Άρδην τ. 10-19, Άρδην τ.14-15, Περιοδικό Άρδην

«Εις σε προστρέχω τέχνη της ποιήσεως»

του Γ. Καραμπελιά

Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες

Όταν τανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχη

Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.

Ανδρέα Εμπειρίκος, Πουλιά του Προύθου

 

Σε ολόκληρη την ιστορική διαδρομή του νεοελληνικού έθνους, το μόνο τμήμα της ελληνικής διανόησης που θα αποτελεί τον κατ’ εξοχήν φορέα της “ελληνικότητας”, ως μιας ιδιαίτερης ταυτότητας, “μεταξύ Ανατολής και Δύσεως” θα ανεβρεθεί στην τέχνη και τη λογοτεχνία. Εδώ όχι μόνον οι φορείς τους είναι ανεξάρτητοι, συνήθως, από κρατικούς φορείς και ιδρύματα, όσο και η ίδια η φύση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, που κρατάει την απαραίτητη σχέση με το “έδαφος” κάνει αναγκαία τη σύνδεση με τις εγχώριες παραδόσεις και την ‘εθνική ψυχή’, ακόμα και όταν το εκφραστικό ιδίωμα συνδέεται με παγκόσμια ή για να κυριολεκτούμε, “δυτικά” εκφραστικά ρεύματα, όπως συμβαίνει με τον Καβάφη, τον Εγγονόπουλο ή τον Σεφέρη.[1] Εδώ θα διατηρηθεί -και θα συγκροτηθεί ταυτόχρονα- η ελληνική ιδιοπροσωπία, εδώ θα γίνουν τα βήματα που οδηγούν σε μια ιδιαίτερη σύνθεση εγχώριου και παγκόσμιου, εδώ θα συν-διαμορφωθεί ένας αυθεντικός νεοελληνικός πολιτισμός. Εδώ η “λαϊκή ψυχή”, που τόσο απεγνωσμένα αναζητούσε η γενιά του ’30, θα διαρρήξει το ζουρλομανδύα της αντίθεσης-αντιπαράθεσης ανάμεσα στο εγχώριο και το παγκόσμιο σε μια απελευθερωτική έκρηξη. Αν η απόπειρα του Περικλή Γιαννόπουλου να συνδέσει την τέχνη και τη ζωή, την πολιτική, θα αποδειχθεί μάλλον πρόωρη και η “ελληνική γραμμή” του θα αποτύχει να προσπελάσει το πεδίο της ιστορίας και της πολιτικής, τουλάχιστον άμεσα, στον τομέα της τέχνης και του πολιτισμού, θα υπάρξουν σοβαρά αποτελέσματα.. Ο Σικελιανός και η Αγγελική Χατζημιχάλη, ο Ίων Δραγούμης και ο Σεφέρης, ή μάλλον ολόκληρη η γενιά του ’30 θα επηρεαστούν βαθύτατα από την “ελληνική γραμμή’.

Γι’ αυτό ίσως εξ’ άλλου σήμερα η κριτική των “δυτικοφρόνων” θα στραφεί και ενάντια στην δήθεν “ελληνοκεντρικότητα” της γενιάς του ’30 και του ελληνικού υπερρεαλισμού. Ο Γιάννης Γεράσης στην Νεοελληνική ταυτότητα θα θεωρήσει πως σε όλη τη νεότερη ελληνική ιστορία θριαμβεύει η ελληνοκεντρική απόψη (sic!) τη στιγμή που εμείς πιστεύαμε πως αντίθετα κυριάρχησαν οι Βαυαροί, οι Γλύξμπουργκ, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και η ξενική προστασία. Αυτή του την άποψη την στηρίζει κατ’ εξοχήν στην ιδεολογική και διανοητική εξέλιξη της γενιάς του ’30. Η κριτική του στην “νεοελληνική ταυτότητα” θα επικεντρωθεί στην κριτική του Σεφέρη, του πλέον εμβληματικού και χαρακτηριστικού εκπροσώπου της “γενιάς”. Θα γράψει λοιπόν:

