Διεθνή, Ρήξη φ. 94, Τουρκία

Ο Ερντογάν όλο και πιο απομονωμένος

Μετά από δέκα χρόνια και δύο επανεκλογές, η φθορά της εξουσίας είναι πρόδηλη

 Του Guillaume Perrier* από τη Ρήξη φ. 94
Το πρωί της Τρίτης, 4 Ιουνίου, ο Μπουλέντ Αρίντς, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός, πήγε στο προεδρικό μέγαρο στην Άγκυρα, μετά από πρόσκληση του προέδρου Αμπντουλάχ Γκιουλ, λόγω της κατάστασης στη χώρα μετά από μια εβδομάδα αντικυβερνητικών διαδηλώσεων. Ο πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σίγουρος για τον εαυτό του, δεν ήθελε να ανατρέψει το πρόγραμμά του και πέταξε τη Δευτέρα για μια τριήμερη περιοδεία στις χώρες του Μαγκρέμπ, στο Μαρόκο, την Αλγερία και την Τυνησία, χώρες από όπου  ξεκίνησε η «αραβική άνοιξη».
Η απουσία του θερμόαιμου Τούρκου ηγέτη θα μπορούσε να επιτρέψει  στους κκ. Γκιουλ και Αρίντς να ανακτήσουν τον έλεγχο, μια και εξέπεμψαν και οι δύο μηνύματα κατευνασμού από την αρχή της κρίσης. Ο αναπληρωτής πρωθυπουργός Μπουλέντ Αρίντς, ο οποίος είπε ότι νιώθει θλιμμένος, επέκρινε τη μαζική χρήση δακρυγόνων από την αστυνομία κατά των διαδηλωτών.
Όσο για τον Αμπντουλάχ Γκιουλ, μίλησε, μισή ώρα μετά την αποχώρηση του πρωθυπουργού καλώντας σε αυτοσυγκράτηση όλων των πλευρών, συμπεριλαμβάνοντας  σιωπηρά και τον Ερντογάν, ο οποίος, απορρίπτοντας την ιδέα μιας «τουρκικής άνοιξης», κατηγόρησε τους διαδηλωτές ότι καθοδηγούνται από εξτρεμιστές με δεσμούς με άλλες χώρες.

«Το μήνυμα ελήφθη»

Ο Γκιουλ τόνισε ότι η δημοκρατία δεν περιορίζεται στις εκλογές, στον αντίποδα του πρωθυπουργού, ο οποίος επιμένει για τη νομιμοποίηση που  απολαμβάνει από τις κάλπες αποκλειστικά. Όλοι οι  τρόποι ζωής πρέπει να συνυπάρχουν, είπε επίσης ο Αμπντουλάχ  Γκιούλ.Το μήνυμα ελήφθη, είπε στους διαδηλωτές. Από το Μαρόκο, όπου είχε προσγειωθεί, ο πρωθυπουργός κλήθηκε να σχολιάσει τις δηλώσεις αυτές. Ενοχλημένος, απάντησε ότι  δεν καταλαβαίνει σε τι αναφερόταν το μήνυμα του προέδρου Γκιουλ, και λίγο μετά επανέλαβε ότι γι’ αυτόν η δημοκρατία σημαίνει κάλπες και μόνο, άσχετα με το τι λέει ο πρόεδρος.
Μεταξύ των δύο ανδρών, οι οποίοι εδώ και είκοσι χρόνια έχουν ανέβει μαζί όλα τα σκαλιά της εξουσίας, το διαζύγιο φαίνεται να οριστικοποιείται.  Έχοντας και οι δύο καταγωγή από το πολιτικό Ισλάμ της Τουρκίας και το κίνημα Μιλί Γκορούς («εθνικό όραμα») του Νετσμετίν Ερμπακάν, έκαναν την εμφάνισή τους στη δεκαετία του 1990, ως οι ηγέτες της ρεφορμιστικής τάσης του ισλαμιστικού κινήματος. Ήδη η προσωπικότητα του Αμπντουλάχ Γκιουλ, του πρεσβύτερου, ενός λογίου με ήπιο  χαρακτήρα, βρίσκεται στον αντίποδα εκείνης του Ταγίπ Ερντογάν, του παιδιού των προαστίων της Κωνσταντινούπολης, που έχει ανατραφεί  με τραχύτητα και του οποίου  η σκληρή  γλώσσα και η ιδιοσυγκρασία  τον ανέδειξαν ως  χαρισματικό ηγέτη και λαϊκό ρήτορα, με μεγάλη απήχηση στους φτωχούς  συντηρητικούς Τούρκους, στους οποίους απευθύνεται στον ενικό και τους χτυπά στην πλάτη.
Μετά από μια παιδική ηλικία  που την πέρασε στους δρόμους του Καζίμπασα στην Κωνσταντινούπολη, ο Ερντογάν μεγάλωσε ανάμεσα στο τοπικό τζαμί και το γήπεδο ποδοσφαίρου. Και στα δύο πεδία έδειξε τις ικανότητές του. Έκανε το ντεμπούτο του σε αυτήν τη φτωχή γειτονιά που έγινε εκλογικό προπύργιο του.

