Άρδην τ. 10-19, Άρδην τ.16, Περιοδικό Άρδην

Μύθος, θρησκεία και ιδεολογία

του Δ. Τσαρδάκη

«‘Οποιος λησμονεί ότι οι ιδέες έχουν συνέπειες, καταλήγει να τις υφίσταται.» [Susan George: Πώς κατασκευάζεται μια ιδεολογία, LE MONDE dipl. τεύχος 13/1998]

Η ουτοπική σκέψη έχει την ιστορική της θεμελίωση και εκφράζει τον ακαταμάχητο πόθο του ανθρώπου να δημιουργήσει τον «ιδανικό» κόσμο, ο οποίος θα είναι απαλλαγμένος από την δυστυχία, τον πόνο και την εκμετάλλευση. Ο «ιδανικός» αυτός κόσμος συνιστά μία φαντασιακή προβολή της γήινης πραγματικότητας, ένα μελλοντικό σχέδιο ευτυχίας και αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου. Ουτοπίες υπήρξαν κατά καιρούς φιλοσοφικές [όπως η ιδανική Πολιτεία του Πλάτωνα], θεολογικές [όπως η «ουράνια βασιλεία του Θεού»] και πολιτικές [όπως η μαρξιστική ουτοπία της «αταξικής κοινωνίας»]. Παρά το γεγονός ότι η ουτοπική σκέψη, ανάλογα με το ουτοπικό σχέδιο που τη συγκροτεί, διακρίνεται ως προς τον τρόπο θεμελίωσής της, ωστόσο έχει και ένα κοινό γνώρισμα, ότι διακατέχεται από μία μεταφυσική αντίληψη, για έναν κόσμο ο οποίος «δεν είναι ακόμη εδώ», αλλά που θα πραγματοποιηθεί κάποτε μέσα σε ένα ορατό μέλλον. Κάθε ουτοπία είναι μία πρόσμειξη από μυθικά, θρησκευτικο-μεταφυσικά και ιδεολογικά στοιχεία. Προσφέρει στον άνθρωπο ένα «σωσίβιο» ελπίδας και προσμονής, για να μην καταρρεύσει μέσα στην αγωνία και στη βαρβαρότητα αυτού του μόνου πραγματικού κόσμου. Από αυτή την άποψη, οι ουτοπίες έχουν και μία θετική ψυχολογική λειτουργία, κυρίως για τους κατατρεγμένους και εξαθλιωμένους αυτού του πλανήτη, στο βαθμό που προσφέρουν ελπίδα για έναν καλύτερο μελλοντικό κόσμο. Το ουτοπικό σχέδιο είναι αναγνωρίσιμο κυρίως από τα μεσσιανικά στοιχεία που το συγκροτούν και από την διαμεσολάβηση ενός «Μεσσία», ο οποίος προσφέρεται ανιδιοτελώς να μεσιτεύσει υπέρ της «σωτηρίας» των ανθρώπων.[1]

Προκειμένου η ουτοπία να εξηγηθεί ορθολογικά, πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να ισχύει ο νόμος της «φαινομενικής οπισθοδρόμησης» του κόσμου, για να μπορεί να δικαιολογείται, κάθε φορά, «το πέταγμα προς τις υψηλότερες κορυφές», δηλαδή κάτι σαν συνεχείς «πτώσεις» και «ανορθώσεις» του ανθρώπου. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η κοινωνία «οπισθοδρομεί» [πέφτει σε «κρίσεις»] και γι’ αυτό χρειάζεται ένα καινούργιο ουτοπικό σχέδιο, για να «πετάξει ψηλά» σε ανώτερα υλικά και πνευματικά επίπεδα και, τελικά, να υπερβεί την «κρίση». Με την έννοια αυτή, η ουτοπία προσφέρει μία προοπτική για την υπέρβαση μιας κατάστασης, η οποία είτε επιλέγεται ως «κρίσις», είτε παύει πλέον να ανταποκρίνεται στις ιστορικές ανάγκες των ανθρώπων και πρέπει να αλλάξει. ‘Ετσι, ιδωμένη η ουτοπία γίνεται αναπόσπαστο μέρος του συνολικού σχεδίου της επαναστατικής αναδιάρθρωσης και αλλαγής της κοινωνίας. Η ίδια η αναγκαιότητα για την εγκαθίδρυση της ουτοπίας προϋποθέτει πάντοτε τη δυσαρέσκεια του ανθρώπου μέσα στον «απωθητικό πολιτισμό» [Freud], ο οποίος με τους καταπιεστικούς μηχανισμούς του, θεωρείται υπεύθυνος για κάθε κακό που υπάρχει μέσα στον κόσμο. Στη συνάφεια αυτή ο Κονδύλης παρατηρεί ότι «η καταπίεση, ο αγώνας, ο πόνος σημάδεψαν σε όλες τις εποχές και σε όλους τους τόπους την ανθρώπινη κατάσταση, και γι’ αυτό ο πόθος της οριστικής τους εξάλειψης εμπεριέχει έναν πόθο για υπέρβαση της Ιστορίας και κάθε πεπερασμένου ορίου.»[2]

