Άρδην τ. 10-19, Άρδην τ.14-15, Περιοδικό Άρδην

Εθνική ταυτότητα και Κύπρος

του Β. Φτωχόπουλου

Να ’χεν γρουσάφκια τούτ’ η γη, να γυάλλιζεν το χώμαν, ο τόπος μο’ν’ καλλύττερος που πότιζα με δρώμαν.

Όπως το θέλει το νερόν η γη άμαν διψάσει, έτσι διψά τον τόπον του τζιείνος πο’ν’ να τον χάσει.

Παρακαλώ τον Πλάστην μου δύναμην να μου δώσει να ξαναδώ τον τόπον μου πάλε να μ’ αξιώσει.

Πιερής Πιερέττης

Συγγνώμην Φίλιππε, συγγνώμην Γιώργο, συγγνώμην κύριοι της Νομαρχίας Λέσβου, συγγνώμην κυρίες και κύριοι. Συγγνώμην που δεν κατάφερα να είμαι σήμερα μαζί σας. Με βρήκατε σε άσχημη στιγμή. Προσπαθώ να κατακρημνίσω ό,τι έκτισα τα τελευταία 22 χρόνια της μόνιμης διαμονής μου στην Κύπρο και λίγο ο φόβος των αεροπλάνων, λίγο ο φόβος του «κοινού» και λίγο ο φόβος ν’ αντικρίσω την κατεχόμενη Μικρά Ασία και τις λογής λογής δικαιολογίες για τις εκδρομές απέναντι στη γείτονα χώρα με αναγκάζουν να μείνω στον τόπο του εγκλήματος, στην Κύπρο. Το ερώτημα είναι εύλογο: «Τότε γιατί δέκτηκες την πρόσκληση;». Αγένεια ή θράσος; Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Δέκτηκα την πρόσκληση πριν καν δω την ταινία.

Έτσι είμεθα εμείς οι Κύπριοι, οι Έλληνες της περιφερειακής Ελλάδας. Δεν μπορούμε να πούμε ΟXΙ στους αδελφούς Ελλαδίτες της μητρόπολης. Καλό και κακό αυτό. Καλό γιατί δείχνει την ανιδιοτέλεια του αλύτρωτου ανθρώπου που διψάει για την ελευθερία του. Θυμηθείτε τώρα τη φωτογραφία του Γιώργου Σεφέρη με το σύνθημα στον τοίχο ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού: «ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑΝ ΘΕΛΩΜΕΝ ΚΑΙ ΑΣ ΤΡΩΓΩΜΕΝ ΠΕΤΡΕΣ», το πιο συγκλονιστικό σύνθημα που γράφτηκε ποτέ στη νεότερη ιστορία του Ελληνισμού. Το σύνθημα αυτό το έγραψαν οι Κύπριοι για ν’ απαντήσουν στα επιχειρήματα των Άγγλων ότι με την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα θα πέσει κατακόρυφα το βιοτικό τους επίπεδο, μιας και εκείνη την περίοδο η μικρή Ελλάς ήτο νηστική, ξυπόλυτη και ανεκσυγχρόνιστη. Τότε οι Έλληνες της Κύπρου θεωρούσαν ως ύψιστο αγαθό την ελευθερία και όχι το νταμπλ μπέργκερ με τσιπς. Θυμηθείτε επίσης τους νεκρούς της ΕΟΚΑ, τους συκοφαντούμενους σήμερα, που έπεφταν στα πεδία των μαχών αναφωνώντας «Πεθαίνω, ζήτω η Ελλάδα». Τότε οι Έλληνες της Κύπρου προτιμούσαν το θάνατο για την Ελλάδα παρά το θάνατο από παχυσαρκία. Αυτή η ανιδιοτελής αγάπη για την Ελλάδα έχει όμως και την κακή της όψη. Η αγάπη μας και ο θαυμασμός μας για την «ελεύθερη» Ελλάδα μας οδήγησε σε μοιραία σφάλματα. Πιστέψαμε σε τσαρλατάνους, σε λαοπλάνους, σε προδότες, σε ανθρώπους ανθέλληνες που δεν ήξεραν τίποτα από τις αρετές του αρχαίου ή νεότερου πολιτισμού μας. Πιστέψαμε σ’ αυτούς μόνο και μόνο επειδή μιλούσαν «καλαμαρίστικα» και είχαν ελληνικά διαβατήρια. Αυτό το πληρώσαμε πολύ ακριβά ΟΛΟΙ οι Έλληνες. Πιο πολύ όμως το πλήρωσε η ίδια η Κύπρος. Η μισή κατεχόμενη από τους Τούρκους και η άλλη μισή μια απέραντη ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ.

