Άρδην τ.14-15, Περιοδικό Άρδην

Λόγος και ταυτότητα ή λόγος περί ταυτότητας

του Δ. Μπάσογλου

Ένα κείμενο για το λόγο. Ένα κείμενο για την ταυτότητα.Τι σχέση μπορούν να έχουν; Πώς χωρούν στις ίδιες παραγράφους;

Ένας λόγος περί ταυτότητας είναι λόγος περί προσώπου. Και θα ήταν λίγο οξύμωρο αν ο λόγος περί προσώπου δεν ήταν και λόγος προσωπικός.

Το παρόν πόνημα θα μπορούσε σε πολύ αδρές γραμμές να χαρακτηριστεί σαν μία προσέγγιση του φαινομένου του λόγου και της ταυτότητας από τη Συστημική και την Ψυχαναλυτική σκοπιά ταυτοχρόνως.

Αυτό ακούγεται λίγο παράδοξο στο βαθμό που στο πεδίο των θεωριών οι δύο αυτές προσεγγίσεις βρίσκονται σε σύγκρουση. Παρόλα αυτά κι επειδή θεωρώ πως τα πεδία των συγκρούσεων είναι, συνήθως, πολύ γόνιμα, απαντώ στην πρόκληση.

Η μία αφορμή ήταν η μελέτη ενός πολύ αξιόλογου βιβλίου της Μ. Μπαλμαρύ: «Η Απαγορευμένη Θυσία»*. Είναι μία παράλληλη ανάγνωση της Βίβλου και του Φρόυντ, όμως την ίδια στιγμή είναι μία ψυχαναλυτική ματιά για τον λόγο και την ταυτότητα, το λόγο του ΕΓΩ και το λόγο του ΑΛΛΟΥ.

Το πιο σημαντικό είναι ότι η μελέτη αυτού του βιβλίου έγινε εν μέσω της εκπαίδευσής μου στη ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ή αλλιώς στη Συστημική Επιστημολογία, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται το ζήτημα της ΣΧΕΣΗΣ . Με άλλα λόγια η Συστημική περοσέγγιση έχει στο κέντρο της την ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ των διαφοροποιημένων υποκειμένων.

Το πεδίο μοιάζει κοινό και η πρόκληση μεγάλη.

Η άλλη αφορμή, βεβαίως, ήταν ο συνολικότερος προσωπικός (και όχι μόνο) προβληματισμός σε σχέση μ’ αυτό που τελευταία ακούγεται από παντού : την Ταυτότητα. Ποιος είμαι, πού πάω, από πού έρχομαι. Και συνάμα, με ποιους μοιράζομαι αυτή την πορεία, ποιάς συλλογικής ουτοπίας παιδί είμαι και ποια είναι τα «αδέρφια» μου.

Σε μία εποχή μετάβασης, όπως αναγνωρίζεται πως είναι η σημερινή, τα ερωτήματα αυτά τίθενται όλο και πιο έντονα κι επιτακτικά. Όταν χάνονται παλιές βεβαιότητες, η ανάδυση των νέων προκύπτει μέσα από νέες πιστεις που για να τις αγγίξουμε δεν μπορούμε παρά να ρίξουμε και μία ματιά στο παρελθόν. Τα Συλλογικά Υποκείμενα όταν καλούνται να αναμετρηθούν με την Ιστορία πάντα αγγίζουν την ταυτότητά τους. Την ψηλαφούν για να νοιώσουν τη ζεστασιά της ασφάλειας που τους προσφέρει. Η εγκατάλειψη παλιών βεβαιοτήτων είναι μία «βλάσφημη» πράξη, είναι ένα πήδημα που τόσο πιο καλό είναι όσο πιο γερά πατήσουμε «κάτω».

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ……..

Η γλώσσα όπως γνωρίζουμε, συγκροτείται και ζωογονείται από διαφορές. Ο δε λόγος, προκύπτει μόνο ανάμεσα σε διαφοροποιημένα υποκείμενα.

Βρισκόμαστε έτσι κι αλλιώς στον κόσμο του λόγου. Κάθε σκέψη, ακόμα κι εκείνη που αναφέρεται στα θεμέλια της ανθρώπινης γνώσης, πραγματοποιείται αναγκαστικά μέσα στο λόγο, που συνιστά τον ιδιαίτερο τρόπο μας να είμαστε άνθρωποι και να παραμένουμε μέσα στο πλαίσιο της ανθρώπινης δράσης.

