Άρδην τ.14-15, Περιοδικό Άρδην

Ανοιχτά χαρτιά

του Ο. Ελύτη

Αν υπάρχει ένας χώρος επάνω στη γη όπου όλοι οι παράγοντες, όσοι συντελούν στη δημιουργία, φυσικοί, εθνικοί, φυλετικοί, ιστορικοί, συνηγορούν για την ύπαρξη μιας τέχνης –στις θεμελιακές της βάσεις- καθαρά αντιμιμητικής, ο χώρος αυτός είναι η Ανατολική Μεσόγειος, ο τόπος αυτός είναι η Ελλάδα. Λέγοντας αυτό, δεν πρέπει να νομίσει κανένας ότι υποστηρίζουμε την αφηρημένη τέχνη. Μέσα στον όρο που αρνιέται τη μίμηση, δεν συμπεριλαμβάνεται αναγκαστικά και η διάλυση ή η εξαφάνιση του αντικειμένου, μήτε, πολύ περισσότερο, η κατ’ αρχήν αναγωγή των φαινομένων σε ιδεογράμματα. Όμως, ο ρεαλισμός είναι χαρακτηριστικός πολύ πλατύς κι ο νατουραλισμός, αντίθετα, πολύ στενός, για να χωρέσουν με ακρίβεια εκείνο που θέλουμε να πούμε. Γεγονός είναι ότι η τήρηση των νόμων της προοπτικής, όπως τους καθιέρωσε η Αναγέννηση και τους συνέχισε αργότερα η Δυτική Ζωγραφική· ο περιορισμός των συναισθημάτων και των πλαστικών ενδιαφερόντων σ’ ένα απόσπασμα χώρου ισοδύναμου με το φυσικό· η οιονεί επιστημονική αντίληψη γι’ αυτόν το φυσικό χώρο και η ζωγραφική απόδοσή του με τα διαφορετικά πλάνα και το κιάρο-σκούρο· η παθητική, τέλος, στάση απέναντι στα αντικείμενα και τις σχέσεις που δημιουργούν ανάμεσα τους μέσα στη φύση· αυτά όλα, έρχονται σε αντίθεση, ή αν όχι, μαρτυρούν πάντως μιαν αδυναμία να παρακολουθήσουν τη μεσογειακή ψυχοσύνθεση που, αυτή, και στη σύλληψη και στην εκτέλεση των οραμάτων της, είναι κατά κανόνα συνθετική.

Κέντρο της καλλιτεχνικής ενέργειας στην Ελλάδα, χιλιάδες χρόνια τώρα κι από την εποχή της αυγής των πολιτισμών, υπήρξε στο Αιγαίο. Εκεί, στη γαλάζια λεκάνη που ενώνει και χωρίζει συνάμα τις τρεις ιστορικές ηπείρους, συντελέστηκαν ανέκαθεν οι πιο τολμηρές κι οι πιο γόνιμες συναντήσεις του πνεύματος. Ο Ελληνισμός, παρών πάντοτε στα χείλη της λεκάνης αυτής (και τότε μονάχα όντας σε θέση να ολοκληρώνει το νόημα της αποστολής του μέσα στον κόσμο) γινόταν ο ενσυνείδητος λειτουργός μιας ακατάπαυστης αφομοιωτικής ενέργειας, που, με υλικό παρμένο από την Ανατολή και τη Δύση, εξακολουθητικά πλαστουργούσε πρότυπα πολιτισμού, διάφορα και στην ουσία και στη μορφή από κεινα που του είχαν χρησιμέψει για πρώτη ύλη. Στον ομφαλό λοιπόν του Αιγαίου έβλεπε το φως, όχι απλά και μόνο η ισορρόπηση δυο κόσμων αλλά, ένας τρίτος κόσμος, ισοδύναμος με τους δυο άλλους σε πρωτογένεια και αλήθεια. Ο κόσμος αυτός στην εξέλιξή του γνώρισε πολλές φάσεις. Όμως για ένα μάτι που ξέρει να βλέπει, όλες αυτές οι φάσεις διαπερνούνται κατά βάθος από το ίδιο χαρακτηριστικό ρεύμα που ζωοποιά κινήθηκε σ’ όλες τις περιπετειώδεις ανελίξεις της φυλής και σήμανε πάντοτε την ορθή αντιστοιχία του φυσικού και του νοητικού κόσμου.