Είδα λοιπόν την «ΑΓΕΛΑΣΤΟ ΠΕΤΡΑ» του Φίλιππου Κουτσαφτή και «ετάραξεν η ψυσιή μου». Στην απόφασή μου να μην έρθω τελικά στη Μυτιλήνη έπαιξε μεγάλο ρόλο η «Αγέλαστος Πέτρα». Τι γυρεύει ένας Κύπριος, και μάλιστα μη κριτικός κινηματογράφου, στη Μυτιλήνη; Γιατί πρέπει να μιλήσω για την ΑΓΕΛΑΣΤΟ ΠΕΤΡΑ όταν δεν μπορώ να μιλήσω για την ΑΓΕΛΑΣΤΟ ΝΗΣΟΝ ή τουλάχιστον για την ΧΑΧΑΝΙΖΟΥΣΑ ΝΗΣΟΝ; Τελικά η όμορφη Σμυρνιά της Ελευσίνας με έπεισε να μείνω στην Κύπρο. Να απολέσω τα περιουσιακά μου στοιχεία, να συλλέξω τις μνήμες μου και να ετοιμάσω το μνημόσυνο της δικιάς μου Ελευσίνας, της δικιάς μας Ελευσίνας. Πάμε όμως πρώτα στην ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή.

Η «Αγέλαστος Πέτρα» δεν είναι κατ’ ανάγκην μια ταινία ούτε καν ένα ντοκιμαντέρ. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και μια ωδή, ένα μυθιστόρημα, μια ραδιοφωνική εκπομπή, ένας ΥΜΝΟΣ κι ένα ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ, και όντως είναι όλα αυτά. Αυτή είναι η μεγάλη της αρετή. Πότε ως λόγος, πότε ως εικόνα και πάντα με μια ποιητική διάθεση η ταινία φέρνει στην επιφάνεια τα μικρά και μεγάλα ερείπια της ελληνικής μας ταυτότητας, της ελληνικής μας ψυχής. Τα ερείπια αυτά δεν είναι κατ’ ανάγκην αρχαία και «άψυχα» όπως τα βλέπουμε στην ταινία. Τα ερείπια είναι και το έθνος μας, ο λαός μας, οι ίδιοι οι Ελευσίνιοι, εμείς οι ίδιοι που παρακολουθούμε την ταινία. Ερείπια ζωντανά που κάνουν το ταξίδι της μακρόχρονης ιστορίας μας για να βγουν στην επιφάνεια, να δουν λίγο φως και μετά να ξαναεπιστρέψουν στα βάθη της γης όπως όλοι οι έμψυχοι και άψυχοι πρωταγωνιστές του Κουτσαφτή. Η «Αγέλαστος Πέτρα» είναι σπουδή ΘΑΝΑΤΟΥ.

