Άρδην τ. 17, Περιοδικό Άρδην

Το γλωσσικό πρόβλημα στην Κύπρο

του Ανδ. Μακρίδη*

Η γλώσ­σα των Κυ­πρί­ων πα­ρουσιάζε­ται σή­με­ρα μαστι­ζό­με­νη α­πό ποι­κί­λες α­σθέ­νειες, οι ο­ποί­ες, πραγ­μα­το­ποιώ­ντας συ­νε­χείς με­ταλ­λά­ξεις, την πα­ρα­μορ­φώ­νουν και την τε­ρα­το­ποιούν.
Σε άρ­θρο του, ο κα­θη­γη­τής της φι­λο­σο­φί­ας του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου, κ. Δη­μή­τρης Πα­πα­δής, δια­πι­στώ­νει τα πιο κά­τω:”Τα ελ­λη­νι­κά της Κύ­πρου – οι ε­ξαι­ρέ­σεις δεν με­τα­βάλ­λουν τον κα­νό­να- πά­σχουν α­πό έλ­λει­ψη λε­ξι­λο­γι­κού πλού­του, δο­μι­κής ευε­λι­ξί­ας και πλα­στι­κό­τη­τας, συν­θε­τι­κής ευ­χέ­ρειας και γραμ­μα­τι­κής και συ­ντα­κτι­κής πει­θαρ­χί­ας” (Φι­λε­λεύ­θε­ρος: 12.11.1994)
Πα­ρα­φρά­ζο­ντας τον στί­χο του Σε­φέ­ρη, ο Ν.Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος έ­γρα­φε σε άρ­θρο του στην κυ­πρια­κή ε­φη­με­ρί­δα Ε­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α (28.10.1994): “ Ό­που και να τα­ξι­δέ­ψει κα­νείς στην Κύ­προ, η Αγ­γλι­κή τον πλη­γώ­νει”.
Οι νη­φά­λιες και ει­λι­κρι­νείς αυ­τές δια­πι­στώ­σεις βρί­σκο­νται σα­φώς σε ο­ξεί­α α­ντι­πα­ρά­θε­ση με κά­ποιες προ­ερ­χό­με­νες α­πό Ελ­λα­δί­τες, κυ­ρί­ως, που ά­κρι­τα και α­στό­χα­στα, κα­τά την ά­πο­ψή μου, κο­λα­κεύ­ουν τους Κύ­πριους για την γλώσ­σα τους, ί­σως “γο­η­τευ­μέ­νοι” α­πό τους ή­χους της δια­λέ­κτου μας, εί­τε λό­γω άλ­λων σκο­πι­μο­τή­των και, κά­πο­τε, ι­διο­τε­λών υ­πο­λο­γι­σμών.
Εί­ναι σε ό­λους γνω­στές, για πα­ρά­δειγ­μα, οι κο­λα­κεί­ες του κα­θη­γη­τή Δη­μή­τρη Μα­ρω­νί­τη: “Σί­γου­ρα μι­λά­τε μια χα­ρά και α­κού­γε­σθε μια χα­ρά”, “δεν υ­πάρ­χει κα­νείς λό­γος α­νη­συ­χί­ας για την ει­σβο­λή της αγ­γλι­κής στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα της Κύ­πρου. Εί­ναι μά­λι­στα α­πα­ρά­δε­κτη και σχε­δόν ε­πι­κίν­δυ­νη η δρα­μα­το­ποί­η­ση της εν λό­γω ει­σβο­λής” (ε­φη­με­ρί­δα ΣΗ­ΜΕ­ΡΙ­ΝΗ, 1.10.1994).
Δυ­στυ­χώς η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πλη­γώ­νει. Οι Κύ­πριοι έ­χουν πε­τά­ξει την γλώσ­σα τους στα σκου­πί­δια. Εγ­γρά­μα­τοι και α­γράμ­μα­τοι συ­να­μιλ­λώ­νται στις ξε­νο­γλωσ­σί­ες, στις α­συ­ντα­ξί­ες και στη φθο­ρά της γλώσ­σας μας, με την α­δια­φο­ρί­α και τη φυ­σι­κό­τη­τα τραυ­λί­ζο­ντος πα­πα­γά­λου! Αρ­νού­νται τα ελ­λη­νι­κά προ­τι­μώ­ντας να μι­λούν σε γλώσ­σα μι­ξο­βάρ­βα­ρη, ό­που κυ­ριαρ­χεί η χρή­ση των αγ­γλι­σμών. Η εκ­ποί­η­ση του α­δια­πραγ­μά­τευ­του α­γα­θού της γλώσ­σας μας, βλά­πτου­σα α­δια­κρί­τως την Πα­νελ­λή­νια Κοι­νή, ό­σο και την διά­λε­κτό μας, α­πο­τε­λεί, βε­βαί­ως, μό­νο την κο­ρυ­φή του πα­γό­βου­νου. Κά­τω α­πό τα έκ­δη­λα γλωσ­σι­κά πταί­σμα­τα υ­πο­κρύ­πτε­ται η τρα­γι­κή έ­κλυ­ση του ε­θνι­κού φρο­νή­μα­τος, που α­πε­μπο­λεί τον ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­σμι­κό τρό­πο, υ­πο­βαθ­μί­ζει την ελ­λη­νι­κή μας κουλ­τού­ρα, α­πο­ποιεί­ται το …ελ­λη­νι­κώς “σκέ­πτε­σθαι” και α­πορ­ρί­πτει το ελ­λη­νι­κό ή­θος.
Πριν δυό­μι­σι χι­λιά­δες χρό­νια, ο Ι­σο­κρά­της ση­μεί­ω­νε ό­τι “Έλ­λη­νας κα­λεί­σθαι τους της παι­δεύ­σε­ως της η­με­τέ­ρας με­τέ­χο­ντας”. Δυ­στυ­χώς, οι σύγ­χρο­νοι Κύ­πριοι, θύ­μα­τα της μα­ζι­κής ψύ­χω­σης της αγ­γλο­λα­τρεί­ας και του κα­τα­να­λω­τι­σμού, α­δυ­να­τούν να α­ντι­λη­φθούν ό­τι, υ­ιο­θε­τώ­ντας ή πα­πα­γα­λί­ζο­ντας την Αγ­γλι­κή, με­τέ­χο­ντας στον αγ­γλι­κό τρό­πο και αγ­γλο­ποιού­με­νοι πα­ντοιο­τρό­πως, α­ντι­στρέ­φουν την Ι­σο­κρά­τεια ρή­ση, η ο­ποί­α θα μπο­ρού­σε να δια­τυ­πω­θεί έ­τσι: “Άγ­γλους κα­λεί­σθαι τους Έλ­λη­νας, της παι­δεύ­σε­ως της υ­με­τέ­ρας με­τέ­χο­ντας”!