“Η ερμηνεία αυτή του χριστιανικού ορθόδοξου μυστικού λόγου, στον πυρήνα της ποίησης του Σεφέρη δεν είναι παρά μια παραλλαγμένη μορφή της βυζαντινής ερμηνείας, που περιέχεται στην Μεγάλη Ιδέα…. Η Ελλάδα (η νέα) δεν έχει ανάγκη την βυζαντινή αυτοκρατορία και ισχύ… Η ενότητα της ελληνικής γλώσσας και της λαϊκής ψυχής μπορεί να αντικαταστήσει την Μεγάλη Ιδέα: ο μύθος της μεγάλης Ιδέας μπορεί να αντι­κατασταθεί με τον μύθο της ενότητας της ελληνικής γλώσσας και της λαϊκής ψυχής… η προσήλωση και ο θαυμασμός του (του Σεφέρη) για το έργο του Μακρυγιάννη αποτελεί έμπρακτη απόδειξη για την συνέπεια ανάμεσα στο ποιητικό έργο και τους πνευματικούς προσανατολισμούς του.” [2]

Όπως βλέπουμε ο Γεράσης στοχεύει “ψηλά”, στοχεύει στην ίδια την νεοελληνική ταυτότητα, ως ενότητα “γλώσσας και λαϊκής ψυχής”. Όμως η απόπειρα αυτή δεν είναι μεμονωμένη και δεν περιορίζεται στην επίθεση ενάντια στη γενιά του ’30, το Σεφέρη και την λαϊκή ψυχή… Μετά τον Σεφέρη σειρά έχει ο Ελύτης και η ομάδα των Ελλήνων υπερρεαλιστών. Και βέβαια το πρόβλημα δεν είναι αν ο κ. Τάκης Καγιαλής είναι ένας εμπαθής -ίσως μέχρι μέχρι βλακείας- καθηγητής του πανεπιστημίου Κύπρου, όπως έδειξε ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης,[3] ο οποίος έγινε γνωστός ανά το πανελλήνιο με ηροστράτειο τρόπο, το πρόβλημα είναι πως νοιώθει την ανάγκη και την δυνατότητα να επιτεθεί στον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο και τον Ελύτη, χαρακτηρίζοντάς τους φασίστες (ή έστω φασίζοντες) και εθνικιστές:

Η αντισυμβατική ετεροδοξία του ελληνικού υπερρεαλισμού δεν έχει τίποτε κοινό με τα ιδεώδη της σοσιαλιστικής πολιτισμικής παράδοσης. Πρόκειται για ένα συνονθύλευμα ακραία σολιψιστικών και αυταρχικών ιδεολογημάτων (ελιτισμού, σωβινισμού, φαλλοκεντρισμού, αντι-διανοουμενισμού κ.ο.κ.) η γενεαλογία των οποίων ανήκει στην παράδοση της ριζοσπαστικής Δεξιάς (η οποία επίσης λατρεύει τον υπερβατικό ανορθολογισμό και υπόσχεται, με τους δικούς της βέβαια όρους, την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπου). Τα ιδεολογήματα αυτά απαντούν σε διαφορετική πυκνότητα και ένταση στο έργο των τριών ποιητών, σχεδόν διακριτικά στον Εγγονόπουλο, πολύ εντονότερα στον Ελύτη, ανοιχτά και κραυγαλέα στον Εμπειρίκο δεν παύουν όμως να αποτελούν τον ελάχιστα κοινό παρανομαστή που διαμορφώνει το πολιτικό στίγμα αυτής της λογοτεχνικής συντροφιάς”.[4]

Και κλείνει το κείμενό του δίνοντάς μας ένα ηχηρό παράδειγμα της “φασιστικής” ιδεολογίας του Ελύτη:

“Ένα χρόνο νωρίτερα (δηλ. το 1972, σημ, του Γ. Κ.), ο Ελύτης έκλεινε μια συνέντευξη με δήλωση η οποία όπως τόνιζε, ‘περιλαμβάνει τους σκοπούς της ποίησης μου’: ‘Θεωρώ την ποίηση μια πηγή αθωότητας γεμάτη επαναστατικές δυνάμεις. Αποστολή μου είναι να κατευθύνω τις δυνάμεις αυτές κατεναντίον ενός κόσμου που δεν μπορεί να αποδεχτεί η συνείδησή μου, έτσι ακριβώς, ώστε μέσω διαδοχικών μεταμορφώσεων να φέρω τον κόσμο αυτόν σε αρμονία μετα όνειρά μου’”[5].