Σπουδή ζωής-θανάτου, μόνο που στην παράδοσή μας υπάρχει και η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ. Ο Φίλιππος Κουτσαφτής το γνωρίζει αυτό πολύ καλά και, παρόλες τις προσπάθειές του να μας το υποδείξει, η σκληρή πραγματικότητα τον αναγκάζει να μελαγχολεί, να μαραζώνει, σαν να αμφιβάλλει και ο ίδιος για την Ανάσταση. Το έργο όμως είναι σπουδή ΘΑΝΑΤΟΥ του Ελληνισμού. Ποιος σώφρων πολίτης σήμερα δεν θα αμφέβαλλε για την ανάσταση του Ελληνισμού, και ας εκσυγχρονίζεται η Ελευσίνα, η Ελλάδα; Ποιος δεν ψυχοπλακώνεται μ’ όλα αυτά που συμβαίνουν στην κάθε Ελευσίνα του τόπου μας; Δεν αναφέρομαι μόνο στην καταστροφή της λεγόμενης πολιτιστικής μας κληρονομιάς, ούτε στην καταστροφή του περιβάλλοντός μας, αναφέρομαι στη συντριβή της ανθρώπινης υπόστασής μας. Μιλώ για τη Σμύρνη, το Προκόπι, την Κερύνεια, τη Γιαλούσα. Μιλώ για τον γαλατά, τον Στέλιο Θεολόγο, την Μαρία, την κυρία Κούλα, για τον ψαρά και τη γυναίκα του, την Αντωνία, τους εργάτες, τον Γιώργο, τον Ισαάκ, τον φύλακα των αρχαίων, τον Σμυρνιό ιερέα. Μιλώ για τον Παναγιώτη Φαρμάκη. Μιλώ για τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους. Μιλώ για την αγάπη και την τρυφερότητα που με τόση μαεστρία τούς καταγράφει η κάμερα του Κουτσαφτή, ενώ η ίδια η κοινωνία, τουτέστιν εμείς, τους κατεδαφίζει συνεχώς. Και αν ο Κουτσαφτής είναι κάπως απαισιόδοξος (και έτσι πρέπει να είναι σήμερα ο μη ψεύτης καλλιτέχνης), οι πρωταγωνιστές του σκοπίμως ή άθελα τον τραβούν απ’ το μανίκι για να εκπέμψουν μέσα από τον πόνο τους και τη μελαγχολία τους το φως της ανάστασης και το φως της Ελπίδας.

Όπως ο Σαμ Πέκινπα στην «Άγρια Συμμορία», μετά το μακελειό στο στρατόπεδο του Μαπάτσε, βάζει δυο ξερόκουτα γεροντάκια να ηγηθούν της πορείας προς μια καλύτερη ζωή για τους εξαθλιωμένους Μεξικανούς, έτσι και ο Κουτσαφτής βάζει τα δικά του γεροντάκια να μας δείξουν το δρόμο της ζωής. Ξανά στον Πέκινπα. Η άγρια συμμορία είναι επικηρυγμένη. Την κυνηγάνε πολλοί. Ο αμερικανικός στρατός, οι πληρωμένοι από τη νέα αστική τάξη κυνηγοί (bounty hunters) με αρχηγό τον Θόρτον, πρώην συνεργάτη της συμμορίας, και ο Μεξικανικός στρατός. Ουδείς καταφέρνει να τους πιάσει, εκτός από τους επαναστάτες του Πάντσο Βίγια και μάλιστα τους πιάνει στον ύπνο. Ο Πέκινπα κάνει την πολιτική του δήλωση. Στην «Αγέλαστο Πέτρα», ο Παναγιώτης Φαρμάκης κρυμμένος κάτω από ένα σακκάκι όπως οι επαναστάτες του Βίγια στα βουνά του Μεξικού, τρέχει σαν τον πελλό να σώσει ό,τι μπορεί. Ο άνθρωπος χωρίς καμιά περιουσία τρέχει να σώσει την περιουσία μας. Την ΜΝΗΜΗ μας. Μας πιάνει κυριολεκτικά στον ύπνο. Και ας είναι σαλός, πελλός. Ο Κουτσαφτής κάνει κι αυτός τη δήλωσή του.