Η υ­ποτίμηση της γλώσσας
Το γλωσ­σι­κό πρό­βλη­μα στην Κύ­προ θε­με­λιώ­νε­ται πρω­τί­στως πά­νω σε μια βα­θιά α­ντί­λη­ψη και νο­ο­τρο­πί­α υ­πο­τί­μη­σης της γλώσ­σας. Οι πλεί­στοι Κύ­πριοι θε­ω­ρούν την γλώσ­σα α­πλώς ως ε­πι­κοι­νω­νια­κό μέ­σο και τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο. Η χρη­σι­μό­τη­τα της γλώσ­σας πε­ριο­ρί­ζε­ται στη χρη­στι­κή της α­ξί­α, στο ε­πί­πε­δο της συ­νεν­νό­η­σης. Ως εκ τού­του, ε­άν οι χει­ρο­νο­μί­ες, οι γκρι­μά­τσες, τα νεύ­μα­τα, οι μορ­φα­σμοί, ή και οι ξέ­νες λέ­ξεις, υ­πο­κα­θι­στώ­ντας την γλώσ­σα, ε­πι­τυγ­χά­νουν τη …συ­νεν­νό­η­ση, ου­δε­μί­α α­νά­γκη κα­θι­στά α­πα­ραί­τη­τη τη γλωσ­σι­κή καλ­λιέρ­γεια.
Η συ­νεί­δη­ση αυ­τή, σε συ­νάρ­τη­ση και με άλ­λους πα­ρά­γο­ντες, ω­θούν τον Κύ­πριο στον γλωσ­σι­κό ε­φη­συ­χα­σμό, πρώ­τα, και α­κο­λού­θως στην γλωσ­σι­κή αλ­λο­τρί­ω­ση, που στα­δια­κά με­τα­τρέ­πει τον άν­θρω­πο σε ά­γλωσ­σο ζώ­ο.
Α­ξιο­μνη­μό­νευ­τη εί­ναι η θέ­ση του κα­θη­γη­τή της γλωσ­σο­λο­γί­ας Γ. Μπα­μπι­νιώ­τη ε­πί τού­του: “Α­νή­κω σ’ αυ­τούς, οι ο­ποί­οι πι­στεύ­ουν βα­θιά πως η μη­τρι­κή γλώσ­σα κά­θε αν­θρώ­που και κά­θε λα­ού δεν εί­ναι α­πλό ερ­γα­λεί­ο συ­νεν­νό­η­σης, αλ­λά πο­λι­τι­σμι­κή κοι­νω­νι­κή και α­το­μι­κή α­ξί­α, στοι­χεί­ο κα­θο­ρι­στι­κό της πο­λι­τι­σμι­κής ύ­παρ­ξης του αν­θρώ­που. Α­φού η συ­νεί­δη­σή μας για τον κό­σμο, για τους άλ­λους και για τον ε­αυ­τό μας περ­νά­ει μέ­σα α­πό έν­νοιες γλωσ­σι­κά δο­σμέ­νες και εκ­φρα­σμέ­νες, η βα­θύ­τε­ρη ου­σί­α του αν­θρώ­που εί­ναι το πνεύ­μα και η γλώσ­σα του” (Ε­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α: 28.10.1994)
Η υ­πο­τί­μη­ση της γλώσ­σας, ως κλη­ρο­δό­τη­μα της κοι­νω­νί­ας των με­γά­λων προς τους νέ­ους, εμ­φα­νί­ζε­ται α­πό την παι­δι­κή η­λι­κί­α και συ­νο­δεύ­ει τον άν­θρω­πο μέ­χρι τέ­λους.
Η μο­λυ­σμα­τι­κή γλωσ­σι­κή ε­πι­δη­μί­α που μα­στί­ζει την Κύ­προ, σή­με­ρα, ε­δρά­ζε­ται στην υ­πο­τί­μη­ση και στην α­σέ­βεια προς την γλώσ­σα μας.
Κο­ρυ­φαί­ο πα­ρά­δειγ­μα υ­πο­τί­μη­σης και πε­ρι­φρό­νη­σης της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας α­πο­τε­λεί ο ί­διος ο Πρό­ε­δρος της Κυ­πρια­κής Δη­μο­κρα­τί­ας, κ. Γλαύ­κος Κλη­ρί­δης (χω­ρίς να ή­σαν κα­λύ­τε­ροι και άλ­λοι, τέ­ως, Πρό­ε­δροι). Αν­θο­λο­γώ με­ρι­κά τεκ­μή­ρια:
✓    Ο Πρό­ε­δρος Κλη­ρί­δης, σε διά­σκε­ψη που ορ­γά­νω­σε το Υ­πουρ­γεί­ο Εξω­τε­ρι­κών της Κύ­πρου για το Κοι­νο­τι­κό Δί­καιο, μί­λη­σε στα Αγ­γλι­κά. Ό­ταν ε­ρω­τή­θη­κε για­τί, α­πά­ντη­σε το γνω­στό: “Εί­ναι ο­λί­γον ντε­μο­ντέ να γί­νε­ται η γλώσ­σα ε­θνι­κό σύμ­βο­λο και πα­ντιέ­ρα”!!!
✓    Ό­πως συ­νή­θως συμ­βαί­νει στους πλεί­στους λό­γους του, ο Πρό­ε­δρος Κλη­ρί­δης, στην Σύ­νο­δο Κο­ρυ­φής της ΔΑ­ΣΕ, ή­ταν, μα­ζί με ο­ρι­σμέ­νους τρι­το­κο­σμι­κούς η­γέ­τες, οι μό­νοι που μί­λη­σαν στην Αγ­γλι­κή, ή πιο σω­στά σε άλ­λη γλώσ­σα α­πό τη μη­τρι­κή τους. Αυ­τό έ­γι­νε πιο προ­κλη­τι­κό, α­φού λί­γο προ­η­γου­μέ­νως μί­λη­σε στα ελ­λη­νι­κά ο Έλ­λη­νας υ­πουρ­γός, κ. Πα­πού­λιας.
✓    Ως γνω­στόν, η οι­κο­γε­νεια­κή γλώσ­σα του προ­έ­δρου της κυ­πρια­κής Δη­μο­κρα­τί­ας εί­ναι η Αγ­γλι­κή. Συ­νέ­πεια αυ­τού εί­ναι ό­τι η Ιν­δή σύ­ζυ­γος του κ. Κλη­ρί­δη, ζώ­ντας στην Κύ­προ πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τα 40 χρό­νια δεν έ­μα­θε κα­θό­λου ελ­λη­νι­κά, ε­νώ η κό­ρη του, βου­λευ­τής Καί­τη Κλη­ρί­δου, μό­λις τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια έ­μα­θε να τραυ­λί­ζει λί­γα ελ­λη­νι­κά.
✓    Στα γε­νέ­θλια του προ­έ­δρου, ο­λό­κλη­ρο το Υ­πουρ­γι­κό Συμ­βού­λιο, Βου­λευ­τές και πο­λι­τι­κοί η­γέ­τες, του τρα­γού­δη­σαν α­νε­ρυ­θριά­στως το Happy Birth­day to you. Η σκη­νή με­τε­δό­θη και α­πό την τη­λε­ό­ρα­ση, για να μά­θει ο­λό­κλη­ρος ο κό­σμος ό­τι οι Κύ­πριοι μι­λούν στα Αγ­γλι­κά.