Στην περίπτωση της θρησκευτικής ουτοπίας το ουτοπικό σχέδιο στη γενική του διατύπωση δεν διαφέρει ουσιαστικά στις διάφορες θρησκείες. Συνήθως, ο Θεός εμφανίζεται στο όραμα κάποιου «Μεσσία», ο οποίος παίρνει την εντολή δια της διδασκαλίας του και δια της θυσίας του να μεσιτεύσει υπέρ της «σωτηρίας» των ανθρώπων. Στο «τέλος» αυτής της διαδρομής, δηλαδή σε ένα απόμακρο μέλλον, που όμως ποτέ δεν προσδιορίζεται, υπάρχει πάντοτε ένας υπεσχημένος «Παράδεισος» στο «βασίλειο του Θεού», εκεί όπου οι άνθρωποι τελικά θα ανακουφιστούν «άπαξ δια παντός» από τα βάσανα, την δυστυχία και τον πόνο που τους επιφύλαξε αυτή η ζωή. Ως τότε οι άνθρωποι οφείλουν υπομονετικά να υποφέρουν την ένδεια, την καταπίεση και την δυστυχία, αν, τελικά, θέλουν να καταξιωθούν την είσοδό τους στο μελλοντικό «βασίλειο των ουρανών». Κοντολογίς, η «σωτηρία» των κατατρεγμένων έρχεται μέσα από την ένδεια, την υπομονή και την στέρηση όλων των εγκόσμιων απολαύσεων, οι οποίες, άλλωστε, στην θρησκευτική εκδοχή της ουτοπίας, αναγνωρίζονται ως η πηγή της ανθρώπινης αμαρτίας. Το σχέδιο αυτό της «σωτηρίας», χαρακτηρίζει όλες τις εκδοχές της μεσσιανικής σκέψης και δικαιολογείται μέσα από συνεχείς «πτώσεις» του ανθρώπου.