Ο κ. Ερντογάν, αιώνιος δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης

Το 1994, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εστάλη από τον Ερμπακάν να δώσει τη μάχη του δημαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Σε ηλικία 40 χρονών, το 1994, κατέκτησε το δήμο μετά από μια εκστρατεία που κατέδειξε τη δύναμη και την αποφασιστικότητά του. Η Κωνσταντινούπολη έγινε το εργαστήριο του ισλαμικού κόμματος. Το 1999, άφησε τη δημαρχία  στους δικούς του και τον αρχιτέκτονα Καντίρ  Τοπμπάς. Ωστόσο, ο Ερντογάν δεν έπαψε ποτέ να είναι ο πραγματικός δήμαρχος.
Μετά από αυτή  την επιτυχία, ο φιλόδοξος Ταγίπ Ερντογάν προετοιμάζεται για έναν ευρύτερο εθνικό ρόλο. Το ισλαμικό κόμμα Refah (“Ευημερία”) έχει κλονιστεί από το βελούδινο στρατιωτικό πραξικόπημα εναντίον του Νετσμετίν Ερμπακάν, του πρώτου ισλαμιστή πρωθυπουργού. Με τον Αμπντουλάχ Γκιουλ, τον Μπουλέντ Αρίντς και αρκετούς άλλους, αποχώρισε από την παλαιότερη κίνηση και ίδρυσε το 2001 δικό του κόμμα, το «Κόμμα της Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» (ΑΚΡ), που ήρθε σε ρήξη με τις παραδοσιακές θέσεις του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ, αντιδυτικού  και αντιευρωπαϊκού, και μεταβλήθηκε σε ένα σύγχρονο Φιλελεύθερο Κόμμα. Το επόμενο έτος, κέρδισε ήδη  τις εκλογές.
Ο Ταγίπ Ερντογάν είναι ένας άνθρωπος πιστός στις αρχές του και στους φίλους του. Κυβερνά με το συναίσθημα, περισσότερο  πραγματιστής παρά ιδεολόγος. Η ομάδα του από την εποχή του Καζίμπασα θα τον ακολουθήσει και στην Άγκυρα. Ο πρώην αρχηγός της ποδοσφαιρικής ομάδας της γειτονιάς του έγινε υπουργός Αθλητισμού. Οι παλιοί του φίλοι θα μπουν στην κυβέρνηση, όπως ο αμετακίνητος Μπινάλι Γιλντιρίμ, ο υπουργός Μεταφορών. Όσοι τον υπηρετούν ανταμείβονται, εκείνοι που μπαίνουν εμπόδιο στο δρόμο του εκκαθαρίζονται χωρίς περιστροφές. Αυτή είναι για παράδειγμα η περίπτωση του Αμπντουλατίφ Σενέρ, ενός από τους ιδρυτές του ΑΚΡ,  που το 2007 έγινε ένας από τους επικριτές της πολύ προσωπικής διαχείρισης της εξουσίας από τον Ερντογάν. Θα σαρωθεί και θα εγκαταλείψει το κόμμα.