✓    Ο Πρό­ε­δρος ο­νό­μα­σε την νέ­α θα­λα­μη­γό του “Kety” – LIMASSOL.
Το αρ­χαί­ο γνω­μι­κό, “ι­χθύς εκ της κε­φα­λής αυ­τού ό­ζειν άρ­χε­ται”, βρί­σκει ε­δώ την πλή­ρη δι­καί­ω­σή του. Ε­άν ο Πρό­ε­δρος ε­νός λα­ού τό­σο προ­κλη­τι­κά πε­ρι­φρο­νεί την γλώσ­σα του έ­θνους, κα­τά μοι­ραί­ο τρό­πο και ο λα­ός συ­μπο­ρεύ­ε­ται στην ο­δό της γλωσ­σι­κής α­σχη­μο­σύ­νης.


Οι γλωσσικές πληγές των Κυπρίων

1) Κυ­ρί­αρ­χο γλωσ­σι­κό πρό­βλη­μα, το ο­ποί­ο κα­τα­λο­γί­ζε­ται στο ε­θνι­κό και πο­λι­τι­σμι­κό  πα­θη­τι­κό των Κυ­πρί­ων εί­ναι η ξε­νο­γλωσ­σί­α και πρω­τί­στως ο ε­ξαγ­γλι­σμός της γλώσ­σας. Ο Κύ­πριος, κα­τά τον ε­πι­τυ­χέ­στα­το ό­ρο του Αν­δρέ­α Πα­στελ­λά, συ­μπε­ρι­φέ­ρε­ται γλωσ­σι­κώς ως “homo coloniensis”. Πα­ρά την α­νε­ξαρ­τη­σί­α του α­πό τους Άγ­γλους, ε­ξα­κο­λου­θεί να συ­μπε­ρι­φέ­ρε­ται ως ε­κού­σιος δού­λος της αγ­γλι­κής α­ποι­κιο­κρα­τί­ας. Ευ­στό­χως θα μπο­ρού­σε να πα­ρα­τη­ρή­σει κά­ποιος, ό­τι η Κύ­προς δου­λώ­θη­κε στην Αγ­γλί­α με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­σή της α­πό αυ­τήν και την ί­δρυ­ση της Κυ­πρια­κής Δη­μο­κρα­τί­ας!
Οι αγ­γλι­σμοί ει­σέρ­χο­νται και υ­ιο­θε­τού­νται κα­τά χι­λιά­δες, ι­διαί­τε­ρα, στον χώ­ρο των τε­χνο­κρα­τών, των μορ­φω­μέ­νων, των μι­κρο­α­στών και με­γα­λο­α­στών, ό­μως δυ­στυ­χώς και στον υ­πό­λοι­πο κό­σμο. Πρό­κει­ται για ε­πο­νεί­δι­στο φαι­νό­με­νο, ε­να­ντί­ον του ο­ποί­ου ου­δε­μί­α α­ντί­στα­ση προ­βάλ­λε­ται.
2) Δεύ­τε­ρο στη σει­ρά γλωσσικό πρό­βλη­μα εί­ναι, κα­τά την ά­πο­ψή μου, η φτώ­χεια του λε­ξι­λο­γί­ου των Κυ­πρί­ων. Η λε­ξι­πε­νί­α διο­γκώ­νε­ται α­πό γε­νιά σε γε­νιά, με α­πο­τέ­λε­σμα ο σύγ­χρο­νος τε­λειό­φοι­τος των λυ­κεί­ων, να μι­λά με 2- 2 1/2 χι­λιά­δες λέ­ξεις και λι­γό­τε­ρες τα α­γρο­τι­κά κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα.
Οι μα­θη­τές του Γυ­μνα­σί­ου και του Λυ­κεί­ου δι­δά­σκο­νται στο μά­θη­μα των ελ­λη­νι­κών “ά­γνω­στες” λέ­ξεις, ό­μως ως εκ θαύ­μα­τος τις α­πο­βάλ­λουν α­πό τη μνή­μη τους, συ­γκρα­τώ­ντας ε­λά­χι­στες ή κα­θό­λου. Αυ­τό ο­φεί­λε­ται, βε­βαί­ως, σε μιαν αυ­τό­μα­τη εκ­κα­θα­ρι­στι­κή λει­τουρ­γί­α του συ­νει­δη­σια­κού τους μη­χα­νι­σμού, που θε­ω­ρεί τον λε­ξι­λο­γι­κό πλού­το ά­χρη­στο γνω­σιο­λο­γι­κό φορ­τί­ο.
Τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες εμ­φα­νί­ζε­ται, στα πλαί­σια ε­νός μυ­θο­ποι­η­μέ­νου και θε­ο­ποι­η­μέ­νου λα­ϊ­κι­σμού, μια τε­χνη­τή ορ­γή ή μια πε­ρί­χυ­ση ει­ρω­νεί­ας ε­να­ντί­ον… λέ­ξε­ων που θε­ω­ρού­νται αρ­χαί­ες, κα­θα­ρευου­σιά­νι­κες ή λό­γιες, κα­τά την ά­πο­ψη του κά­θε μου­γγού και άγ­γλωσ­σου, δή­θεν υ­πο­στη­ρι­κτή της… Δη­μο­τι­κής. Και πράγ­μα­τι, πολ­λοί Κύ­πριοι εν­νο­ούν τη χρή­ση της Δη­μο­τι­κής μας γλώσ­σας ως μια δι­κτα­το­ρί­α, η ο­ποί­α πραγ­μα­το­ποιεί α­μεί­λι­κτες προ­γρα­φές και εκ­κα­θα­ρί­σεις εις βά­ρος κά­θε πα­λαιό­τε­ρης λέ­ξης. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πί­σω α­πό το φαι­νό­με­νο αυ­τό υ­πο­κρύ­πτε­ται η α­προ­θυ­μί­α των Κυ­πρί­ων, να προ­σφέ­ρουν χρό­νο και κό­πο, για την εκ­μά­θη­ση της γλώσ­σας τους.
3) Τα γλωσ­σι­κά λά­θη έ­χουν την τρί­τη θέ­ση, α­νά­με­σα στις γλωσ­σι­κές α­σθέ­νειες, που μα­στί­ζουν του Κυ­πρί­ους. Υ­πό μορ­φήν κα­ταρ­ρα­κτώ­δους γλωσ­σι­κής κα­ται­γί­δας πλήτ­τε­ται κα­νείς α­πό λά­θη της γλώσ­σας. Ο Τύ­πος, τα τη­λε­ο­πτι­κά και ρα­διο­φω­νι­κά κα­νά­λια υ­πο­φέ­ρουν κυ­ριο­λε­κτι­κά α­πό δη­μο­σιο­γρά­φους και εκ­φω­νη­τές α­νί­κα­νους να αρ­θρώ­σουν σω­στά την ί­δια την γλώσ­σα τους. Ο­πωσ­δή­πο­τε, το πρό­βλη­μα δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στους πιο πά­νω. Υ­πουρ­γοί, Βου­λευ­τές, πο­λι­τι­κοί, Διευ­θυ­ντές και εν γέ­νει η πλειο­ψη­φί­α της κυ­πρια­κής “α­φρό­κρε­μας” συ­να­γω­νί­ζο­νται στα γλωσ­σι­κά λά­θη, χω­ρίς ί­χνος ε­ντρο­πής!
