτοι παίχτες, και έγινε επένδυση σε ταλαντούχους νεαρούς Έλληνες παίχτες και μέτριους ξένους, ανάλογη στροφή ξεκινούσε και ο Παναθηναϊκός, που ολοκληρώθηκε ένα χρόνο μετά. Το πείραμα του Ολυμπιακού την πρώτη χρονιά εξέπληξε τους πάντες, οι μπόμπιρες του Ίβκοβιτς κέρδισαν την ΤΣΣΚΑ των 45 εκατ. και πήραν το ευρωπαϊκό. Όλοι έβγαζαν το καπέλο στη γριά αλεπού της προπονητικής Ίβκοβιτς, που στα γεράματα έφτιαξε άλλη μια μεγάλη ομάδα, αλλά έλεγαν και πολλά περί τύχης των Ελλήνων, θαύματος που γίνεται μια φορά κάθε 20 χρόνια στο μπάσκετ κ.λπ.
Φέτος ο Ολυμπιακός διατήρησε τον ίδιο προϋπολογισμό και την ομάδα ανέλαβε Έλληνας προπονητής, ο Γ. Μπαρτζώκας, αντίστοιχα πράγματα έγιναν και στον Παναθηναϊκό, που τον ανέλαβε ο Αρ. Πεδουλάκης. Οι άσπονδοι εχθροί μας, Ισπανοί, Τούρκοι (που κάθε χρόνο δαπανούν όλο και περισσότερα, αλλά σε φάιναλ φορ δεν φτάνουν ποτέ) και Ρώσοι έτριβαν τα χέρια τους τον Σεπτέμβρη, πιστεύοντας ότι οι ελληνικές ομάδες δεν θα μονοπωλούν πια τους τίτλους και στοιχημάτιζαν ότι με το ζόρι θα φτάσουν μέχρι τα προημιτελικά. Για άλλη μια φορά διαψεύστηκαν: Ο Παναθηναϊκός παρά τρίχα και λόγω απειρίας των νέων του παιχτών δεν κατάφερε να πετάξει έξω τα γερόντια της Μπαρτσελόνας και να φτάσει σε ένα ακόμα φάιναλ φορ, ενώ ο Ολυμπιακός όχι μόνο έφτασε, αλλά το πήρε κιόλας, παίζοντας εντυπωσιακό μπάσκετ, κερδίζοντας σε κάθε αγώνα μέσο όρο σχεδόν 15 πόντους. Πια κανείς δεν μιλά για θαύμα, έκπληξη, αλλά όλοι συμφωνούν ότι τα τελευταία χρόνια τελειοποιήθηκε το ελληνικό μοντέλο στο μπάσκετ, όπως παλιότερα υπήρχε το γιουγκοσλαβικό, το σοβιετικό και πιο πρόσφατα το ισπανικό.
Όλα τα στοιχεία μας οδηγούν σε αυτό: Οι Έλληνες παίχτες αποτελούν πια τον βασικό κορμό στις μεγάλες ελληνικές ομάδες, ενώ πολλοί Έλληνες παίχτες έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε ξένες ομάδες. Οι Έλληνες προπονητές, που κάποτε αποτελούσαν ανέκδοτο, σήμερα συγκαταλέγονται στους πλέον ανερχόμενους στην Ευρώπη και η εθνική ομάδα είναι σταθερά στις κορυφαίες του κόσμου, παίζοντας ένα συγκεκριμένο και αναγνωρίσιμο στιλ παιχνιδιού.
Τα χαρακτηριστικά του ελληνικού μοντέλου πια είναι και αυτά αναγνωρίσιμα. Οι Έλληνες παίχτες δεν είναι οι πιο ταλαντούχοι του κόσμου, όπως π.χ. οι Σέρβοι, δεν έχουν τα πλέον αθλητικά κορμιά του κόσμου, όπως οι Αμερικανοί, δεν είναι οι καλύτεροι σουτέρ, όπως οι Λιθουανοί, αλλά κυριαρχούν στην Ευρώπη γιατί χρησιμοποιούν περισσότερο από όλους τους άλλους το μυαλό τους. Ξέρουν τα μειονεκτήματά τους και τα μετατρέπουν σε πλεονεκτήματα. «Διαβάζουν το παιχνίδι», δηλαδή προβλέπουν τις επόμενες κινήσεις του αντιπάλου, καλύτερα από όλους, αφομοιώνουν την τακτική που τους διδάσκεται καλύτερα, παίζουν την πιο παθιασμένη άμυνα, ξέρουν πότε να τρέξουν σε έναν αγώνα και πότε να πατήσουν φρένο, δουλεύουν στην προπόνηση περισσότερο από τους άλλους και, το σημαντικότερο, όσο και αν φαίνεται περίεργο για Έλληνες, από τα ελληνικά αποδυτήρια δεν βγαίνουν ποτέ διαρροές στον Τύπο για το τι συμβαίνει στο εσωτερικό της ομάδας, αν ο ένας δεν μιλιέται με τον άλλον, ή αν ο τάδε παίχτης γκρινιάζει για τα λεπτά συμμετοχής του. Οι Έλληνες προπονητές είναι μετρ στην τακτική, στο ελληνικό πρωτάθλημα, όπου και οι 14 ομάδες έχουν Έλληνες προπονητές, λόγω του ότι πια δεν υπάρχουν χρήματα για φανταχτερές μεταγραφές, οι προπονητές συνδυάζουν κάθε είδους τακτικές για να αναχαιτίσουν τον αντίπαλο.
Το ελληνικό μοντέλο στο μπάσκετ μας δίνει ιδέες για το τι μοντέλο θα έπρεπε να ακολουθήσει η χώρα: Να παίξει σκυλίσια άμυνα απέναντι στους αντιπάλους της, να ακολουθήσει όλα τα είδη τακτικής του ανταρτοπόλεμου για να τους αναχαιτίσει, να κρατηθεί στο παιχνίδι μέχρι να βρει την κατάλληλη στιγμή να αντεπιτεθεί, αλλά αυτά προϋποθέτουν τη σκληρή δουλειά, τη στοχοπροσήλωση και, κυρίως, το συλλογικό πνεύμα. Όπως είπε και ο προπονητής Μπαρτζώκας μετά την κατάκτηση του τίτλου, «τα καταφέραμε γιατί στη διαδρομή ήμασταν όλοι μαζί, όχι όπως γίνεται στην Ελλάδα, που ένας προσπαθεί να βγάλει το μάτι του άλλου».
*Κατά το αντίστοιχο «η Γερμανία πάντα νικά»