Έτσι λοιπόν η βούληση του Ελύτη “να φέρει τον κόσμο σε αρμονία με τα όνειρά του”, είναι φασιστικού-“σολιψιστικού” τύπου, λες και οι επαναστάτες έκαναν ποτέ κάτι το διαφορετικό, ενώ προφανώς αυτό που προτείνει ο εκφραστής “των ιδεωδών της σοσιαλιστικής πολιτισμικής παράδοσης” είναι η προσαρμογή των ονείρων στον… πραγματικό κόσμο και παρεμπιπτόντως στον ‘μπεζαχτά’ (για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο αυτής της… σοσιαλιστικής παράδοσης) του Κράτους και των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, όπως κάνουν σήμερα όλοι οι σοσιαλιστές που σέβονται τον εαυτό τους.

Πράγματι η άποψη και το επίπεδο της συζήτησης κινείται προς το γκροτέσκο και θα ήταν ανάξια ενασχόλησης, όμως είναι εξαιρετικά διαφωτιστική γιατί από “μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια”. Η επίθεση ενάντια στο Σεφέρη και τον “ελληνικό υπερρεαλισμό”, ή θα λέγαμε ακριβέστερα την “ελληνική πρωτοπορία”, για εκείνη την αριστερά, την “αντιδογματική”, που κάποτε «παθαινόταν» για την “πρωτοπορία”, για τον Ελύτη και το Σεφέρη, για τον Θεόφιλο ή το ρεμπέτικο, και η οποία σήμερα είναι ο εκφραστής του πλέον χυδαίου ευρωπαϊζοντος μιμητισμού είναι αναγκαία σήμερα για δυο λόγους: Πρώτο, γιατί αυτοί οι μείζονες ποιητές του νεώτερου ελληνισμού είναι ‘ελληνοκεντρικοί’ και κατά συνέπεια υποσκάπτουν την απρόσκοπτη ηγεμονία του δυτικοστραφούς ‘εκσυγχρονισμού’. Δεύτερο, και ίσως σημαντικότερο, διότι είναι ταυτόχρονα σύγχρονοι, μοντέρνοι, στην αιχμή των πλέον σύγχρονων παγκόσμιων ρευμάτων και ριζωμένοι στην εγχώρια παράδοση, στο εγχώριο έδαφος. Κατά συνέπεια αποτελούν τη ζωντανή απόδειξη του ότι ο μιμητισμός της Εσπερίας δεν είναι σύγχρονος, αλλά αντίθετα καθυστερημένος, ότι οι εκσυγχρονιστές μας δεν είναι σύγχρονοι, αλλά minores αντιγραφείς πεπαλαιωμένων παπύρων. Αντίθετα οι μεγάλοι μας ποιητές, από τον Σολωμό και τον Κάλβο έως τον Καβάφη και το Σικελιανό, ή το Σεφέρη και τον Ελύτη, όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί ήταν ήδη παγκόσμιοι, “σύγχρονοι”, για να μπορούν να είναι εθνικοί.

Έγραφε ο “σωβινιστής” Ελύτης το 1938:

Γιατί δεν είναι η φοβισμένη απομάκρυνση από τον πολιτισμό της Δύσης (που καταντάει αρχοντοχωριατισμός από την ανάποδη) μα η θαρραλέα προς αυτόν προσέγγιση και το ξεπέρασμά του, που θα μας οδηγήσει στην ανεύρεση των αληθινών ανανεωτικών δρόμων. Την ημέρα που μια παράταξη ανθρώπων με διεθνή πνευματικό εξοπλισμό θα προσπαθήσει να κάνει μια εσωτερική και γόνιμη αυτοεκκαθάριση, σκύβοντας με ασίγαστον έρωτα στην πατρική γη, για ν’ ανάψει από κει την καινούργια φλόγα της νόησης , την ημέρα που θα προσαρμόσει το καθαρά ελληνικό υλικό στα εκφραστικά μέσα της σύγχρονης εποχής που, πάνω από κάθε τι, ζητάει θάρρος, ειλικρίνεια και ελευθερία, θα λάμψουν από παντού οι ευτυχισμένες δυνατότητες της δημιουργίας ενός καινούργιου και πραγματικά εθνικού πολιτισμού”.[6]