Γρα­φι­κοί, πραγ­μα­τι­κά, γί­νο­νται κά­ποιοι που προ­σπα­θούν προ του φα­κού της τη­λε­ο­ρά­σε­ως, να εμ­φα­νι­σθούν ως πε­ρι­σπού­δα­στοι και πα­ρα-μορ­φω­μέ­νοι δια­νο­ού­με­νοι. Εις το στό­μα τους, τα αρ­χαί­α ρη­τά κα­τα­κρε­ουρ­γού­νται, οι τύ­ποι της κα­θα­ρεύ­ου­σας α­κρω­τη­ριά­ζο­νται και γε­νι­κά η γλώσ­σα (στο στό­μα τους) αι­σθά­νε­ται ως να ευ­ρί­σκε­ται στον θά­λα­μο α­ε­ρί­ων.
4)Πο­λύ σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα προ­κα­λεί και η α­νά­μει­κτη χρή­ση της Πα­νελ­λή­νιας Κοι­νής με το κυ­πρια­κό (δια­λε­κτι­κό) ι­δί­ω­μα.
Πλεί­στες τό­σες φο­ρές α­κούς πο­λι­τι­κούς και άλ­λους να χρη­σι­μο­ποιούν α­νά­μει­κτη την γλώσ­σα και την διά­λε­κτό μας. Πολ­λοί, πο­λι­τι­κοί και μη, ό­ταν στρι­μω­χθούν α­πό τις ε­ρω­τή­σεις των δη­μο­σιο­γρά­φων, ξαφ­νι­κά, ε­γκα­τα­λεί­πουν την Πα­νελ­λή­νια Κοι­νή και χρη­σι­μο­ποιούν την διά­λε­κτο, ως έ­σχα­το, ί­σως, ό­πλο για να α­ντε­πε­ξέλ­θουν. Η ψυ­χο­λο­γι­κή ερ­μη­νεί­α της με­θό­δου αυ­τής εί­ναι ο­λο­φά­νε­ρη και δεν χρειά­ζε­ται ε­πε­ξή­γη­ση.
5) Οι κω­μι­κές  α­συ­ντα­ξί­ες, τό­σο στον προ­φο­ρι­κό ό­σο και στον γρα­πτό λό­γο των Κυ­πρί­ων, α­να­ρίθ­μη­τες πο­σο­τι­κά και θλι­βε­ρές ποιο­τι­κά, α­πο­τε­λούν την… γαρ­νι­τού­ρα της τούρ­τας! Πολ­λοί  Κύ­πριοι, μι­λώ­ντας ή γρά­φο­ντας, έ­χουν κα­τα­ντή­σει γε­λω­το­ποιοί, οι ο­ποί­οι ψυ­χα­γω­γούν ό­σους α­ντι­λαμ­βά­νο­νται τα γλωσ­σι­κά τους ο­λι­σθή­μα­τα.
6) Πέ­ραν των πιο πά­νω, η γλωσ­σι­κή μι­ζέ­ρια πτώ­χευ­σε τό­σο την γλώσ­σα των Κυ­πρί­ων, ώ­στε να  χά­σει ο­λο­κλη­ρω­τι­κά την μου­σι­κό­τη­τα και την αρ­μο­νί­α της, την πλα­στι­κό­τη­τα και τον δυ­να­μι­σμό της, τη δο­μι­κή και συν­θε­τι­κή της ά­νε­ση, την αι­σθη­τι­κή της α­ξί­α. Εν ο­λί­γοις, ευ­ρί­σκε­ται σε στά­δια προ­χω­ρη­μέ­νης α­πο­σύν­θε­σης, ε­νώ έ­χει α­πο­ξε­νω­θεί α­πό την τέ­χνη του λό­γου και τις λο­γο­τε­χνι­κές ή ρη­το­ρι­κές κα­τα­βο­λές της, έ­χει γί­νει μια γλώσ­σα ξε­ρή, ά­κομ­ψη και α­πει­θάρ­χη­τη, σαν αν­θώ­νας που ε­ρη­μώ­θη­κε!


Τα αίτια

Ο ε­ντο­πι­σμός των αι­τί­ων της γλωσ­σι­κής δυ­σπρα­γί­ας και α­νέ­χειας των Κυ­πρί­ων πα­ρου­σιά­ζε­ται αρ­κε­τά δύ­σκο­λος. Φαί­νε­ται ό­τι πολ­λοί λό­γοι, συ­νερ­γώ­ντας ως πα­ρά­νο­μη συμ­μο­ρί­α, υ­πο­σκά­πτουν και δια­βρώ­νουν την γλώσ­σα μας. Α­νά­με­σα σε πολ­λά άλ­λα αί­τια  ση­μειώ­νω τα πιο κά­τω:
α) Βα­σι­κή αι­τί­α, κα­τά την ά­πο­ψή μου, α­πο­τε­λεί η α­νε­ξέ­λε­γκτη τε­χνο­λο­γι­κή α­νά­πτυ­ξη της ε­πο­χής και ο α­χα­λί­νω­τος και α­πε­ρί­σκε­πτος ευ­δαι­μο­νι­σμός, που τεί­νουν να με­τα­τρέ­ψουν τον άν­θρω­πο σε πρό­τυ­πο κα­τα­να­λω­τι­κής η­λι­θιό­τη­τας. Ο υ­λι­κός ευ­δαι­μο­νι­σμός σά­ρω­σε σαν λαί­λα­πα, συλ­λή­βδην, ό­λες τις α­ξί­ες της ζω­ής και μα­ζί τους και την α­ξί­α της γλώσ­σας. Οι φι­λο­δο­ξί­ες και οι πό­θοι των αν­θρώ­πων υ­πο­τά­χθη­καν και πε­ριο­ρί­σθη­καν στον πλου­τι­σμό και στην α­πό­κτη­ση των τε­χνο­λο­γι­κών α­γα­θών, α­φή­νο­ντας στο πε­ρι­θώ­ριο τη γλώσ­σα και τα πο­λι­τι­σμι­κά ι­δε­ώ­δη. Η κε­νό­τη­τα και η στει­ρό­τη­τα που προ­κα­λεί η τε­χνο­λο­γι­κή έ­ξαρ­ση πλη­ρού­νται α­πο­κλει­στι­κά, ό­χι με πνευ­μα­τι­κό­τη­τα και δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα, αλ­λά με α­πα­στρά­πτο­ντα υ­λι­κά α­γα­θά, τα ο­ποί­α σή­με­ρα ε­πι­κυ­ρώ­νουν και ση­μα­το­δο­τούν την προ­σω­πι­κό­τη­τα και την κα­τα­ξί­ω­ση του αν­θρώ­που!