Νομίζω ότι η «Αγέλαστος Πέτρα» είναι η ιστορία της ελληνικής μας ταυτότητας. Δεν ξέρω εάν ο Κουτσαφτής στο πρόσωπο του Φαρμάκη θέλει να τονίσει ότι οι μόνοι που αντιστέκονται στην αλλοτρίωση της ταυτότητάς μας και την εξαθλίωση του λαού μας είναι οι μούργοι οι πελλοί. Εγώ είδα κι άλλους «πελλούς» ν’ αντιστέκονται. Τη φλόγα της κυρίας Ελένης που ανάβει τα βράδια τα καντήλια στα προσκυνητάρια του δρόμου, σε αντιδιαστολή με τη φλόγα της Πετρόλα. Τα αναμμένα κεριά στις εκκλησίες σε αντιδιαστολή με τα ΝΕΟΝ των Goody’s και την πυρκαγιά με τους 14 νεκρούς. Είδα τον φύλακα του αρχαιολογικού χώρου να μιλάει με τόση αγάπη για τον λαγό και τα φίδια του. Θυμήθηκα τον πατέρα μου και την καλύβα μας στην παραλία του Χατζηττοφή στην Γιαλούσα. Ξυπνούσε πολύ πρωί και καθόταν στην καρέκλα του παρακολουθώντας την αλεπού του να πλησιάζει ανέμελα πηγαίνοντας προς τον ορνιθώνα μας μήπως και καταφέρει να πιάσει καμιά όρνιθα. Μια μέρα τα κατάφερε. Εμείς, πιτσιρίκια τότε, ξεσηκωθήκαμε να την κυνηγήσουμε. «Αφήστε την», μας είπε ο πατέρας μου, «και κάτσετε κάτω να την δείτε που φεύγει». Η αλεπού με την όρνιθα στο στόμα (το φαγητό μας) πήρε το δρόμο για την επιστροφή. Ο ήλιος μόλις ανέτελλε. Η αλεπού σαν να διέσχιζε τις ακτίνες του ήλιου. Σχεδόν σε αργή κίνηση χάθηκε στο βάθος της παραλίας. Θεέ μου, τι όμορφη σκηνή. Χρόνια τώρα περιμένω να μνημονεύσω αυτήν τη σκηνή και τον πατέρα μου. Σ’ ευχαριστώ, Φίλιππε. Επιστρέφω στις αντιστάσεις των πελλών, για να μπορέσω να ισχυριστώ ότι είμαι κι εγώ Έλληνας και ας μην έχω ελληνικό διαβατήριο και ας τραυλίζω με την κυπριακή μου προφορά και ας γράφω «ορνιθώνας», αντί κοτέτσι. Θέλω να πω πως και η Κύπρος είναι Ελλάδα, και αν δεν είναι Ελλάδα και αν εσείς πάνω κι εμείς κάτω δεν αντισταθούμε για να είναι Ελλάδα, τότε η Κύπρος θα καταντήσει μια άλλη Ελευσίνα, μια τουρκοβρετανικοφραγκολεβαντίνικη Ελευσίνα, και το Αιγαίον Πέλαγος θα βρωμήσει από βόθρους και αίματα. Θέλω να πω πως o Ανέκληθρος Λίθος δεν είναι ανάγκη να μεταγλωττιστεί σε Αγέλαστο Πέτρα για να γίνει κατανοητός στην Κύπρο. Είμαστε οι μόνοι Έλληνες που ακόμη χρησιμοποιούμε τη λέξη ανακαλιούμαι που σημαίνει «μοιρολογώ», θρηνώ. Μάλιστα και οι στίχοι του τραγουδιού της προμετωπίδας τραγουδιούνται με φωνή «Νεκαλεστή». Η «Αγέλαστος Πέτρα» είναι πολύ οικεία σε μας στην Κύπρο. Ίδιος ο πόνος, ίδια και η ελπίδα. Πολλές από τις εκκλησίες μας είναι κτισμένες με αρχαία μάρμαρα πάνω σε αρχαίους ναούς. Στο ιερό της Αφροδίτης, οι Ελευσίνιοι τοποθετούν στα λαξευμένα ντουλαπάκια μικρά τάματα. Το ίδιο κι εμείς στον Άγιο Αγαπητικό και στον Άγιο Αμπέλη. Μάλιστα τέτοια είναι η συγκίνηση του Σεφέρη για τον Άγιο Αμπέλη, όπου οι βοσκοί πηγαίνουν κι αφιερώνουν φλογέρες και γκλίτσες, που τονίζει ότι με τη βοήθεια του Αγίου Αμπέλη και της Δήμητρας του αλωνιού της Ελευσίνας, βρήκε τα στοιχεία για να κατανοήσει τους Ομηρικούς Ύμνους. Πολλές οι ομοιότητες γιατί απλούστατα είμαστε όμοιοι. Το ίδιο πράμα. Μόνο που εμείς σκεπάσαμε όλη την αρχαία Αμαθούντα με ξενοδοχεία από το 1960. Μόνο που οι Τούρκοι κατεδάφισαν τα εδάφη μας και τις ψυχές μας το 1974. Τώρα, 28 χρόνια μετά την εισβολή, όλα έχουν αλλάξει στα κατεχόμενα. Οι Τούρκοι έχουν αλλάξει όλα τα ονόματα των πόλεων και των χωριών μας. Το χωριό μου η Γιαλούσα έχει μετονομαστεί σε ΥΕΝΙ ΕSΕΝΚΟΥ. Το άγαλμα του ήρωα της ΕΟΚΑ Σταύρου Στυλιανίδη δεν είχε την τύχη του Αισχύλου για να μεταφερτεί κάπου αλλού, κατεδαφίστηκε και στη θέση του έστησαν άλλο ένα άγαλμα του Κεμάλ Ατατούρκ. Η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας λεηλατήθηκε και τώρα είναι μια ανοικτή αίθουσα για να παίζουν ποδόσφαιρο τα Τουρκάκια. Αυτό όμως δεν αρκούσε. Αφαίρεσαν τον σταυρό από το καμπαναριό και ξερίζωσαν όλα τα δέντρα του προαυλίου, έτσι για να μην μπορεί καμιά ομορφιά να σώσει τον κόσμο. Ακόμη και το πηγάδι μέσα στο προαύλιο το σκέπασαν με μπάζα, όπως ακριβώς κάποιοι άλλοι κατέστρεψαν τα πηγάδια της Ελευσίνας. Στις παραλίες της Γιαλούσας έκτισαν πολυτελή ξενοδοχεία. Οι φοίνικες του χωριού ξεριζώθηκαν και πουλήθηκαν για να στολίσουν τις αυλές των ξενοδοχείων.