4 Σχόλια

  1. «τα καταφέραμε γιατί στη διαδρομή ήμασταν όλοι μαζί, όχι όπως γίνεται στην Ελλάδα, που ένας προσπαθεί να βγάλει το μάτι του άλλου»…..Η λύση των προβλημάτων της χώρας μας σε μιά μόνο πρόταση!

  2. Λουκρήτιος

    Η αρρώστεια του Έλληνα είναι το Εγώ του.Αλλά ο κοινοτισμός,η συντροφία και η παρέα το αντίδοτο,ειπώθηκε παλαιότερα σε αυτήν την ιστοσελίδα.Η δικαίωση της είναι το παραπάνω άρθρο.

  3. ΑΝ ΤΟ ΜΠΑΣΚΕΤ ΗΤΑΝ ΠΗΓΗ ΑΝΤΛΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ ΚΑΙ
    ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ ΤΟΤΕ Η ΣΕΡΒΙΑ ΘΑ ΕΙΧΕ ΕΚΤΑΣΗ 679000
    Τ ΧΛΜ
    ΠΟΛΥ ΘΑ ΤΟ ΘΕΛΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ
    ΠΟΤΕ ΚΑΝΕΝΑ ΑΘΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΗΓΗ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
    ΚΑΤΗΓΟΡΕΙΤΕ ΤΗΝ ΧΟΥΝΤΑ ΟΤΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕ
    ΤΟΝ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟ ΣΑΝ ΥΠΝΩΤΙΚΟ ΕΝΩ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΕΙΡΩΣ ΠΙΟ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ

    • Τη Σερβία χρειάστηκαν 15 χρόνια για να τη διαλύσουν, γιατί ως Γιουγκοσλαβία ήταν η μόνη χώρα στα Βαλκάνια που είχε δική της αυτόνομή πολιτική, ήταν κομμουνιστική αλλά όταν οι Σοβιετικοί τους παραπίεσαν δεν δίστασαν να τραβήξουν δική τους πορεία με το κίνημα των αδέσμευτων. Η Γιουγκοσλαβία λοιπόν από το 50 έως το 90 ήταν μια ισχυρή και σίγουρα ανεξάρτητη χώρα σε ευρωπαικό ακόμα και παγκόσμιο επίπεδο και είχε και το δικό της μοντέλο σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ κ.α. Επομένως μην συγκρίνετε τη Σερβία του τώρα με τη Γιουγκοσλαβία πριν από 2 δεκαετίες αν και η Σερβία θα επανέλθει.
      Η Χούντα χρησιμοποίησε το επίτευγμα του Παναθηναικού το 71, όπως γενικότερα το ποδόσφαιρο, σήμερα δεν γίνεται κάτι αντίστοιχο η Πολίτεια είναι αδιάφορη, και σε ένα βαθμό αυτό είναι θετικό, για ότι γίνεται στον επαγγελματικό αθλητισμό. Αν υπάρχει κάποια επιτυχία στέλνει ο πρωθυπουργός μια επιστολή και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας τους καλεί στο Προεδρικό να δούν τους τσολιάδες. Μέχρι εκεί.
      Αν φτάσουμε να περιμένουμε από το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ να βρούμε πηγή έμπνευσης έχουμε χάσει τα αυγά και τα πασχάλια, κάποια παραδείγματα παίρνουμε, πχ από το ποδόσφαιρό τα χειρότερα μιας και αντιπροσωπεύει ότι πιο σάπιο για την ελληνική κοινωνία και από το μπάσκετ αυτή την περίοδο παίρνουμε κάποια θετικά παραδείγματα ότι υπάρχει και άλλος δρόμος. Αυτά.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*