Ο λόγος είναι η αφετηρία μας γιατί γενιόμαστε μέσα στο λόγο. Η πρώτη πράξη ανάδυσης του υποκειμένου είναι αυτή της διαφοροποίησης από τη μητέρα. Είναι αυτή της δράσης στο πρώτο πρόσωπο. Είναι η λέξη ΕΓΩ.

Ο λόγος είναι το γνωστικό μας εργαλείο, μέσα από μία καταπληκτική διαλεκτική όπου ο λόγος είναι γνώση και η γνώση λόγος, την ίδια στιγμή που η γνώση είναι δράση και η δράση γνώση. «Κάθε δράση είναι γνώση και κάθε γνώση είναι δράση»*

Ο λόγος είναι δράση. Ο λόγος είναι γνώση. Ο λόγος είναι σκέψη. Και αντίστροφα: Η δράση, η γνώση, η σκέψη είναι λόγος.

Εδώ αξίζει να αναφερθεί η ρηξικέλεευθη πρόταση του H. Maturana: «Κάθε σκέψη γεννά έναν κόσμο και σαν τέτοια είναι μία ανθρώπινη δράση που πραγματοποιείται από συγκεκριμένο άτομο σε συγκεκριμένο τόπο».*

Ο άνθρωπος γενιέται μέσα στο λόγο για να μπορέσει με τη βοήθειά του να γεννήσει έναν κόσμο.

Ο λόγος, τέλος, είναι το όριό μας στο βαθμό που γεννά το πρόσωπο. Πρίν από την ανάδυση του πρώτου προσώπου (ΕΓΩ) βρισκόμαστε σε μία αδιαφοροποίητη κατάσταση όπου δεν ξεχωρίζουμε καλά-καλά ούτε κάν τα φυσιολογικά μας (βιολογικά) όρια. Το βάπτισμα είναι η πρώτη πράξη της προσωποποίησης. Είναι η πρώτη πράξη στη διαδικασία ανάδυσης της ταυτότητας.

Εδώ αξίζει, ίσως, να αναφερθεί η σημειολογία της τελετουργίας που ακολουθεί ο χριστιανικός (ορθόδοξος) τρόπος βαπτίσματος. Βυθιζόμαστε, συμβολικά, για μία τελευταία φορά στο νερό, το σύμβολο του αδιαφοροποίητου, και αναδυόμαστε στον κόσμο των ονομάτων, στον κόσμο του λόγου, όπου έχουμε πλέον μία ιδιαίτερη θέση. Έχουμε ένα όνομα. Αυτό το όνομα, όμως, μας το έδωσαν οι άλλοι. Η διαδικασία της προσωποποίησης ξεκινά αυτή τη συμβολική στιγμή, όμως ολοκληρώνεται (όσο μπορούμε να πούμε ότι ολοκληρώνεται) όταν ο-η καθένας-μια από εμάς θα «πεί» αυτό το όνομα, θα μιλήσει στο πρώτο πρόσωπο. Τότε είναι που αναδύεται και στο πραγματικό επίπεδο, από τη θάλασσα (η οποία συμβολίζει και τη μητέρα) του αδιαφοροποίητου και μπαίνει στον κόσμο των ορίων. Γιατί την ίδια στιγμή που γενιέται το ΕΓΩ, γεννιέται και το ΕΣΥ.

Ο λόγος, λοιπόν, αποτελεί την αφετηρία μας, το γνωστικό μας εργαλείο και το όριό μας.

Τη στιγμή που γεννιέται το ΕΓΩ, γεννιέται και το ΕΣΥ. Αυτή τη στιγμή αναδύεται ο ΑΛΛΟΣ στον ορίζοντα του κόσμου μας. Την ίδια αυτή, μαγική, στιγμή (στιγμή εν τη ρήμη του λόγου) για να υπάρχω ΕΓΩ πρέπει να χωρίσω από τον ΑΛΛΟ. Γίνομαι ΕΓΩ μόνο τη στιγμή που χωρίζω από τον ΑΛΛΟ. Όταν, όμως, χωρίζω αναγκαστικά κόβω, αφαιρώ. Μικραίνω, ίσως, για να μπορέσω να μεγαλώσω. Αυτή η καταπληκτική διαλεκτική της ζωής με συνεπαίρνει σ’ έναν τρελό χορό μέσα στον οποίο τη στιγμή που παίρνω όνομα, ονοματίζω την έλλειψη.