Στη Γιαλούσα δεν υπάρχει πια κανείς Έλληνας. Δεν υπάρχει ούτε ένας Παναγιώτης Φαρμάκης. Στις ελεύθερες περιοχές, ο παππούς της συντρόφισσας Ελενίτσας, ο κύριος Κωστής Χατζηλουκάς, από τον Καραβά, λεμονοχώρι της Κερύνειας, γύριζε τις γειτονιές της Λευκωσίας και κρυφά έκοβε τις λεμονιές του κόσμου. Για τον ξεριζωμένο κύριο Κωστή λεμονιές είχε μόνο ο Καραβάς. Τι γυρεύουν οι λεμονιές στη Λευκωσία; Σαν σουρούπωνε, ο κύριος Κωστής έκανε το μπάνιο του. Φορούσε τα καλά του, ετοίμαζε τη βαλίτσα και το μπαστούνι και έπεφτε με τα ρούχα του στο κρεβάτι, λέγοντας στους δικούς του να τον ειδοποιήσουν μόλις έρθει το λεωφορείο της γραμμής που θα τον έπαιρνε πίσω στον Καραβά. Ο κύριος Κωστής πέθανε από πνευμονικό οίδημα. Έκανε κρύο μπάνιο και το χειμώνα. Τον μνημονεύω ξανά.

Στις ελεύθερες περιοχές, ο Αντρέας Μοδέστης, άξιον τέκνον της Γιαλούσας, στα δεκαέξι του ανατίναξε τον αστυνομικό σταθμό των Άγγλων σε μιαν από τις πιο ριψοκίνδυνες επιχειρήσεις της ΕΟΚΑ, τώρα συνταξιούχος γυρίζει τις θάλασσες και τα βουνά μαζεύοντας αχινούς και κοκκινομανίταρα, λιχουδιές του χωριού μας, για να τις δωρίσει στους συγχωριανούς μας, να τους προσφέρει λίγη χαρά. Ο ίδιος στη Λευκωσία μαραζώνει. Λέμε ιστορίες για τη Γιαλούσα και τα μάτια του βουρκώνουν. Επικοινωνεί με αχινούς, σκάρους, κουρκούνες, κοκκινομανίταρα, αγρέλια, κάπαρη, τζιήκλες και περδίκια. Γιαλουσίτικες γεύσεις δίχως την Γιαλούσα. Στις ελεύθερες περιοχές, όσοι μιλάνε για την κατοχή και την απελευθέρωση θεωρούνται πελλοί, γραφικοί, εθνικιστές, σωβινιστές και οπισθοδρομικοί. Όπως ακριβώς οι ήρωες του Κουτσαφτή. Όσοι μιλούν για τα χωριά τους με πόνο και με κλάμα είναι ΟUΤ, δεν έχουν καταλάβει τους νέους καιρούς που μας έχουν έρθει. Οι μανάδες των αγνοουμένων στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας θεωρούνται ενοχλητικές. Ντυμένες στα μαύρα, θυμίζουν άλλες εποχές. Εκνευρίζουν τους μονδέρνους Κύπριους Ευρωπαϊστές. Οι μαύρες κουρούκλες στα κεφάλια τους δεν είναι ΑΡΜΑΝΙ. Δεν κάνουν αποτρίχωση προσώπου στην Αθήνα και οι φωτογραφίες των συγγενών τους που κρατάνε δίπλα στις καρδιές τους είναι ασπρόμαυρες. Οι αγνοούμενοί μας δεν ήξεραν από γκλαμουριά, δεν διάβαζαν life-style περιοδικά. Καλύτερα να μην συνεχίσω.