Το αναγνωρίζουμε, παραδείγματος χάριν, στον Χριστιανισμό, όπου μετά το προπατορικό αμάρτημα και την «πτώση» των πρωτοπλάστων, πολλοί χριστιανοί στοχαστές παροτρύνουν το άτομο σε παραίτηση, «με το πρόσχημα πως ο Θεός δοκιμάζει τον άνθρωπο εξαθλιώνοντάς τον.»[3] Ετσι, οι εκπεσόντες «αμαρτωλοί», πρέπει να καταστούν, μέσα από την πίστη και την μετάνοια, άξιοι της θείας συγγνώμης, για να καταξιωθούν της ουράνιας βασιλείας του Θεού. Η θυσία του Χριστού ως Μεσσία και η ανάληψή του στους ουρανούς, συμβολίζει για τους ανθρώπους τον δύσβατο δρόμο της σωτηρίας της ψυχής [Γολγοθάς]. Στο συμβολικό επίπεδο, η θρησκευτική ουτοπία [όπως και η πολιτική ουτοπία από διαφορετικό δρόμο], προσφέρει μία ανακούφιση στους κατατρεγμένους και εξαθλιωμένους αυτού του πλανήτη, στους οποίους υπόσχεται έναν «καλύτερο κόσμο», που όμως θα έρθει «μετά θάνατον», αρκεί κανείς σ’ αυτή εδώ τη ζωή να καταθέσει την ψυχή του στο «έλεος του Θεού» και να απαρνηθεί την αμαρτίαν. Αν ο χριστιανισμός είναι «η τελευταία μεγάλη ιδεολογία των υπόδουλων»[4], τότε πρέπει επειγόντως να κατεβεί από τον ουρανό πάνω στη Γη και κοντά στους ανθρώπους. ‘Ενας πανάγαθος Θεός δεν έχει κανένα λόγο να κάθεται πάνω στους ουρανούς και μάλιστα πάνω σ’ ένα θρόνο, ως απόμακρος παρατηρητής του κόσμου. Ο χριστιανισμός, ως μεγάλη θρησκεία της αγάπης και της αλληλεγγύης των ανθρώπων, αντιφάσκει στην ίδια τη θεμελίωση μιας εκκοσμικευμένης ηθικής αντίληψης για τη ζωή και το θάνατο. Παίρνει το θάνατο ως λύτρωση του ανθρώπου από τα δεινά αυτού του μάταιου κόσμου, τα οποία όμως εξωραΐζει, θεωρώντας τα ως αναπόφευκτα [η αμαρτία είναι ανθρώπινη ιδιότητα], αφού οι άνθρωποι οφείλουν να υπομένουν με εγκαρτέρηση και ιώβειο υπομονή, για να δικαιωθούν κάποτε σε έναν «άλλο κόσμο» της αιώνιας «βασιλείας των ουρανών». Ο χριστιανισμός βλέπει την ισότητα των ανθρώπων στο δικαίωμα της ελεύθερης ηθικής επιλογής. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέγει το καλό ή το κακό και να λογοδοτεί ενώπιον της Θείας Δίκης [κατά τη «Δευτέρα Παρουσία;»] για τις πράξεις του και τα αμαρτήματά του επί της Γης. Με άλλα λόγια, ο χριστιανισμός διαθέτει μεν τη σωστή αντίληψη περί ελευθερίας της συνείδησης, μ’ όλο που καθ’ οδόν εγκαταλείπει τους υπόδουλους, στη στέρηση της ελευθερίας τους, στο βαθμό που τους υπόσχεται ότι η τελική «σωτηρία» της ψυχής τους θα επισυμβεί σε έναν «άλλο κόσμο». Αυτή η συνεχής μετατώπιση του προβλήματος της «σωτηρίας» σε μια «μετά θάνατον ζωή» αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα του χριστιανισμού, τουλάχιστον για ‘κείνους που θα ήθελαν να αμφισβητήσουν την ύπαρξη ενός τέτοιου κόσμου. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη χριστιανική αντίληψη, ο άνθρωπος ζει συγχρόνως σε δύο κόσμους : έναν κόσμο κοσμικό που συνιστά ένα δοκιμαστήριο του αμαρτωλού σώματος, το οποίο σέρνει την κατάρα του προπατορικού αμαρτήματος [«με ιδρώτα και κόπο να κερδίζεις το ψωμί σου»], και έναν κόσμο μεταφυσικό, επουράνιο, που θεραπεύει την μετανοούσα ψυχή. Αυτός ο δυισμός, ο χωρισμός δηλαδή του ανθρώπου σε φθαρτό σώμα και άφθαρτη ψυχή [πνεύμα] , θέτει ένα εξαιρετικά σοβαρό επιστημολογικό πρόβλημα στην κατανόηση της ίδιας της ψυχοσωματικής ενότητας του ανθρώπου. Αλλά σύμφωνα με τον Hegel «η ψυχή δεν είναι μια ξέχωρη μη- υλική οντότητα, αλλά είναι η γενική μη-υλικότητα της φύσης, απλή ιδεατή ζωή της φύσης.»[5]