Αμπντουλάχ Γκιουλ,  ένας εν δυνάμει αντίπαλος 

Ο Γκιουλ παραμένει στο παρασκήνιο, αλλά πάντα στην πρώτη γραμμή. Όταν, το Δεκέμβριο του 2002, το AKP κερδίζει τις εκλογές, ο Ερντογάν πλήττεται από μια απόφαση της δικαιοσύνης που του απαγορεύει την εκλογιμότητα, με το πρόσχημα ότι ο ίδιος ανακοίνωσε σε ομιλία του πως οι ισλαμιστές θα πάρουν εκδίκηση από τους στρατιωτικούς φρουρούς της εκκοσμίκευσης, κοσμικό ναό, παραφράζοντας ένα ποίημα: Τα τζαμιά θα είναι στρατώνες μας, οι μιναρέδες οι  ξιφολόγχες μας και οι πιστοί οι στρατιώτες μας. Ο  Γκιουλ  τον αντικαθιστά για ένα διάστημα  και μετά γίνεται υπουργός Εξωτερικών.
Μετά από μια πρώτη θητεία υπό το σύμβολο της οικονομικής ανάπτυξης, ο Ερντογάν επανεξελέγη το 2007, με πάνω από το 47% των ψήφων. Ένα  κυριολεκτικό δημοψήφισμα, τη στιγμή που το ΑΚΡ βρισκόταν αντιμέτωπο με μια προσπάθεια αποσταθεροποίησης από την υπερεθνικιστική πτέρυγα του στρατού και το «βαθύ κράτος» – ένα σύνολο δομών εντός και εκτός του κρατικού μηχανισμού, που επεδίωκε να αποτρέψει οποιεσδήποτε εξελίξεις. Η επιτυχία αυτή ενισχύει την αποφασιστικότητα του Τούρκου ηγέτη. Όμως, η Προεδρία της Δημοκρατίας του  διαφεύγει και υποχρεώνεται να την παραχωρήσει στον  Γκιουλ  ο οποίος έκτοτε μεταβάλλεται σε εν δυνάμει αντίπαλο.
Μετά το 2007, ο Ταγίπ Ερντογάν συμπεριφέρεται μάλλον ως διαχειριστής και όχι πλέον ως κατακτητής.  Στηρίζεται στον τουρκικό οικονομικό δυναμισμό, το πιο σοβαρό εκλογικό επιχείρημά του, αλλά δεν μπορεί να αποτρέψει την παράλυση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία προέβλεπε έναν οδικό χάρτη για τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας. Έτσι, η εξουσία  προσανατολίζεται έκτοτε  σε μια μορφή πατερναλιστικού λαϊκισμού, που συνδυάζει την παλιά αυταρχική κληρονομιά του κεμαλισμού και το θρησκευτικό συντηρητισμό, που χρησιμοποιείται  ως λάβαρο για να εξασφαλίσει την ψήφο του «λαουτζίκου» της Ανατολίας.
Μετά από δέκα χρόνια και δύο επανεκλογές, η φθορά της εξουσίας είναι πρόδηλη. Η απουσία αξιόπιστης αντιπολίτευσης προς το ΑΚΡ δεν ωθεί το κόμμα στην αυτοκριτική. Ο Ταγίπ Ερντογάν απομονώνεται, περιβαλλόμενος από μια φούχτα οπαδούς, επικουρούμενος από τη γυναίκα του Εμινέ και την κόρη του, ιδιαίτερα από τότε που ασθένησε, το  2012. Τότε υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο παχύ έντερο, δήθεν για μη καρκινικούς πολύποδες.  Ωστόσο, έχει την ακλόνητη πρόθεση να θέσει υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές, που θα διεξαχθούν για πρώτη φορά με καθολική ψηφοφορία το 2014. Και ο πιο σοβαρός αντίπαλός του θα είναι, σίγουρα, ο σημερινός κάτοχος του αξιώματος, ο Αμπντουλάχ Γκιούλ.

*Μετάφραση: Γ.Κ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*