Ο άν­θρω­πος έ­χει με­τα­τρα­πεί α­πό “homo sapiens” σε “homo con­sumes”, κα­τά τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του Έ­ριχ Φρομ, προ­σπα­θώ­ντας να “ε­ξι­σορ­ρο­πή­σει το ε­σω­τε­ρι­κό του κε­νό με μια συ­νε­χή και αυ­ξα­νό­με­νη κα­τα­νά­λω­ση” .
Ο βούρ­κος αυ­τός της χλι­δής, που κά­νει τον άν­θρω­πο “πα­ρα­νά­λω­μα του πιο χο­ντρού ευ­δαι­μο­νι­σμού” (Άγ­γε­λος Τερ­ζά­κης), έ­κα­ψε κυ­ριο­λε­κτι­κά και τη γλώσ­σα των Κυ­πρί­ων, α­φή­νο­ντας στη συ­νεί­δη­σή τους μό­νο γλωσ­σι­κά κάρ­βου­να και α­τά­κες.
β) Η ει­σβο­λή της ει­κό­νας α­πο­τε­λεί άλ­λη μιαν έκ­φρα­ση της τε­χνο­λο­γι­κής ε­πο­χής και άλ­λη μιαν αι­τί­α της γλωσ­σι­κής πα­ρακ­μής. Η ει­κό­να, στη σύ­γκρου­σή της με τον λό­γο, έ­χει θριαμ­βευ­τι­κά κυ­ριαρ­χή­σει και α­πω­θή­σει τον λό­γο. Τον έ­χει α­πο­μο­νώ­σει και πε­ριο­ρί­σει σ’ έ­να α­πο­γυ­μνω­μέ­νο  ε­πι­κοι­νω­νια­κό ρό­λο, που φθί­νει και α­πο­στε­ώ­νε­ται ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο.
Η ει­κό­να εί­ναι κι αυ­τή προ­ϊ­όν του τε­χνο­λο­γι­κού πο­λι­τι­σμού και της δια­φή­μι­σης. Πα­ρου­σιά­ζε­ται α­κα­τα­μά­χη­τη, για­τί μα­γεύ­ει το αι­σθη­τή­ριο της ό­ρα­σης, πρω­τί­στως ό­μως, για­τί α­παι­τεί μό­νο πρό­σλη­ψη α­πό τον άν­θρω­πο και ό­χι ε­πι­στρο­φή ή χρή­ση α­πό κά­ποιο καλ­λιερ­γη­μέ­νο αι­σθη­τή­ριο. Α­ντι­θέ­τως, ο λό­γος συ­νε­πά­γε­ται πρό­σλη­ψη, ε­πε­ξερ­γα­σί­α και μά­θη­ση και στη συ­νέ­χεια ορ­θή και καλ­λιερ­γη­μέ­νη ε­ξω­τε­ρί­κευ­ση.
Η “κοι­νω­νι­κο­ποί­η­ση” αυ­τή του έ­ντε­χνου λό­γου προ­ϋ­πο­θέ­τει χρό­νο, κό­πο και προ­σπά­θεια, δε­δο­μέ­να α­ντί­θε­τα με το πνεύ­μα της ε­πο­χής. Ως εκ τού­του η ει­κό­να κυ­ριαρ­χεί οι­κο­δο­μώ­ντας τη δυ­να­στεί­α της στην πα­θη­τι­κό­τη­τα και α­δρά­νεια του αν­θρώ­που, α­λώ­νο­ντας και πυρ­πο­λώ­ντας τον λό­γο, α­φού τον κα­θι­στά σχε­δόν ά­χρη­στο.
Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά, θα έ­λε­γα ό­τι μια κοι­νω­νί­α, ό­σο πιο βα­θειά βου­λιά­ζει στη λά­σπη του κα­τα­να­λω­τι­σμού, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο αλ­λο­τριώ­νε­ται α­πό το γλωσ­σι­κό α­γα­θό της. Αν φα­ντα­σθού­με ό­τι ο κα­τα­να­λω­τι­σμός και η τε­χνο­λο­γί­α θα με­τα­τρέ­ψουν στο τέ­λος τον άν­θρω­πο σ’ έ­ναν ευ­δαί­μο­να και τρι­σμα­κά­ριο “χοί­ρο” (χα­ρα­κτη­ρι­σμός του Άγ­γε­λου Τερ­ζά­κη), αυ­τός θα α­πο­λαμ­βά­νει α­πο­κλει­στι­κά τα… χρυ­σά του βα­λα­νί­δια, τη βρό­μι­κη λά­σπη του και κυ­λιό­με­νος νυ­χθη­με­ρόν σ’ αυ­τή, θα γρυλ­λί­ζει υ­περ­βλα­κω­δώς, χω­ρίς ου­δε­μί­αν α­νά­γκη λό­γου.
γ)  Μέ­γι­στην α­πει­λή ε­να­ντί­ον της γλώσ­σας συ­νε­πά­γε­ται και η ι­λιγ­γιώ­δης ει­σβο­λή των η­λε­κτρο­νι­κών υ­πο­λο­γι­στών. Βαθ­μη­δόν κα­θι­στούν ά­χρη­στους και ε­ξου­δε­τε­ρώ­νουν ό­λους τους μη­χα­νι­σμούς της σκέ­ψης και ό­λες τις λει­τουρ­γί­ες του ε­γκε­φά­λου, που α­πο­τε­λούν το υ­πό­βα­θρο της γλώσ­σας. Η σκέ­ψη, ι­διαι­τέ­ρως η σύν­θε­τη σκέ­ψη, η μνή­μη, η κρί­ση, η φα­ντα­σί­α, η α­νά­πλα­ση και α­νά­κλη­ση κα­τα­χω­ρί­σε­ων στον ε­γκέ­φα­λο, ο στο­χα­σμός και ό­λες οι άλ­λες βου­λη­τι­κές λει­τουρ­γί­ες του μυα­λού α­πο­δε­κα­τί­ζο­νται, πε­ριο­ρι­ζό­με­νες σε έ­να ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νο ρό­λο. Εί­ναι σα­φές ό­τι μα­κρο­προ­θέ­σμως θα πε­ριο­ρι­σθούν και α­δρα­νο­ποι­η­θούν τό­σο, ό­σο χρειά­ζε­ται για να πέ­σουν στον πιο μοι­ραί­ο, ορ­γα­νι­κό μα­ρα­σμό και στην …α­φα­σί­α.