Στην ταινία του Κουτσαφτή, ο εμφύλιος πόλεμος συνεχίζεται με άλλα μέσα. Η Ελλάδα της καταστροφής, της ισοπέδωσης, του εκμαυλισμού και των νέων καιρών και ηθών φαίνεται ότι έχει επικρατήσει. Το λιτό τραπέζι της κυρίας Κούλας έχει αντικατασταθεί με τα Goody’s. Η κυρία Δώρα, η όμορφη Σμυρνιά, έχει κατατροπωθεί από τις γκόμενες των διαφημίσεων. Η ιερά οδός έχει ασφαλτωθεί, ο Αισχύλος κάπου κρύβεται, η επέκταση της Πετρόλα έχει γίνει και ας ψήφισε το 97% εναντίον. Έτσι δεν έγινε ακριβώς και με το 97% που ψήφισε υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα στο ενωτικό δημοψήφισμα του 1950; Ο Παναγιώτης Φαρμάκης πέθανε. Η Νέα Ελλάδα έχει νικήσει. Δεν το πιστεύω. Ούτε ο Κουτσαφτής το πιστεύει. Αλλιώς γιατί επιμένει να μας δείχνει την κυρία Ελένη να βαδίζει τη νύκτα στο σκοτάδι, ν’ ανάψει το καντήλι στο εκκλησάκι; Γιατί το φως του καντηλιού λάμπει, ενώ το φως της Πετρόλα είναι απλώς μια φλόγα που καίει;

Γιατί ο παπα-Κωστής παραφράζει τον ύμνο του Δαυίδ; «Να είμαι ανάξιος εάν δεν σε ξαναδώ, αγαπημένη μου Σμύρνη». Γιατί ο Παναγιώτης Φαρμάκης, ανάμεσα στα τόσο ευτελή υλικά, τα μπάζα, μας αναδεικνύει την τόσο μεγάλη ομορφιά του τόπου μας; Γιατί ο ίδιος ο Κουτσαφτής καταφέρνει με τόσο ευτελή υλικά να δημιουργήσει μια τέτοια ταινία ομορφιάς, αγάπης, τρυφερότητας και ανθρωπιάς; Γιατί, απλούστατα, «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» και η «Αγέλαστος Πέτρα» είναι μια όμορφη ταινία, με πρωταγωνιστές τις όμορφές μας πέτρες, τις όμορφές μας παραδόσεις, τους όμορφους ανθρώπους που πάτησαν και πόνεσαν αυτόν τον μικρό μας τόπο. Το ερώτημα πώς ο «θάνατος πατείται θανάτω» το απαντούν οι πρωταγωνιστές του Κουτσαφτή. Αιωνία τους η μνήμη.

Συγγνώμη, Φίλιππε Κουτσαφτή. Θα μπορούσα άνετα να γράψω μια «κουλτουριάρικη» κριτική για την συγκλονιστική σου ταινία. Ανήμπορος και ανάξιος να ξαναδώ την αγαπημένη μου Γιαλούσα, προτίμησα να πω τον πόνο μου.

Γιαλούσα, Νομός Αμμοχώστου Ελλάς

*Το κείμενο εστάλη στην εκδήλωση του Άρδην και της Νομαρχίας Λέσβου στον Μόλυβο όπου προβλήθηκε η ταινία “Αγέλαστος Πέτρα” παρουσία και του σκηνοθέτη της Φίλιπππου Κουτσαφτή

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*