Αν είναι αλήθεια ότι η αξία του ελληνικού τοπίου στηρίζεται στη γύμνια και την ακρίβεια των γραμμών και των όγκων του, μπορούμε να πούμε τότε ότι κι εκείνος που ζει ή θεάται ένα τέτοιο τοπίο δεν είναι δυνατόν να το αποδώσει παρά μόνο με μιαν αναγωγή στο πνευματικό ήθος του. Μια τέτοια αναγωγή θα ήτανε κίνδυνος να οδηγήσει ολόισια στην αφαίρεση. Ευτυχώς, σ’ αυτό το σημείο, το ένστικτο του μεσημβρινού που δεν αποχωρίζεται ποτέ του την αίσθηση, μπόρεσε να επιδράσει ευεργετικά. Η ελληνική τέχνη, από τη Μινωική εποχή ως τις μέρες μας, έμπρακτα έδειξε ότι δεν κινδυνεύει να ξεφύγει από τη σωστή γραμμή. Κι όπως μέσα στην περιοχή του ποιητικού λόγου, ορισμένα στοιχεία, η ομοιοκαταληξία π.χ. που αντιπροσωπεύει οπωσδήποτε ένα βάρος γλυκασμού, δεν έγινε ποτέ συνείδηση ανάγκης ούτε στους αρχαίους Έλληνες ή τους Βυζαντινούς, ώστε να την επινοήσουν, ούτε στους ανώνυμους ψάλτες του νεώτερου Ελληνισμού ώστε να τη χρησιμοποιήσουν- τουλάχιστον με αποκλειστικότητα- έτσι και η νατουραλιστική αντίληψη, στους κόσμους της πλαστικής, σαν έκφραση που μαρτυρεί έλλειψη φαντασίας και μάταιη προσήλωση στο περιττό, δεν μπόρεσε ποτέ της να προκόψει μέσα στην αισθητική της χώρας αυτής. Είναι υπερβολική η παρομοίωση όχι όμως και για τούτο λιγότερο αληθινή.

Έντονη χρωματική διάθεση, αναγωγή σε σύμβολα και τύπους απόλυτους, ιδιοτυπία συνθετική ανάλογη με τα συναισθηματικά δεδομένα, τελείωση σχεδόν διακοσμητική, ο μελετητής της τέχνης βρίσκει σ’ όλες τις σελίδες της ιστορίας μας που αρχίζουν με τις τοιχογραφίες της Κνωσσού και φτάνουν –κρατώντας τις αναλογίες- ως τις εικόνες του Παναγιώτη Ζωγράφου και του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ.

Μια τέτοια γενίκευση – επειδή για γενίκευση πρόκειται- είναι χρήσιμο να γίνεται κάθε τόσο, έτσι που να μας θυμίζει μέσα σε ποια πλατιά κοινότητα ατμόσφαιρας αναπτύχθηκε πάντοτε η δραστηριότητα της φυλής. Δεν πρέπει όμως να μας παρασύρει κι ως το σημείο να βγάζουμε συμπεράσματα παρακινδυνευμένα ή να προβαίνουμε σε κατατάξεις αυθαίρετες. Υπάρχει μια απόσταση μεγάλη ανάμεσα στην ενσυνείδητη, την προσωπική τέχνη, και την τέχνη του λαού, την ομαδική. Ο Παναγιώτης Ζωγράφος, όπως κι ο Θεόφιλος, δεν μπορεί ούτε πρέπει να μελετιούνται συγκριτικά με άλλους καλλιτέχνες που παρουσιάστηκαν ή και θα παρουσιαστούν επηρεασμένοι από τα διδάγματά τους. Η σημασία τους η καίρια, η κεντρική, η αναμφισβήτητη, είναι η σημασία της πηγής. Κι από την άποψη της πηγής, ο ρόλος του Παναγιώτη Ζωγράφου δεν είναι διόλου μικρός. Απλός και ταπεινός αγιογράφος στην πατρίδα του, ίσως να περνούσε απαρατήρητος και να έσβηνε μέσα στην ανωνυμία, αν μια μέρα δεν τον τραβούσε κοντά του ο παράξενος εκείνος Στρατηγός με το λανθάνον καλλιτεχνικό πάθος. Ίσως πάλι κι ο ίδιος ο Μακρυγιάννης, να μην έβλεπε πραγματοποιημένα τα οράματά του, έτσι τουλάχιστον όπως τα είχε συλλάβει μέσα στη φαντασία του, αν δεν έβρισκε μπροστά του τον λαϊκό αυτό τεχνίτη.