Και στο εκτεταμένο κείμενό που δημοσίευσε στην Κατοχή,σε πέντε συνέχειες το 1943-1944, στο εβδομαδιαίο λογοτεχνικό περιοδικό του ΕΑΜ, Καλλιτεχνικά Νέα, με τον τίτλο “Τα σύγχρονα ποιητικά και καλλιτεχνικά προβλήματα”, όπου κάνει μια παρουσίαση της καλλιτεχνικής “πρωτοπορίας” γράφει:

Το έργο τέχνης, όσο περισσότερο βυθισμένο βρίσκεται σαν ουσία, μέσα στις ρίζες και τις πηγές ενός τόπου συγκεκριμένου και παράλληλα, όσο περισσότερο προσαρμοσμένο είναι σα μορφή, στο γενικότερο αισθητικό πνεύμα μιας εποχής, τόσο καλύτερα κερδίζει το έπαθλο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, τόσο αποτελεσματικότερα καταφέρνει να αντισταθεί στη φθορά του χρόνου. (υπογραμ του Ο.Έ.)

Την αλήθεια τούτη δεν μπόρεσαν, φαίνεται, να νιώσουν οι αμέσως προγενέστεροί μας, κυριευμένοι από ένα “σύμπλεγμα κατωτερότητας” αδικαιολόγητο νομίζω, τη στιγμή που είχανε κιόλας πίσω τους μορφές μεγάλες σαν του Σολωμού, του Κάλβου, του Παπαδιαμάντη, του Παλαμά, του Καβάφη, του Σικελιανού. Δεν μπόρεσαν οι άνθρωποι αυτοί, έγκαιρα να αντιληφθούνε ότι ενόσω υπάρχει μπροστά τους κάτι που τους φοβίζει και φαντάζει ίσως ανώτερο από τις δυνάμεις τους, ο καλύτερος τρόπος για να το υπερνικήσουν δεν είναι να γυρίζουν αλλού το πρόσωπό τους άλλ’ απεναντίας να το προσεγγίζουνε θαρραλέα, να το γνωρίζουνε, να το δοκιμάζουνε από κάθε πλευρά και μονάχα έτσι να φτάσουνε κάποτε στο σημείο και να το ξεπεράσουν. Μια τέτοια αντίληψη προοδευτική, απαλλαγμένη από περιττούς φόβους, βοήθησε τους ‘μοντέρνους’ να κοιτάξουνε με καθαρότερο μάτι τον δικό τους τόπο και να στρέψουνε την προσοχή τους στις παραμελημένες ως τότε αξίες της Ανατολής. Αυτό το τελευταίο θα σας φανεί παράξενο ίσως, μια μέρα όμως, όταν μελετηθούνε βαθύτερα τα έργα των συγχρόνων μας, θα φανεί τι ρόλο έπαιξε η αισθητική της Ανατολής σε έργα σαν του Κόντογλου, του Χατζηκυριάκου-Γκίκα και του Τσαρούχη καθώς και πόσην επίδραση είχε απάνω στο λυρισμό μας η ανοιχτόχρωμη χλιδή της Περσικής και Αραβικής Ποίησης.[7]