Εδώ αξίζει να αναφερθεί μία φράση του Λακάν : ..»Μου λείπει η έλλειψη. Όταν σε κάποιον λείπει η έλλειψη δεν νοιώθει καλά..»… Αυτή τη φράση ζωντανεύει η Μ. Μπαλμαρύ όταν λέει : …»Αυτό λοιπον πρόκειται να λείψει στους ανθρώπους, η έλλειψη; Πράγματι, αν δεν υπάρχει τίποτα πιά «κομμένο απ’ αυτούς», αν από τη γή ως τους ουρανούς, όλα είναι για πάντα δικά τους, αν υπάρχει διαρκώς αυτό το ΕΜΕΙΣ διαμορφωμένο από ένα μόνο όνομα, που συγκροτεί ένα αδιαφοροποίητο σώμα, τότε δεν θα υπάρχει πιά ξένος, δεν θα υπάρχει πια άλλος, άγνωστος, ούτε καινοτομία, ούτε ετερότητα, ούτε ρίσκο…..»

Ο λόγος, λοιπόν, παράγει το χωρισμό, την έλλειψη, αλλά και παράγεται από αυτούς. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή, η γλώσσα συγκροτείται και ζωογονείται από διαφορές.

…..και ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Εδώ θα τολμήσω ένα πέρασμα από την ταυτότητα του λόγου στο λόγο της ταυτότητας.

Ο λόγος δημιουργείται στον τόπο του ΑΛΛΟΥ. Έρχεται, θάλεγε κανείς, σαν ανάμνηση της έλλειψης του ΑΛΛΟΥ. Και την ίδια στιγμή, έρχεται για να μας ενώσει με τον ΑΛΛΟ. Ο λόγος παράγεται από το χωρισμό για να μας ξαναενώσει. Τώρα πια όμως η ένωση είναι άλλης τάξεως. Είναι σχέση διαφοροποιημένων υποκειμένων. Γι’ αυτή την σχέση μιλάει η Μ. Μπαλμαρύ : «…Ο καθένας φέρνει στον άλλο την έλλειψη. Χωρίς αυτή την έλλειψη, το όν δεν θα ανορθωθεί ποτέ…»

Ο ΑΛΛΟΣ γίνεται ΑΓΝΩΣΤΟΣ, γίνεται ΞΕΝΟΣ, για να μπορέσει να γίνει ΟΙΚΕΙΟΣ. Αυτή η διαδικασία μοιάζει να αγγίζει ένα βιολογικό όριο, αδιαπέραστο από οποιαδήποτε ιδεολογία ή ιδεολόγημα. Φαίνεται να μας λέει πως η διαλεκτική της ζωής είναι αυτό το αέναο παιχνίδι ΧΩΡΙΣΜΟΥ-ΕΝΩΣΗΣ, πως για να ενωθούν κάποιοι πρέπει να χωρίσουν και για να χωρίσουν πρέπει να ενωθούν.

Αυτός ο χωρισμός, ουσιαστικά, είναι μία διαφοροποίηση, είναι η απαραίτητη κίνηση προς τα μπρός για να μπορέσουμε να διακρίνουμε το ζωτικό μας χώρο, για να μπορέσουμε να αναπνεύσουμε ελεύθερα και να αναπτυχθούμε. Πρόσωπο γίνομαι όταν κυττώ προς τον ΑΛΛΟ, όταν τον αντι-μετωπίζω. Για να γίνει αυτό, για να έρθω απέναντι από τον ΑΛΛΟ, πρόπει να κάνω καλά διακριτά τα όρια ανάμεσα στο ΕΓΩ και τον ΑΛΛΟ. Προσωπική ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτή την αναρώτηση για το «ποιος είμαι», αυτό το θεμελιακό ερώτημα της ταυτότητας. Η απάντηση, βέβαια, στο ερώτημα αυτό είναι: «είμαι αυτό που γίνομαι». Και με τον τρόπο αυτό η Συστημική προσέγγιση αποφεύγει μία στατική εικόνα του εαυτού.