Στενή, βαθιά και πρωτότυπη, στάθηκε η σύμπραξή τους στη γέννηση των Εικονογράφων του Εικοσιένα. Όλα τα κείμενα που υπάρχουν μαρτυρούν ότι ο Μακρυγιάννης έδωσε λεπτομερέστατες οδηγίες. Όμως αν η πλάστιγγα της τιμής για τη δημιουργία του έργου πρέπει από κάπου να γείρει, νομίζουμε ότι πρέπει σίγουρα να γείρει από τη μεριά του Παναγιώτη Ζωγράφου. Είδαμε ότι ο πρώτος που χρησιμοποιήθηκε γι’ αυτή τη δουλειά, ο «Φράγκος» όπως τον αναφέρει ο Μακρυγιάννης, μολονότι θα έλαβε τις ίδιες περίπου οδηγίες δεν μπόρεσε να φτάσει σε αποτελέσματα ικανοποιητικά ώσπου στο τέλος, διώχτηκε. Η κατανόηση δηλαδή των εμπνεύσεων του Μακρυγιάννη, φάνηκε γρήγορα ότι δεν ήταν τόσο ζήτημα παιδείας, όσο ζήτημα ψυχολογικού συνταυτισμού. Αυτός ο Σπαρτιάτης, πέρ’ από τα χρώματα και τις γνώσεις της αγιογραφίας, κουβαλούσε μέσα του κάτι άλλο: μια παράδοση, τη ζωντανή παράδοση του τόπου του. Είχε αγρυπνήσει με τους ίδιους καημούς, είχε κοιμηθεί με τα ίδια όνειρα, τραγουδήσει με το ίδιο πάθος που τραγουδούσανε χρόνια τώρα όλοι οι γύρω του άνθρωποι. Και μέσα σ’ αυτά, μια ορισμένη αντίληψη για τη φύση και τη σχέση των πραγμάτων και των ανθρώπων, μια ειδική αισθαντικότητα, διαμορφώνονταν και ταξίδευε υποσυνείδητα ώσπου να φτάσει τη στιγμή των πραγματοποιήσεων.

Αυτή την αισθαντικότητα παίρνοντας, ο αισθητικός και ξετυλίγοντας την σαν ένα είδος μίτου προς τα πίσω, θα κάνει ένα παράδοξο ταξίδι. Θα περάσει από μερικές λαϊκές εκδηλώσεις της νεοελληνικής ζωής όπως ο Καραγκιόζης ή τα χωριάτικα χειροτεχνήματα, από παλιές λιθογραφίες, ορισμένες τοιχογραφίες σπιτιών ιστορικών, της Ύδρας ή των Γρεβενών, παραστάσεις μοναστηριών του Άθω, και θα βρεθεί στο τέλος, όπως το επεσήμανε κάποτε ο καθηγητής Άγγελος Προκοπίου, συνδεδεμένος με το λαϊκό εκείνο ρεύμα της Βυζαντινής ζωγραφικής που καλλιεργήθηκε στις ακραίες επαρχίες της Αυτοκρατορίας, παράλληλα με το επίσημο, και που φέρνει φανερά επάνω του τα χαρακτηριστικά σημάδια της Ανατολής. Ποια ήταν η επίδραση της Ανατολικής τέχνης, προ πάντων της Συριακής και της Περσικής, επάνω στη Βυζαντινή και σε τι ποσοστό χρωστάει ετούτη πάλι, τη διαμόρφωση της στην προγενέστερη Ελληνιστική, είναι ένα ξεχωριστό θέμα. Εκείνο που ενδιαφέρει εδώ είναι ότι ο Παναγιώτης Ζωγράφος, ασυνείδητος φορέας της αισθαντικότητας αυτής, που κράτησε την ενότητα και τη συνοχή της όσο το επιτρέψανε οι μύριες αντιξοότητες της δουλειάς, έφτιαξε πραγματικά ένα έργο που, χωρίς να είναι μεγάλη ζωγραφική, γίνεται το ευαίσθητο μέτρο των στοιχείων που χαρακτηριστικά σημαδεύουν τη νεοελληνική τέχνη, και που, σ’ όλο το διάστημα της πρώτης ελεύθερης εκατονταετίας του έθνους, συγκεκριμένα ως τον Παρθένη, απουσιάζουν εντελώς σχεδόν από την παραγωγή των καλλιτεχνών μας.