‘Ετσι κι αλλιώς, όλες οι θρησκείες είναι βασισμένες σ’ ένα μεσσιανικό ουτοπικό σχέδιο, το οποίο υπόσχεται την μετά θάνατον «σωτηρία» της ψυχής του ανθρώπου και απευθύνεται, κυρίως, προς τις, με κάθε τρόπο, κατατρεγμένες και εξαθλιωμένες μάζες αυτού του πλανήτη, που είναι και oι πιο ευάλωτες στα ανορθολογικά σχήματα. Γι’ αυτό, παρά τα ανορθολικά και μυθικά στοιχεία που τις συγκροτούν, ακόμη και στην εποχή μας, έχουν τεράστια ιδεολογική απήχηση στις λαϊκές μάζες. Κατά τα φαινόμενα η συγκυρία είναι ευνοϊκή. Από την άποψη, αίφνης ότι, στους κόλπους της παγκοσμιοποιημένης ελεύθερης αγοράς, τα δύο τρίτα περίπου του πληθυσμού του πλανήτη-Γη ζουν σε συνθήκες ένδειας και εξαθλίωσης, η θρησκευτική ουτοπία προσπαθεί να αναπληρώσει ό,τι η πολιτική και η επιστήμη δεν καταφέρνουν να επιτύχουν. Ο Jean Baudrillard παρατηρεί ότι » καμιά κοινωνία δεν ζει μόνον ενώπιον του ίδιου του συστήματος των αξιών της – πρέπει αφενός να διαθέτει ένα τέτοιο, συνάμα όμως πρέπει αναγκαστικά να αυτοκαθορίζεται εναντίον του.»[6] Πρέπει, με άλλα λόγια, να δείξει τον εχθρό. Αν ο εχθρός δεν υπάρχει πρέπει επειγόντως να κατασκευαστεί. Σε ό,τι αφορά τον μεταφυσικό χαρακτήρα του χριστιανικού λόγου, όπως αυτός εκφράζεται μέσα από τα χριστιανικά δόγματα, ο εχθρός που ενσαρκώνει το κακό, ήταν πάντοτε η αμαρτία, προσωποποιημένη στο Σατανά. Επειδή όμως, από ιστορική άποψη, ο Σατανάς δεν υπήρξε ποτέ ως μία οντότητα, έπρεπε η θρησκεία να τον επινοήσει, για να μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται εναντίον του. ‘Ετσι, το κακό απέκτησε τον αντιπρόσωπό του επί της Γης και την θεωρητική του θεμελίωση. Ο Σατανάς, έκτοτε, είναι υπεύθυνος για ό,τι κακό συμβαίνει στον κόσμο και όχι ο ίδιος ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι απλώς το υποχείριο [η διαμεσολάβηση] του Σατανά, έτσι τουλάχιστον διδάσκουν οι ιεροκήρυκες. Με άλλα λόγια, ο Σατανάς αναδύθηκε από το σκότος για να δικαιολογήσει την ύπαρξη του Θεού. Επιδίωξή του είναι να κάνει τους ανθρώπους να αμαρτήσουν. Η φοβερή Κόλαση είναι η προϋπόθεση για να λειτουργήσει η θρησκεία ως εξουσιαστικός μηχανισμός, ο οποίος στηρίζεται εξ’ ολοκλήρου στη συμβολική βία. Για τους «αμαρτωλούς» αυτού του κόσμου επαπειλείται πάνω από τα κεφάλια τους η «Δευτέρα Παρουσία» και η άτεγκτη κρίσις των δικαίων και αδίκων. ‘Ετσι συμπληρώνεται μία ιδεολογική κατασκευή, ανθρωπολογικό υπόβαθρο της οποίας είναι πάντοτε η πίστις, η άγνοια και προπαντός ο φόβος.

Καμιά επιστημονική ή φιλοσοφική θεωρία δεν έχει τόση δύναμη, όση η θρησκευτική-μεταφυσική ουτοπία. Είναι πολύ πιο εύκολο, φερ’ ειπείν, να πείσεις τις μάζες ότι μία εικόνα της Παναγίας, κάτω από ορισμένες συνθήκες, οι οποίες μένουν πάντοτε αδιευκρίνιστες, μπορεί να κάνει «θαύματα», παρά να μιλήσεις για τους πραγματικούς παράγοντες που οδηγούν στα τροχαία δυστυχήματα. Υπάρχει ακόμη διάχυτη η αντίληψη μέσα στην κοινωνία ότι τα τροχαία δυστυχήματα τα προκαλεί η «κακιά ώρα» και όχι οι άνθρωποι-οδηγοί. Τα «θαύματα» βέβαια, στο θαθμό που πιστεύει κανείς σ’ αυτά, «συμβαίνουν» κυρίως σε περιόδους οικονομικής και ηθικής «κρίσης» ή «πτώσης» της κοινωνίας. Η χριστιανική θρησκεία δεν αρνείται τα θαύματα. Ωστόσο,το «θαύμα», με την έννοια της θεϊκής παρέμβασης στα πράγματα, γι’ αυτόν που το βλέπει, είναι ένα είδος νεύρωσης της κοινωνικής αντίληψης, η οποία είναι επιρρεπής στις προλήψεις, τις δεισιδαιμονίες και τις προκαταλήψεις. Η θρησκευτικο-μεταφυσική ουτοπία δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν υποδείξει το εξιλαστήριο θύμα. Ο Rene Girard δηλώνει ότι «η θρησκεία έχει αντικείμενό της το μηχανισμό του εξιλαστηρίου θύματος’ η λειτουργία της αποσκοπεί στη διαιώνιση ή στην ανανέωση των αποτελεσμάτων αυτού του μηχανισμού, δηλαδή στην προστασία της κοινότητας από τη βία.»[7] Στο επίπεδο της συμβολικής λειτουργίας, η θρησκεία παράγει μυθολογίες, όπως η μυθολογία ότι η θρησκευτικότητα είναι έμφυτη στον άνθρωπο, ότι η ψυχή χωρίζεται από το σώμα και ζει μετά θάνατον, ότι κάποτε θα έλθει η μέλλουσα Κρίσις, για να κατατάξει τους ανθρώπους στην Κόλαση ή στον Παράδεισο κτλ. κτλ., ανάλογα με τα αμαρτήματά τους. Για την ίδια αιτία, ο θρησκευτικός λόγος είναι περισσότερο εύληπτος και ελκυστικός απ’ ό,τι ο επιστημονικός λόγος. Για τη θρησκεία ο θάνατος, παραδείγματος χάριν, όπως είδαμε, είναι η λύτρωση του σώματος από τις αμαρτίες της ψυχής και η μετάβαση στην ουράνια «βασιλεία του Θεού». Για την επιστήμη [ ιατρική, βιολογία κτλ.] ο θάνατος είναι απλώς το φυσικό και οριστικό τέλος μιας συγκεκριμένης ύπαρξης. Τα ζώα δεν έχουν συνείδηση του θανάτου, γι’ αυτό και δεν έχουν ούτε θρησκείες ούτε κάνουν μνημόσυνα. Ακριβώς, επειδή ο άνθρωπος έχει συνείδηση του θανάτου και του φθαρτού της ύπαρξής του, δημιούργησε τις θρησκείες και τους θεούς, ως μία προβολή του υπαρκτού κοινωνικο-ιστορικού κόσμου σε ένα Επέκεινα.