Μια υγιής ανάπτυξη της ταυτότητας είναι στοιχείο που βοηθά στην ανάπτυξη υγιών σχέσεων στις οποίες τα όρια είναι καλά καθορισμένα. Την ίδια στιγμή, οι υγιείς σχέσεις βοηθούν στην υγιή ανάπτυξη ταυτότητας. Στην διαπλοκή αυτών των παραγόντων δεν μπορούμε παρά να βάλουμε μίαν αυθαίρετη στίξη αν αποπειραθούμε να αποδώσουμε μίαν αιτιακή σχέση.

Μία υγιής ανάπτυξη της ταυτότητας είναι μία ατελείωτη, μία συνεχής, διαδικασία. Η «σύγκρουση» είναι ένα βασικό στοιχείο αυτής της διαδικασίας. Είναι άλλωστε βασικό στοιχείο οποιασδήποτε σχέσης.

Και βέβαια όλα τα παραπάνω γίνονται ευκρινή όταν η ανάπτυξη δεν είναι υγιής, όταν αγγίζουμε την «παθολογία».

Οι άνθρωποι εκφράζουν αίτημα «θεραπείας» όταν χάνουν την ταυτότητά τους μέσα στα συστήματα στα οποία λειτουργούν, ζούν, υπάρχουν. Όταν τα όρια ανάμεσα στα μέλη των συστημάτων παύουν να είναι ευκρινή και καλά ορισμένα. Όταν οι σχέσεις δεν είναι καλά ορισμένες.

Θεραπεία δεν είναι παρά ο επανορισμός των σχέσεων.

Ή, από μίαν άλλη προσέγιση «….κάθε πετυχημένη θεραπεία οδηγεί λίγο- πολύ εκείνον που την κάνει σε μία αλλαγή ονόματος…Συχνά η αλλαγή δεν συντελείται υλικά, δεν προκαλείται μία επίσημη αναθεώρηση των στοιχείων της ταυτότητας. Αλλά αφού ξαναεπισκεφτεί ο αναλυόμενος το όνομά του (πώς του δόθηκε, από ποιόν, για να σημαίνει τι, για να επανορθώσει τι, για να αποκρύψει τι, για να αποκαλύψει τι,..), ακόμη κι αν δεν αλλάξει όνομα, αλλάζει θέση μέσα στ’ όνομά του ή το όνομά του αλάζει θέση μέσα στον πολιτισμό….».

ΑΠΟ ΤΟ «ΕΓΩ κι ο ΑΛΛΟΣ» ΣΤΟ «ΕΜΕΙΣ κι οι ΑΛΛΟΙ»

Μια από τις βασικότερες, λοιπόν, (και ίσως η βασικότερη) κατηγοριοποιήσεις του κοινωνικού κόσμου είναι η διάκριση μεταξύ «εαυτού» και «άλλου».

Το συλλογικό συνακόλουθο αυτής της κατηγοριοποίησης είναι η διάκριση μεταξύ του «εμείς» και του «οι άλλοι». Από την κατηγοριοποίηση αυτή προκύπτει η κοινωνική ταυτότητα. » …η έννοια της κοινωνικής ταυτότητας παραπέμπει στην επίγνωση του ατόμου ότι ανήκει σε συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες/ομάδες, όπως το φύλο, η εθνικότητα, η κοινωνική τάξη, η θρησκεία, η επαγγελματική ομάδα και άλλες, σε συνδυασμό με τη συναισθηματική και αξιολογική σημασία που έχει γι’ αυτό (το άτομο) η ομάδα στην οποία ανήκει…»*. Η εμπλοκή του ατόμου σε διαπροσωπικά δίκτυα, η υπαγωγή του σε κοινωνικές κατηγορίες και ομάδες συνιστούν το περιεχόμενο της ταυτότητας και υπαγορεύουν την υιοθέτηση ρόλων καθώς και την αποδοχή πεποιθήσεων και αξιών.

Οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν ανάγκη από τη δημιουργία συλλογικών υποκειμένων για να μπορούν να αναπτύξουν την ταυτότητά τους.