Μια τέτοια απουσία είναι βέβαιο πως οφείλεται στην ολοκληρωτική σχεδόν απορρόφησή μας από τη Δύση, στην απώλεια, για να μιλήσουμε πιο καθαρά, του μεγάλου αντίρροπου στηρίγματός μας που υπήρξε πάντοτε η Ανατολή. Γι’ αυτό ίσως νιώθουμε τόσο πολύ την ανάγκη να υπερασπίσουμε σήμερα τον παράγοντα της Ανατολής, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την τέχνη, αλλά και γενικά τον πολιτισμό μας. Γι’ αυτό βρίσκουμε πιο φυσικό, πιο ευεργετικό, να επηρεάζονται οι νέοι μας από έναν Matisse π.χ., που συμβολίζει κατά βάθος μιαν αντίθεση στον μονοδογματικό Ευρωπαϊσμό, παρά από έναν Λύτρα ή έναν Ιακωβίδη, δηλαδή ζωγράφους που, παρ’ όλες τις τυχόν μεγάλες ατομικές του αρετές, είναι θύματα του Βορρά. Γι’ αυτό αγαπούμε τόσο τις ζωγραφιές του Μακρυγιάννη.

423-427 (ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ)

Αν για μια στιγμή μπορούσαμε να φανταστούμε το σημερινό κόσμο χωρισμένο σε ομάδες ολότελα απομονωμένες ανάμεσά τους, σε συγκροτήματα χωρισμένα όχι μόνον από υλικά κι από ψυχικά τείχη αξεπέραστα, σαν σύνολα αποκλειστικά στραμμένα στον εαυτό τους, με ξεχωριστές έγνοιες, ξεχωριστές συνθήκες ζωής, αν μ’ ένα λόγο οι χώρες της Ευρώπης π.χ. αντιπροσωπεύανε η κάθε μια τους ένα ριζικά διαφορετικό επίπεδο πολιτισμού, θα μπορούσε ίσως να μιλήσει κανείς για άσκοπες μιμήσεις και άκαιρες μεταμφυτεύσεις. Σήμερα όμως –είναι και βαρετό να το ξαναλέμε ύστερα από τόσους άλλους- οι μεγάλες γραμμές που αφορούνε την τύχη της ανθρωπότητας είναι κοινές. Η επικοινωνία ανάμεσα στους λαούς (δε μιλώ φυσικά για την περίπτωση του πολέμου) είναι τόσο μεγάλη, οι καλοί όσο κι οι κακοί καρποί του πολιτισμού μας τόσο παρόντες ως τις τελευταίες γωνιές της γης, οι πόθοι και τα όνειρα τόσον «ομοειδώς» στραμμένα κατά τους ίδιους στόχους, που θα ήτανε και αντιεπιστημονικό και ανόητο να υποστηρίξει κανείς ότι οι λόγοι που δικαιώνουν την απόπειρα δημιουργίας μιας νέας κατάστασης πραγμάτων δεν ισχύουνε το ίδιο και για τον δικό μας τόπο.

Αν έχουμε μονάχα εκατό χρόνια ελεύθερης ζωής και πνευματικής παράδοσης, αυτό βέβαια παίζει ένα μεγάλο ρόλο, θα δείτε όμως παρακάτω ότι τον ρόλο αυτόν δεν τον παραγνωρίζουμε διόλου. Αν έχουμε διαφορετικό υλικό από τους άλλους λαούς, υλικό που πρέπει να το χρησιμοποιήσουμε, αυτό, όχι μονάχα δεν το αρνιόμαστε αλλά ίσα-ίσα πρώτοι εμείς, με έμφαση, το υπογραμμίζουμε. Αλλά εμείς, θέλουμε και κάτι άλλο ακόμη: να βρούμε έναν τρόπο ώστε το υλικό αυτό να μην πηγαίνει χαμένο μέσα σε μορφές και είδη εκφραστικά ανάξια του αιώνα μας, να μη φαίνεται καταδικασμένο να περνάει απαρατήρητο και αδιάφορο από τους άλλους αδελφούς λαούς αλλά να δοκιμάζεται και να λάμπει μέσα στις σύγχρονες μορφές, τις μόνες ικανές να του εμφυσήσουνε ζωή κι ενδιαφέρον.

Το έργο τέχνης, όσο περισσότερο βυθισμένο βρίσκεται, σαν ουσία, μέσα στις ρίζες και στις πηγές ενός τόπου συγκεκριμένου και, παράλληλα, όσο περισσότερο προσαρμοσμένο είναι, σα μορφή, στο γενικότερο αισθητικό πνεύμα μιας εποχής, τόσο καλύτερα κερδίζει το έπαθλο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, τόσο αποτελεσματικότερα καταφέρνει ν’ αντισταθεί στη φθορά του χρόνου.

Ένα Σχόλιο

  1. uparxei aggliki metatarsi ?

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*