Εάν κανείς συμφιλιωθεί με την εμπράγματη και κοινωνικο-ιστορική λειτουργία της θρησκείας, ως μιας ιδεολογίας και κοσμοθεωρίας, που οι άνθρωποι κατασκευάζουν για τις δικές τους υπαρξιακές και μεταφυσικές ανάγκες, είναι πολύ πιο κοντά να κατανοήσει τη δομή του κόσμου και τη θέση του μέσα σ’ αυτόν. Ο δογματικός θρησκευτικός φανατισμός και η μισαλλοδοξία οδηγούν σε μία έκπτωση της αυτονομίας της συνείδησης και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. ‘Ενας άνθρωπος «δούλος του Θεού» είναι ένας υποτελής άνθρωπος, ο οποίος αποποιείται τις δικές του ιστορικές ευθύνες για ό,τι κακό συντελείται στον κόσμο. Το κακό [όπως οι πόλεμοι, οι σφαγές, η πείνα, η δυστυχία] ήταν ανέκαθεν ανθρώπινο κακό και είναι ο κοινωνικός απόηχος της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από εκμεταλλευτικές κοινωνικο-οικονομικές δομές. ‘Ενας ελεήμων Θεός, αν μπορούσε να παρέμβει για να εμποδίσει το ανθρώπινο κακό, όπως κι αν αυτό εμφανίζεται στην ανθρώπινη ιστορία, δεν θα είχε λόγο να μην το κάνει. Από την άλλη μεριά, ένας παντοδύναμος και ελεήμων Θεός, που αφήνει τους ανθρώπους να σφαγιάζονται μεταξύ τους, να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και τα παιδιά να πεθαίνουν απο την πείνα, είναι, συγχρόνως, ένας κυνικός Θεός. Συνεπώς, είχε δίκαιο ο Freud όταν υποστήριζε ότι η θρησκεία είναι μία «θεσμοθετημένη συλλογική νεύρωση»[8] και ένας εξουσιαστικός μηχανισμός πάνω στους ανθρώπους. Βλέπετε ότι στα ζώα το κακό είναι εξαιρετικά περιορισμένο, γιατί σ’ αυτά η βία συνδέεται με φυσικούς ανασταλτικούς μηχανισμούς. Τα ζώα που ανήκουν στο ίδιο είδος ποτέ δεν σκοτώνει το ένα το άλλο. Αυτό είναι μοναδικό «προνόμιο» του ανθρώπινου ζώου, το οποίο στερείται τέτοιων φυσικών μηχανισμών. Τα ζώα ποτέ δεν θα έβαζαν αίφνης πυρκαγιές για να κάψουν τα δάση, γιατί αυτό αντίκειται στο ζωικό ένστικτο. Στον άνθρωπο, στη θέση τού ατομικού βιολογικού μηχανισμού, μπαίνει ο συλλογικός και πολιτιστικός μηχανισμός του εξιλαστηρίου θύματος. Η θυσία [θύματα πολέμων, τρομοκρατικών πράξεων κτλ.] πρέπει να προσφέρεται πάντοτε για τον εξευμενισμό του εξιλαστηρίου θύματος.[9] Ο μηχανισμός του εξιλαστηρίου θύματος κινητοποιεί όλες τις ανορθόλογες και καταστροφικές δυνάμεις του ανθρώπου, φτάνει να έχει υποδειχτεί ο πραγματικός ή ο συμβολικός στόχος. Είναι παράδοξο ότι, σε μία εποχή άκρως τεχνοκρατική και ορθολογική, ο θρησκευτικός φανατισμός, η μισαλλοδοξία και οι ψυχικές νευρώσεις περισσεύουν στον κόσμο. Μερικοί υποστηρίζουν ότι το φαινόμενο αυτό οφείλεται στην κατάρρευση ή στην υποχώρηση των μεγάλων ιδεολογιών του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού και στο «κενό» που άφησαν πίσω τους. Πιστεύω πως αυτό δεν είναι σωστό. Αντίθετα, φοβάμαι πως πίσω από αυτή την εξέλιξη υπάρχουν βαθύτερες κοινωνικές αιτίες. Ιστορικά η ανθρωπότητα δεν κατάφερε να απελευθερωθεί από τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις, ίσως γιατί δεν κατάφερε να νικήσει τη φτώχια και την εκμετάλλευση. ‘Ενα τέτοιο όραμα είχε, όπως γνωρίζουμε, ο
Διαφωτισμός, πλην όμως δεν κατάφερε να το οδηγήσει στα άκρα του. Αν το ανθρώπινο ζώο επιβιώσει, προφανώς θα χρειαστούν μερικές χιλιάδες χρόνια ακόμη, ώσπου να κατακτήσει ένα επίπεδο κοινωνικής και ηθικής ανάπτυξης, το οποίο θα είναι συμβατό με έναν πολιτισμό της αυτονομίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, που θα τον απαλλάξει οριστικά από όλους τους ετεροκαθορισμούς και τους μηχανισμούς εξάρτησης και εκμετάλλευσης. Τότε ελπίζεται ότι δεν θα χρειάζεται πλέον η προσφυγή σε μία σχιζο-ηθική, γεμάτη νευρώσεις, θρησκευτική ουτοπία και μία άκρως διχαστική σκέψη περί της «πολιτισμένης Δύσης» και της «βάρβαρης Ανατολής», περί των «γραικύλων» και των «άλλων», για να δικαιολογεί την ύπαρξη της Εκκλησίας και της θρησκείας. ‘Αλλωστε, τότε δεν θα υπάρχουν πλέον ούτε ανάλογα ακροατήρια, για να βρίσκει ένας τέτοιος βαθιά συντηρητικός και αντιδραστικός λόγος απήχηση.

*Επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

 

 

 

 

 


[1] Δημήτρης Τσαρδάκης, Απόκλιση και Εκκρεμότητα, Παπαζήσης 1994, σελ.167. Βλ.επ. Louis Mamfort, Η ιστορία των Ουτοπιών, Νησίδες 1998.

[2] Παναγιώτης Κονδύλης, Η Ηδονή, η Ισχύς, η Ουτοπία, Στιγμή 1992, σελ. 128.

[3] Mathilde Niel, Ψυχανάλυση του μαρξισμού, Μπουκουμάνης 1975.

[4] Francis Fukuyama, Το τέλος της Ιστορίας, Νέα Σύνορα -Λιβάνης 1993, σελ. 268.

[5] Georg Hegel, Η φιλοσοφία του πνεύματος, Δωδώνη 1993, σελ.73

[6] Jean Baudrilliard, Η διαφάνεια του κακού, Εξάντας 1996, σελ. 78.

[7] Rene Girard, Το εξιλαστήριο θύμα, η βία και το ιερό, Εξάντας 1991, σελ. 157. Βλ. επ. Φώτης Τερζάκης, Μελέτες για το Ιερό, Ελληνικά Γράμματα 1997.

[8] Sigmund Freud, Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, Επίκουρος 1974, σσ. 99,109.

[9] Rene Girard, ο.π., σελ. 366. Βλ. επ. Κάρεν Άρμστρονγκ, Η ιστορία του Θεού, Φιλίστωρ 1996, σσ. 373 κ.ε.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*