Ένα τέτοιο συλλογικό υποκείμενο, του οποίου ο λόγος έμοιαζε να έχει λησμονηθεί, είναι και το Έθνος.

Ως Έλληνες έχουμε κάθε δικαίωμα να νοηματοδοτούμε αυτό το συλλογικό υποκείμενο με τον τρόπο που μας δίδαξαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Όταν έλεγαν πως » Έλλην είναι ο μετέχων της ελληνικής παιδείας» έθεταν ως θεμελιακό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας, τον πολιτισμό.

Για να αναπτύξει μία κοινότητα, μία κοινωνία, τον ιδιαίτερο τύπο πολιτισμού της χρειάζεται να έχει «εθνική συνείδηση». Κοντολογίς, πρέπει να γνωρίζει τι είναι αυτό που την διαφοροποιεί από τις άλλες κοινότητες-κοινωνίες και ταυτοχρόνως τι είναι αυτό που την συνδέει μ’ αυτές. Όμως, επειδή ο λόγος προκύπτει μέσα από διαφορές, για να μπορέσει ένας λαός, ένα έθνος, να μιλήσει τη γλώσσα του, να τραγουδήσει τα τραγούδια του, πρέπει να «πεί» τις διαφορές του. Πρέπει να μιλήσει τον λόγο του, που είναι Λόγος ύπαρξής του. Εθνική συνείδηση είναι η επίγνωση των στοιχείων που κάνουν έναν λαό να είναι ιδιαίτερος. Η εθνική ταυτότητα μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από την ανάπτυξη των ιδιαιτεροτήτων του κάθε λαού. Χωρίς αυτό το στοιχείο της συλλογικής ταυτότητας δεν μπορεί να υπάρξει καν παγκόσμιος πολιτισμός. Γιατί ο παγκόσμιος πολιτισμός είναι η συνομιλία των λόγων των διαφόρων λαών κι όχι κυριαρχία του ενός και καταστροφή του άλλου.

ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Για χίλιους, ίσως, λόγους στην εποχή της νεωτερικότητας η εθνική ταυτότητα έδειχνε να χάνει τη δυναμική της. Σε πείσμα, όμως, των καιρών οι μέρες μας, τις οποίες πολλοί χαρακτηρίζουν σαν εποχή του τέλους της νεωτερικότητας, κλονίζονται από την επανεμφάνιση του λόγου των ΕΘΝΩΝ. Τα έθνη σαν «πολιτισμικές ιδιαιτερότητες» μπαίνουν στο προσκήνειο και διεκδικούν τον «τόπο» που τους αφαιρέθηκε. Κι αυτός ο τόπος δεν είναι παρά ο τόπος της ΣΧΕΣΗΣ.

Σήμερα που η Παγκοσμιοποίηση εκφράζει ένα μοντέλο σχέσης αδηφάγο, κανιβαλικό, καταστροφικό, το οποίο υπαγορεύει την υποταγή της «ετερότητας» στην «ομοιομορφία», που επιβάλλει την λήθη (βλέπε καταστροφή) γλωσσών, εθίμων, θρησκειών, στο βωμό της παγκόσμιας κοινότητας (βλέπε αγοράς), σήμερα λοιπόν είναι που η αντίσταση σ’ όλα αυτά ακφράζεται και με την ανάδυση της εθνικής ταυτότητας σαν στοιχείο πολύτιμο κι αδιαπραγμάτευτο. Τα έθνη διακδικούν ένα ΧΩΡΟ κι ένα ΧΡΟΝΟ σε μία στιγμή που η σχέση φαίνεται να παίρνει το χαρακτήρα της Κυριαρχίας.

*Δημήτρης Μπάσογλου

*Γυμναστής – Ψυχολόγος

Βιβλιογραφία :

1. Χ. Κατάκη – «Το μωβ υγρό» , Ε. Γράμματα , Αθήνα 1996

2. H. Maturana, F. Varela – «Το δέντρο της γνώσης» , Κάτοπτρο , 1992

3. M. Balmary – «Η απαγορευμένη Θυσία» , Γαβριηλίδης , Αθήνα 1994

4. Α. Φραγκουδάκη, Θ. Δραγώνα – «Τι είναι η πατριδα μας» , Αλεξάνδρεια , 1997

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*