Ο λό­γος και η γλώσ­σα εί­ναι ε­ποι­κο­δό­μη­μα της σκέ­ψης, εί­ναι ε­πι­γέν­νη­μα του ε­γκε­φά­λου. Τα φω­νή­μα­τα και οι λέ­ξεις σχη­μα­τί­ζο­νται στον ε­γκέ­φα­λο. Το φω­νη­τι­κό σύ­στη­μα του αν­θρώ­που εί­ναι το όρ­γα­νο το ο­ποί­ο αρ­θρώ­νει, δί­νει φω­νή στις ε­γκε­φα­λι­κές γλωσ­σι­κές ε­πι­θυ­μί­ες. Μοι­ραί­α και α­νέκ­κλη­τα, λοι­πόν, η συρ­ρί­κνω­ση και ο μα­ρα­σμός του μυα­λού μας, ο­δη­γεί στη γλωσ­σι­κή κα­χε­ξί­α και α­πο­στέ­ρη­ση, α­φαι­ρώ­ντας α­πό τον άν­θρω­πο το γλωσ­σι­κό του κε­κτη­μέ­νο και σέρ­νο­ντάς τον πί­σω στην πρω­τό­γο­νη φύ­ση του ά­ναρ­θρου πι­θη­καν­θρώ­που.
Αυ­τό εί­ναι το τί­μη­μα της …”προ­ό­δου” και της …κο­μπιου­τε­ρο­μα­νί­ας που, ως εκ­συγ­χρο­νι­στι­κή ψύ­χω­ση, πλήτ­τει σή­με­ρα τον άν­θρω­πο, ε­άν βε­βαί­ως δεν συ­νέλ­θου­με και αν δεν α­ξιο­ποι­ή­σου­με ορ­θό­τε­ρα τις θε­τι­κά α­νυ­πο­λό­γι­στες προ­ο­πτι­κές των η­λε­κτρο­νι­κών υ­πο­λο­γι­στών.
δ) Θύ­μα της τε­χνο­λο­γι­κής ι­σο­πέ­δω­σης, ο Κύ­πριος υ­πέ­κυ­ψε ά­νευ ό­ρων και στην ψευ­δα­πά­τη της πο­λι­τι­σμι­κής πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης, θυ­σιά­ζο­ντας, στο ό­νο­μά της, τα α­να­φαί­ρε­τα και α­δια­πραγ­μά­τευ­τα πο­λι­τι­στι­κά του α­γα­θά.
Βε­βαί­ως, η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση εί­ναι φαι­νό­με­νο κα­θο­λι­κό, συ­νέ­πεια της α­νά­πτυ­ξης των μέ­σων μα­ζι­κής ε­πι­κοι­νω­νί­ας, των μέ­σων ε­πι­κοι­νω­νί­ας, του του­ρι­σμού, της τε­χνο­λο­γί­ας και της αυ­ξα­νό­με­νης ε­πα­φής των πο­λι­τι­σμών. Αυ­τό ό­μως δεν πρέπει να ση­μαί­νει ταυ­τό­χρο­να ρι­ζι­κή α­πο­ξέ­νω­ση και αλ­λο­τρί­ω­ση, ά­νευ ό­ρων, α­πό τις πο­λι­τι­σμι­κές μας ρί­ζες και ι­διαι­τε­ρό­τη­τες.
Ο Κύ­πριος α­ντι­με­τω­πί­ζο­ντας, με πα­ρε­ξη­γη­μέ­νο τρό­πο, την πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση του πο­λι­τι­σμού, νο­μί­ζει ό­τι για να ε­ντα­χθεί σ’ αυ­τόν πρέ­πει να προ­σφέ­ρει ως θυ­σί­α την ε­θνι­κή του κουλ­τού­ρα, την ε­θνι­κή του πα­ρά­δο­ση, το ε­θνι­κό του ή­θος και πρω­τί­στως τη γλώσ­σα του! Ου­σια­στι­κά αρ­νεί­ται την ε­θνι­κή του προ­σω­πι­κό­τη­τα, υ­ιο­θε­τεί έ­να ξέ­νο και α­ταί­ρια­στο ε­αυ­τό, νο­μί­ζο­ντας ό­τι με τη νέ­α αυ­τή πα­ρα­χα­ραγ­μέ­νη και πλα­στή ταυ­τό­τη­τά του, θα ε­ντα­χθεί και θα εν­σω­μα­τω­θεί στον ε­πι­κα­λού­με­νο πα­γκό­σμιο, ε­νιαί­ο πο­λι­τι­σμό!
Α­ντι­θέ­τως ό­μως, η αυ­τα­πά­τη αυ­τή τον α­πο­στα­σιο­ποιεί πε­ρισ­σό­τε­ρο και τον α­πο­μο­νώ­νει. Για να γί­νει έ­νας λα­ός α­πο­δε­κτός στη διε­θνή κοι­νω­νί­α, πρέπει να δια­θέ­τει και να προ­σφέ­ρει πο­λι­τι­σμό, ό­πως α­κρι­βώς, για να γί­νει κά­ποιος συ­νέ­ται­ρος σε μιαν ε­ται­ρεί­α, πρέ­πει να μπο­ρεί να προ­σφέ­ρει στον συ­νε­ται­ρι­σμό τα δι­κά του κε­φά­λαια!
Δυ­στυ­χώς, η α­τε­λέ­σφο­ρη και κα­τα­στρο­φι­κή αυ­τή “πα­ρε­ξή­γη­ση” ο­δη­γεί τον Κύ­πριο στην τρα­γι­κή ευ­τέ­λεια της πο­λι­τι­σμι­κής και γλωσ­σι­κής αυ­το­γύ­μνω­σης και αυ­το­κα­τα­στρο­φής, για­τί νο­μί­ζει ό­τι, αυ­το­κτο­νώ­ντας, γί­νε­ται… πα­γκό­σμιος πο­λί­της. Α­σί­γα­στη και αιώ­νια εί­ναι η ρή­ση του μο­υ­σι­κο­συν­θέ­τη μας Βαγ­γέ­λη Πα­πα­θα­να­σί­ου ό­τι “Ό­σο πιο Έλ­λη­νας εί­σαι, τό­σο πιο Οι­κου­με­νι­κός εί­σαι”.
Δυ­στυ­χώς, οι Κύ­πριοι εν­νο­ούν τον …διε­θνι­σμό, ως ε­θνι­κή πα­ραί­τη­ση, την ξε­νο­γλωσ­σί­α ως έν­δει­ξη διε­θνι­σμού, τη μί­μη­ση των ξέ­νων και τον πι­θη­κι­σμό, ως πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση, την αλ­λο­τρί­ω­ση, ως δια­βα­τή­ριο ει­σό­δου στην πα­γκό­σμια κοι­νω­νί­α! Το μό­νο που κα­τορ­θώ­νου­με μ’ αυ­τά εί­ναι να γι­νό­μα­στε ο φτω­χός Λά­ζα­ρος, που ε­παι­τεί στο κα­τώ­φλι των Ευ­ρω­παί­ων και των Α­με­ρι­κά­νων, ή, πιο σω­στά, ο χι­μπα­τζής με τον σκού­φο και την κόκ­κι­νη γρα­βά­τα, που δια­σκε­δά­ζει τους… “πο­λι­τι­σμέ­νους” πα­τρι­κί­ους της γης!