Αυτή η καινούρια, υπερήφανη και αξιοπρεπής σχέση με τη Δύση, μετά από πενήντα ή εξήντα χρόνια παραμένει απρόσιτη για την πλειοψηφία των διανοουμένων μας, και ιδιαίτερα- αυτό είναι το πλέον παράδοξο- για την αριστερά και προπαντός για τους πολιτικούς, τους κοινωνιολόγους, τους φιλοσοφούντες, ένα μέρος των ακαδημαϊκών ιστορικών. Αν ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Εγγονόπουλος “γύρισαν διψασμένοι από τη Δύση”, είναι γιατί δεν δίστασαν να είναι “δυτικοί” στην εποχή τους, δηλαδή να αμφισβητήσουν τη Δύση μαζί με τις δυτικές πρωτοπορίες της εποχής τους, που θα σηματοδοτήσουν μιαν επανάσταση στην ζωγραφική, στην ποίηση, στην αφήγηση, συναντώντας και πάλι την τέχνη των νέγρων, των Ινδιάνων, των Κινέζων και των Ινδών. Οι Έλληνες καλλιτέχνες θέλοντας να είναι “δυτικοί” της εποχής τους, δηλαδή σύγχρονοι, ταξιδεύοντας προς τη Δύση, ανακάλυψαν και πάλι την Ελλάδα, δηλαδή το έδαφος, το χώμα, αυτό που κάνει τους ανθρώπους να έχουν γλώσσα και ψυχή, αρνούμενοι τον παρασιτισμό, γιατί ήθελαν να είναι καλλιτέχνες, ενώ οι διανοούμενοί και οι πολιτικοί, άμεσα δεμένοι -και εξαρτημένοι- με την παρασιτική υφή της χώρας, με τον ‘μπεζαχτά’ της, με την αδυναμία παραγωγής προϊόντων και ιδεών, μένουν προσκολλημένοι σε παρωχημένα δυτικοκεντρικά και δυτικολάγνα –κυρίως- σχήματα. Και αυτή είναι μια ακόμη μορφή του “καημού της ρωμιοσύνης”: αυτό που νιώθει η “ψυχή”, το συναίσθημα, η τέχνη, οι καλλιτέχνες, η “λαϊκή ψυχή”, δεν μπορεί να μεταβληθεί σε “πρόγραμμα”, σε γνώση, σε συστηματική ιδεολογία, σε “κόμμα”. Ας ακούσουμε για μια ακόμα φορά τον Οδυσσέα Ελύτη:

“Και είχα την αφέλεια να συλλογίζομαι πως ανίσως και ήμουν κάποιος ξένος, δεν θα είχα το παραμικρό ενδιαφέρον να γράφω ποιήματα, τόσο βαθιά ριζωμένη ήταν η πεποίθηση ότι τα στοιχεία που ήθελα να συνεγείρω και να υπαγάγω στην παντοδυναμία της συνδυαστικής φαντασίας (κι ας είχα πάρει το παράδειγμα απ’ τους ξένους) δεν ήταν δυνατόν να υπακούσουν σε άλλο κέλευσμα παρά μόνο σ’ αυτό που πρωτόμαθα πριν από χιλιετηρίδες, στο ίδιο αυτό σημείο και με τους ίδιους φθόγγους. Ας μη γελάσει κανείς. Αυτές οι υπερβολές και οι παιδικότητες στα ζητήματα της τέχνης, βγαίνει να είναι κάποτε πιο σοφές από τα θέσφατα της επιστήμης. Και μεταξύ μας, θα ήθελα να φωνάξω “αλίμονο στην Ελλάδα από τα Πανεπιστήμια της Εσπερίας, που τα τρωκτικά τους ροκανίζουν κιόλας τα βάθρα της’ αν δε φοβόμουνα ότι θα με κλείνανε μέσα. Τόσο είναι αλήθεια ότι το δίκαιο της δύναμης αποκτά στο τέλος μιαν ευλογοφάνεια που ξαποστέλνει όσους κρατούνται ακόμη από το λίγο της περηφάνειας τους, στις φυλακές και στα φρενοκομεία.”[8] (υπογραμμίσεις δικές μου, Γ.Κ).

Γι αυτό και οι πιο αληθινές και γνήσιες ψυχές αυτής της χώρας προστρέχουν τόσο συχνά “στην τέχνη της ποιήσεως”, αν δεν θέλουν το κεφάλι τους να καρφωθεί στον πάσσαλο των Σούρληδων, να έχουν την μοίρα ενός Περικλή Γιαννόπουλου ή ίσως-ίσως και του γιατρού Τσιρώνη. Γι’ αυτό και τις μεγάλες αλήθειες μας συνεχίζουμε να τις ακούμε από τον Διονύση Σαββόπουλο και όχι από βαρύγδουπους και κενούς αντιγραφείς παπύρων.

Όμως διανοούμενοι, εφημεριδογράφοι, πολιτικοί και ατάλαντοι λογογράφοι δεν αρκούνται στην εξουσία., την οποία κατέχουν. Αισθάνονται πως απειλούνται. Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ θα γράψει για τον “εθνοκεντρικό” Βελουχιώτη που θα γίνει σύμβολο της “ογκούμενης ελληνικής ακροδεξιάς” (sic!)[9], ο Γιάννης Γεράσης για τον ελληνοκεντρικό μυστικισμό του Σεφέρη και την υποκατάσταση της “Μεγάλης Ιδέας” από τη “Λαϊκή ψυχή”, και την αναφορά στο Μακρυγιάννη ή το Θεόφιλο και τέλος ο Τάκης Καγιαλλής για τον “έρποντα” φασισμό των Ελλήνων υπερρεαλιστών! Και πράγματι νιώθονται οι άνθρωποι. Καθημερινά, αδιάκοπα θα βομβαρδίζονται από μια τέχνη και μια παρουσία νεο-ελληνική, ανοίγοντας το ραδιοφωνό τους, συνωστιζόμενοι στα μουσεία για τους “θησαυρούς του Αγίου Όρους”, ανοίγοντας μια ποιητική συλλογή του Σεφέρη ή του Καβάφη, θαυμάζοντας τους πίνακες του Τσαρούχη ή του Εγγονόπουλου· καθημερινά θα νιώθουν ως απειλή την παρουσία του Μακρυγιάννη και του Βελουχιώτη και την καταφυγή των νέων σε τέτοια σύμβολα, της παράδοσης του ’21 και της Αντίστασης. Και όλα αυτά σε πλήρη αντίθεση με τις ιδέες που εκφέρουν στα Πανεπιστήμια, με τα κοινωνιολογικά και φιλοσοφικά πονήματα που διαβάζουν και αναμεταδίδουν στους μαθητές τους, σε αντίθεση με τη θεματική των εντύπων και των περιοδικών τους, των εφημερίδων τους, σε πλήρη αντίθεση με εκπονούμενα Ευρωπαϊκά Προγράμματα, με τα ξένα Πανεπιστήμια στα οποία προστρέχουν για να προσλάβουν ένα ελάχιστο κύρος. Επί τέλους σε πλήρη αντίθεση με τον καθημερινό “εκσυγχρονισμό” τον οποίο ψελλίζουν. Η τέχνη η Αντίσταση, ή “ελληνική ψυχή”- τους διαφεύγει ακόμα, και η ιδεολογία τους – η “ελληνοκεντρική”- απειλεί διαρκώς να εισβάλλει και στα δικά τους χωράφια!

 