ε) Η πα­ραί­τη­ση του Κυ­πρί­ου α­πό τον α­γώ­να της ε­θνι­κής πραγ­μά­τω­σης και η α­νε­πί­γνω­στη υ­πο­τα­γή του στους νέ­ους θε­ούς της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης, του κο­σμο­πο­λι­τι­σμού και του κα­τα­να­λω­τι­σμού, πέ­ραν α­πό κά­θε προ­ϋ­πό­θε­ση αυ­το­γνω­σί­ας, α­πο­τε­λούν τα βα­θύ­τε­ρα αί­τια που ο­δή­γη­σαν στο κα­τα­κου­ρέ­λια­σμα των ε­θνι­κών μας χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών, στην ε­ξα­χρεί­ω­ση και στην πτώ­χευ­ση της γλώσ­σας μας. Ό­πως δια­κη­ρύσ­σει και ο Κώ­στας Ζου­ρά­ρις: “…Οι α­ρι­στο­κρά­τες μι­λούν ελ­λη­νι­κά, αγ­γλι­κά μι­λούν οι μι­κρο­με­σαί­οι η­λί­θιοι” (Ε­βδο­μα­διαί­α Λε­με­σός, 13-6-1998).
Ως εκ τού­του, το πρό­βλη­μα δεν εί­ναι απλώς γλωσ­σι­κό, αλ­λά πο­λι­τι­κό και κοι­νω­νι­κό. Το κι­τρί­νι­σμα και η καλ­πά­ζου­σα ξή­ραν­ση του γλωσ­σι­κού μας δέν­δρου, ο­φεί­λε­ται στην α­πο­νέ­κρω­ση των ρι­ζών, των ε­θνι­κών μας ρι­ζών.
Ο Νί­κος Φω­κάς, ε­ξε­τά­ζο­ντας α­νά­λο­γα γλωσ­σι­κά προ­βλή­μα­τα στον ελ­λα­δι­κό χώ­ρο, στο βι­βλί­ο του ‘’Το γλωσ­σι­κό μας πρό­βλη­μα εί­ναι ε­ξω­γλωσ­σι­κό”, φθά­νει στο ί­διο α­κρι­βώς συ­μπέ­ρα­σμα: “Το γλωσ­σι­κό μας πρό­βλη­μα δεν εί­ναι δυ­να­τό να αυ­το­νο­μη­θεί α­πό το γε­νι­κό­τε­ρο ε­θνι­κό μας πρό­βλη­μα, το πρό­βλη­μα δη­λα­δή της ε­θνι­κής μας ταυ­τό­τη­τας, αλ­λά εί­ναι αυ­τό τού­το το ε­θνι­κό μας πρό­βλη­μα στη γλωσ­σι­κή του έκ­φρα­ση” (σελ. 120).
Η πα­ρακ­μή του ε­θνι­κού φρο­νή­μα­τος και ε­κεί­νης της πη­γαί­ας ε­θνι­κής υ­πε­ρη­φά­νειας, που χα­ρα­κτή­ρι­ζε άλ­λο­τε τους Κυ­πρί­ους, ευ­θύ­νε­ται και για την εμ­φά­νι­ση του Κυ­πριω­τι­σμού, ο ο­ποί­ος φθά­νει στην α­νι­στό­ρη­τη α­κρό­τη­τα να ε­πι­ζη­τεί την …α­πέ­λα­ση της Πα­νελ­λή­νιας Κοι­νής και την α­να­γω­γή της κυ­πρια­κής δια­λέ­κτου, σε νέ­α ε­θνι­κή γλώσ­σα των Κυ­πρί­ων!
στ) Οι πιο πά­νω συ­νι­στώ­σες του γλωσ­σι­κού προ­βλή­μα­τος στην Κύ­προ, σε συ­νάρ­τη­ση με την έλ­λει­ψη ι­στο­ρι­κής μνή­μης και ε­θνι­κής αυ­το­γνω­σί­ας, προ­κα­λούν τα σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα της μειο­νε­ξί­ας και κατ’ α­κο­λου­θί­α της α­σύ­στο­λης ξε­νο­μα­νί­ας. Ο Κύ­πριος, πα­ρά την οι­κο­νο­μι­κή α­νά­πτυ­ξη του τό­που, το πέ­ρα­σμα α­πό τη γε­ωρ­γι­κή στη μι­κρο­βιο­μη­χα­νι­κή πα­ρα­γω­γή, την του­ρι­στι­κο­ποί­η­ση και τον νε­ο­πλου­τι­σμό, δεν τα κα­τά­φε­ρε α­κό­μη να α­πο­βά­λει την ε­πί­κτη­τη μειο­νε­ξί­α, που του προ­κά­λε­σε η σκλα­βιά τό­σων αιώ­νων, η οι­κο­νο­μι­κή του μι­ζέ­ρια, η γε­ωρ­γο­κτη­νο­τρο­φι­κή του πα­ρά­δο­ση και η α­παι­δευ­σιά. Το σύν­δρο­μο του ρα­για­δι­σμού, με κά­ποια πιο εκ­κομ­ψευ­μέ­νη μορ­φή, υ­πο­βό­σκει στη συ­νεί­δη­σή του και ε­πι­κρέ­μα­ται στην πλά­τη του ως σά­μα, που τον κα­θι­στά ε­λεύ­θε­ρο ρα­γιά.
Η πα­θο­λο­γι­κή αυ­τή μειο­νε­ξί­α εκ­δη­λώ­νε­ται ως μια α­νή­κε­στη αγ­γλο­λα­τρεί­α και ξε­νο­λα­τρεί­α, η ο­ποί­α τραυ­μα­τί­ζει συ­νε­χώς τον φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό και την προ­σω­πι­κό­τη­τά του, κρα­τώ­ντας τις α­ποι­κιο­κρα­τι­κές πλη­γές α­νοι­κτές και ε­μπο­δί­ζο­ντας την πραγ­μα­τι­κή α­πε­λευ­θέ­ρω­ση και χει­ρα­φέ­τη­σή του. Εκ­φρά­σεις της συ­νει­δη­σια­κής αυ­τής πα­θο­λο­γί­ας εί­ναι και οι πιο κά­τω:
✓    Θε­ο­ποί­η­ση κά­θε τι αγ­γλι­κού, ι­διαί­τε­ρα σε θέ­μα­τα πο­λι­τι­σμού και βιο­μη­χα­νί­ας.
✓    Έκ­δη­λη πα­ρα­δο­χή της πνευ­μα­τι­κής α­νω­τε­ρό­τη­τας των Άγ­γλων και των ξέ­νων α­πό τον δυ­τι­κό κό­σμο.
✓    Μί­μη­ση και υ­ιο­θέ­τη­ση αγ­γλό­φερ­των και ξε­νό­φερ­των πο­λι­τι­σμι­κών και άλ­λων στοι­χεί­ων.
Τεκ­μή­ρια που κα­τα­δει­κνύ­ουν την α­πα­ρά­δε­κτη αυ­τή νο­ο­τρο­πί­α, α­νά­με­σα σε πολ­λά άλ­λα, εί­ναι και τα ε­ξής:
➡    Πλή­ρες ξε­πού­λη­μα της ελ­λη­νι­κής μας γλώσ­σας και γλωσ­σι­κός α­φελ­λη­νι­σμός, δια της χρή­σε­ως Αγ­γλι­σμών που, ως κα­ται­γί­δα, ει­σβάλ­λουν πα­ντα­χό­θεν.