Ο ελληνικός υπερρεαλισμός

Όμως ας επανέλθουμε λίγο και στα πραγματολογικά στοιχεία της επίθεσης ενάντια στον ελληνικό υπερρεαλισμό: Ο συγγραφέας του λιβέλλου εξετάζει μόνον τρεις από τους υπερρεαλιστές συγγραφείς και βέβαια “ξεχνάει” τον Γκάτσο, τον Κάλας, το Νάνο Βαλαωρίτη καί άλλους που επηρεάστηκαν από το υπερρεαλιστικό ρεύμα, όπως το Ρίτσο, τον Βρεττάκο, τον Άρη Αλεξάνδρου. Ιδιαιτέρως δε για τους δύο πρώτους η “παράλειψη” δεν συγχωρείται φιλολογικά, και είναι προφανώς εσκεμμένη, γιατί πρόκειται για βασικά “στελέχη” του μικρού υπερρεαλιστικού κύκλου της Αθήνας. Ιδιαίτερα δεν συγχωρείται η “παράλειψη” του Κάλας, που ίσως είναι και ο πρώτος που από το 1933 δημοσίευσε υπερρεαλιστικούς στίχους. Όμως αν ο καθηγητής μας της φιλολογίας συμπεριλάμβανε και τον Κάλας στην τυπολογία του “αντιδραστικού ριζοσπαστισμού”, τότε θα γελούσαν και οι… πέτρες δεδομένου ότι ο Κάλας ως Μ. Σπιέρος και ως Νικήτας Ράντος (τα δύο ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε εκείνη την εποχή) έγραφε στην Φοιτητική Συντροφιά, την Κομμουνιστική Επιθεώρηση και τους Νέους Πρωτοπόρους, και άλλα όταν ήταν ακόμα “ορθόδοξος” κομμουνιστής, το 1929-33, ή στη Νέα Επιθεώρηση της Αριστερής Αντιπολίτευσης, από το 1933 ή στα Νεοελληνικά Γράμματα, κ.λπ.[10] Όμως ο “αριστερισμός” δεν περιοριζόταν στον ενεργό κομμουνιστή και αργότερα τροτσκιστή Κάλας. Εκείνη την περίοδο αποτελούσε ήδη χαρακτηριστικό του υπερρεαλιστικού ρεύματος τόσο στη Γαλλία, με πρωτεργάτη τον Μπρετόν, όσο και στην Ελλάδα. Γιατί βέβαια μαρξιστής και τροτσκιστής υπήρξε και ο Ανδρέας Εμπειρίκος.[11] Γράφει γι’ αυτόν ο Ελύτης “… μορφές ιδεολόγων και ανατροπέων που ασκήσανε αδιαφιλονίκητη γοητεία επάνω του, όπως ο Μαρξ και ο Ένγκελς, ο Πλεχάνωφ και ο Κάουτσκι, ο Κροπότκιν και ο Μπακούνιν. Και πως με τη βαθμιαία ωρίμανση, έφθασε να εντοπιστεί στην τριάδα Φρόυδ-Τρότσκυ-Μπρετόν…” Αλλά και ο ίδιος ο “συντηρητικός” Ελύτης είχε μολυνθεί από το “κομμουνιστικό μικρόβιο”. Για την περίοδο μετά το 1934, όταν ήταν φοιτητής, γράφει: “Ήμουν άλλωστε, με τον τρόπο μου, ένας κομμουνιστής, οι καθοδηγητές μου με είχαν για σίγουρο. Στα κρυφά, μετέφραζα Τρότσκυ για μιαν αρχειομαρξιστική εφημερίδα”.[12] Όμως τι τα θέλει κανείς, πάντοτε η σταλινική ορθοδοξία δικήρυττε πως οι τροτσκιστές ήταν φασίστες και οι υπερρεαλιστές και οι υπαρξιστές “αντιδραστικοί” και γιατί όχι φασίστες, “σε τελική ανάλυση”! Ο Λούκατς σε ένα από τα πλέον κάταπτυστα σταλινικά του πονήματα θα γράψει για τον “φασισμό” του Σαρτρ.[13] Όσο για τις επικρίσεις στον υπερρεαλισμό, ο Μάρκος Αυγέρης θα μιλήσει ήδη το 1944 για “αισθητικό σολιψισμό” και ατομικισμό και ο Ελύτης θα του απαντήσει κλείνοντας, νομίζω οριστικά τη συζήτηση για τη φύση του υπερρεαλισμού, τουλάχιστον στην Ελλάδα.

 

Για να σοβαρευτούμε όμως, είναι άραγε τυχαίο πως ο Μιχάλης Ράπτης, ο γραμματέας του συμβόλου του διεθνισμού, της 4ης Διεθνούς, ο Οδυσσέας Ελύτης ή ο Εγγονόπουλος, συνδεδεμένοι με τα πιο πρωτοποριακά και διεθνιστικά καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής τους, υπήρξαν ταυτόχρονα και διαπρύσιοι υπερασπιστές της ελληνικής ταυτότητας και της ιδιαιτερότητάς της; Είναι τυχαίο που αυτοί που υπήρξαν βαθύτατα διεθνείς και διεθνιστές ξεπέρασαν το σύμπλεγμα του ελλαδικού διανοουμένου έναντι της Δύσεως, γιατί ένιωθαν πως μπορούν να διαλεχθούν ως ίσοι προς ίσους με τους δυτικούς;

Όσο για τον αντιδραστικό ριζοσπαστισμό, που παρήγαγε μορφές όπως ο Έζρα Πάουντ, ο Μάρτιν Χαϊντεγκερ ή ο Ερνστ Γιούνγκερ στην Γερμανία, ο Μαρινέττι στην Ιταλία, ή ο Σαλβατόρ Νταλί στην Ισπανία, στην Ελλάδα δεν μπόρεσε να ευδοκιμήσει, γιατί η Ελλάδα όχι μόνον δεν διέθετε την ανάλογη οικονομική και κοινωνική βάση, αλλά και μόλις έβγαινε από μια μεγάλη εθνική καταστροφή, και ήταν μια χώρα όπου το εθνικό ζήτημα δεν μεταβλήθηκε ποτέ σε ιμπεριαλιστική πολιτική, αλλά αντίθετα επέπρωτο να σφραγίσει και τις επόμενες δεκαετίες ως εθνικοαπελευθερωτικό αίτημα, Κατοχή, Κυπριακό, τουρκικός επεκτατισμός. Και προπαντός διότι δεν υπήρχαν οι ιδεολογικές προϋποθέσεις ενός τέτοιου ρεύματος, προϋποθέσεις που συνδέονταν με την κρίση του δυτικού πνεύματος απέναντι στην ανάπτυξη του τεχνολογικού πολιτισμού. Ας κλείσουμε αυτή τη συζήτηση εδώ με ένα ποίημα του πλέον “κοσμοπολίτη” ανάμεσα στους Έλληνες υπερρεαλιστές, του Νικόλα Κάλας:

ΞΕΝΑ ΔΟΧΕΙΑ

Είπεν ο Φιξ στην Καλλιρρόη: ‘Εγώ είμαι ο Ιλισσός’

είπεν ο Χίλτον στον Παρθενώνα: ‘Εγώ είμαι η Ακρόπολη’

είπεν ο Έντισον στην Κουκουβάγια: ‘Εγώ είμαι το φως’

είπεν η Ελενίτσα στον Μπελαφόντε: ‘Ο Όμηρός μου εσύ’.

Τιμής ένεκεν Νήαρχος θα λέγεται ο Ναύαρχος

και το πλωτό του Τοσίτσα.

Ο Άγνωστος Θεός έγινε σταυρόλεξον.

Δόξα τω λόγω που ο Άρειος Πάγος μένει βράχος

Και το ΤΖΗ ΜΠΗ Γκραντ Μπρεταγν κι όχι Κύπρος![14]

 


[1] Εξ’ άλλου σε όλη την πρόσφατη παγκόσμια ιστορία οι εκφραστές της αναγέννησης των εθνών θα είναι συνήθως ποιητές, όπως ο Σολωμός, ο Κάλβος ή ο Παλαμάς στην Ελλάδα, ο Μισκιέβιτς στην Πολωνία, ο Πετόεφι στην Ουγγαρία κ.λπ., μυθιστοριογράφοι, και μουσικοί, όπως ο Βέρντι στην Ιταλία και σπανιότερα ιστορικοί , γλωσσολόγοι, φιλόλογοι ή φιλόσοφοι. Ποτέ δεν θα είναι οικονομολόγοι ή κοινωνιολόγοι

[2] Γιάννης Γεράσης, Η νεοελληνική ταυτότητα, Ροές Αθήνα 1989, σελ. 81-83.

[3] Βλέπε Το Βήμα, 25 Ιανουαρίου 1998.

[4] Τάκης Καγιαλής, “Μοντερνισμός και πρωτοπορία: Η πολιτική ταυτότητα του ‘ελληνικού υπερρεαλισμού’”, Εντευκτήριο, τ. 39, Θεσσαλονίκη, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 1997, σελ. 75.

[5] Οπ. π. σελ. 75.

[6] Οδυσσέας Ελύτης, “Οι κίνδυνοι της ημιμάθειας”, Ανοιχτά Χαρτιά, Αστερίας , Αθήνα 1974, σελ. 366. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1938 στα Νέα Γράμματα.

[7] Οδ. Ελύτης, όπ.π. σελ. 423.

[8] Ο. Ελύτης, “Το χρονικό μιας δεκαετίας”, Ανοιχτά χαρτιά, όπ.π. σελ. 263-264.

[9] Βλέπε Άρδην τ.11

[10] Βλέπε Νικόλας Κάλας, Κείμενα ποιητικής και αισθητικής, επιμ Αλ. Αργυρίου, Πλέθρον, Αθήνα, 1982.

[11] Οδυσσέας Ελύτης, “Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο”, Εν λευκώ, Ίκαρος, Αθήνα 199, σελ 120.

[12] Ο. Ελύτης , Ανοιχτά χαρτιά, όπ.π. σελ. 257.

[13] Βλέπε G. Lukacs, Existentialisme ou Marxisme, Nagel,  Παρίσι 1961.

[14] Νικόλας Κάλας, Οδός Νικήτα Ράντου, Ίκαρος, Αθήνα 1977. σελ. 87.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*