➡    Αγ­γλι­κές ε­μπο­ρι­κές πι­να­κί­δες σε ό­λες τις πό­λεις, α­κό­μα και στα χω­ριά.
➡    Μα­νια­κή εκ­μά­θη­ση της αγ­γλι­κής γλώσ­σας.
➡    Α­πε­ριό­ρι­στη αύ­ξη­ση των αγ­γλι­κών σχο­λών και κο­λε­γί­ων.
➡    Η αγ­γλι­κή, α­πα­ραί­τη­το προ­σόν για διο­ρι­σμό στη δη­μό­σια υ­πη­ρε­σί­α και προ­α­γω­γή.
➡    Α­νε­ξέ­λε­γκτη με­τά­κλη­ση ε­μπει­ρο­γνω­μό­νων για κά­θε θέ­μα στην Παι­δεί­α, Οι­κο­νο­μί­α, Βιο­μη­χα­νί­α κ.λπ.
➡    Α­να­γνώ­ρι­ση των αγ­γλι­κών Πα­νε­πι­στη­μί­ων ως των α­νώ­τε­ρων στον κό­σμο.
➡    Υ­ιο­θέ­τη­ση αγ­γλι­κών συ­στη­μά­των και προ­γραμ­μά­των σε ό­λα τα ε­πί­πε­δα, κ.ά.
Αν και υ­πάρ­χουν ο­πωσ­δή­πο­τε και ε­ξαι­ρέ­σεις, οι αγ­γλο­λα­γνεί­α αυ­τή κα­τα­βα­σα­νί­ζει και μα­στί­ζει ό­λα τα κοινωνικά στρώ­μα­τα, κο­ρυ­φού­ται ό­μως στους τε­χνο­κρά­τες, στους μι­κρο­με­σαί­ους, στους νε­ό­πλου­τους και στους πο­λι­τι­κούς. Έ­τσι ο Κύ­πριος πα­ρα­μέ­νει έρ­πων ου­ρα­γός και αγ­γλο­λι­γού­ρης, που αί­ρει τον α­ποι­κιο­κρα­τι­κό σταυ­ρό μιας κα­τα­θλι­πτι­κής, κα­ρα­γκιο­ζί­στι­κης μοί­ρας!
Α­σφα­λώς η σύ­ντο­μη αυ­τή ερ­γα­σί­α δεν α­να­λύ­ει, ού­τε και ψη­λα­φεί ό­λα τα αί­τια του σο­βα­ρού γλωσ­σι­κού προ­βλή­μα­τος των Κυ­πρί­ων. Θα μπο­ρού­σε κα­νείς να ε­πε­κτα­θεί και σε πλεί­στα άλ­λα. Ε­πι­γραμ­μα­τι­κά ση­μειώ­νω και τα πιο κά­τω:
➡    Η κο­σμο­πο­λί­τι­κη σύν­θε­ση της σύγ­χρο­νης πλη­θυ­σμια­κής γε­ω­γρα­φί­ας της Κύ­πρου, ό­που συμ­βιούν: Έλ­λη­νες, Άγ­γλοι, άλ­λοι δυ­τι­κοί, Τουρ­κο­κύ­πριοι, Μα­ρω­νί­τες, Αρ­μέ­νιοι, αλ­λά και Ά­ρα­βες, Ρώ­σοι, Βούλ­γα­ροι, Ρου­μά­νοι, Φι­λιπ­πι­νέ­ζοι, Σρι­λαν­κέ­ζοι κ.ά.
➡    Η πα­ρά­δο­ση της α­γω­γής, και ι­διαι­τέ­ρως της γλωσ­σι­κής α­γω­γής των παι­διών μας, σε Φι­λιπ­πι­νέ­ζες και άλ­λες οι­κια­κές βο­η­θούς.
➡    Η υ­πο­βάθ­μι­ση των Ελ­λη­νι­κών και της Ιστο­ρί­ας στο α­να­λυ­τι­κό πρό­γραμ­μα της Μέ­σης Εκ­παί­δευ­σής μας.
➡    Η κα­τάρ­γη­ση των Αρ­χαί­ων Ελ­λη­νι­κών στα σχο­λεί­α μας.
➡    Η μεί­ω­ση του α­ριθ­μού των Κυ­πρί­ων που φοι­τούν σε ελ­λη­νι­κά Πα­νε­πι­στή­μια.
➡ Η κα­θιέ­ρω­ση της αγ­γλι­κής ως γλώσ­σας δι­δα­σκα­λί­ας σε σχο­λές τρι­το­βάθ­μιας εκ­παί­δευ­σης.
➡    Η κά­κι­στη α­ντι­με­τώ­πι­ση του αυ­ξα­νό­με­νου του­ρι­σμού.
➡    Η ε­μπα­θής χρή­ση της δια­λέ­κτου σε ε­πί­πε­δα δι­δα­σκα­λί­ας και ε­πι­σή­μων βη­μά­των, α­πό Κυ­πριω­τι­στές και η­μι­μα­θείς, α­νυ­πο­ψί­α­στους φολ­κλο­ρι­στές.
➡    Η κα­θί­ζη­ση της ελ­λη­νι­κής κουλ­τού­ρας και η α­ντι­κα­τά­στα­σή της α­πό τη δυ­τι­κο­ευ­ρω­πα­ϊ­κή.
➡    Ο α­νυ­πό­φο­ρος λα­ϊ­κι­σμός, που μα­στί­ζει τον κυ­πρια­κό πλη­θυ­σμό κ.ά.
Εν κα­τα­κλεί­δι, ο Κύ­πριος, του­λά­χι­στον στο γλωσ­σι­κό και ευ­ρύ­τε­ρα στον πο­λι­τι­σμι­κό το­μέ­α, έ­χα­σε τη γλωσ­σι­κή του αυ­το­πε­ποί­θη­ση και υ­πε­ρη­φά­νεια, έ­χα­σε ε­κεί­νο το α­γέ­ρω­χο και ε­κρη­κτι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο, που τον χα­ρα­κτή­ρι­ζε σε αρ­χαιό­τε­ρες φά­σεις της ζω­ής του σ’ αυ­τό το νη­σί, με α­πο­τέ­λε­σμα να συ­μπε­ρι­φέ­ρε­ται ως γλωσ­σι­κός ζή­του­λας, που ζη­τια­νεύ­ει τα γλωσ­σι­κά α­πο­φά­για των Άγ­γλων και των δυ­τι­κών. Α­πό …α­ρι­στο­κρά­της της γλώσ­σας ε­ξέ­πε­σε σε γλωσ­σι­κό πλη­βεί­ο και γλωσ­σο­ρα­κέν­δυ­το, πει­να­λέ­ο ε­παί­τη!
Λε­με­σός, Αύ­γου­στος 1998.

*Φι­λό­λο­γος – Ι­στο­ρι­κός

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*