Άρδην τ. 17, Περιοδικό Άρδην

Η τουρκική κοινωνία και το κουρδικό πρόβλημα

του Κ. Γιλμάζ

Έ­χουν δη­μιουρ­γη­θεί τέ­τοιες συν­θή­κες, ό­που ό­ποιος υ­πε­ρα­σπί­ζει τις πα­ναν­θρώ­πι­νες α­ξί­ες, α­να­κη­ρύσ­σε­ται α­μέ­σως «προ­δό­της». Έ­να με­γά­λο τμή­μα της κοι­νω­νί­ας δεν τολ­μά ν’ α­να­λά­βει τις συ­νέ­πειες και να χα­ρα­κτη­ρι­στεί προ­δό­της. Εί­τε ε­πι­δο­κι­μά­ζει τις με­θο­δεύ­σεις, αρ­νού­με­νο την αν­θρω­πιά, εί­τε ε­θε­λο­τυ­φλεί βυ­θι­σμέ­νο σε μια έ­νο­χη σιω­πή. Φυ­σι­κά, βα­σι­κό κρι­τή­ριο «της προ­δο­σί­ας» και του «πα­τριω­τι­σμού» εί­ναι το μί­σος προς το PKK και τους Κούρ­δους.
Αν κα­θρέ­φτης της ψυ­χο­λο­γι­κής κα­τά­στα­σης μιας κοι­νω­νί­ας εί­ναι ο βαθ­μός α­φο­σί­ω­σης στις αν­θρώ­πι­νες α­ξί­ες, στην Τουρ­κί­α η κοι­νω­νι­κή ε­ξέ­λι­ξη α­πο­τε­λεί τον πιο α­δύ­να­μο ι­στό. Εί­ναι ο­λο­φά­νε­ρο ό­τι το κοι­νω­νι­κό σύ­στη­μα υ­πό­κει­ται σε έ­λεγ­χο, ο ο­ποιός βα­σί­ζε­ται σ’ έ­να ορ­γα­νω­μέ­νο πρό­γραμ­μα. Γνω­ρί­ζου­με πο­λύ κα­λά ό­τι υ­πάρ­χουν κα­τευ­θυ­ντή­ριες γραμ­μές οι ο­ποί­ες λει­τουρ­γούν και συ­ντη­ρού­νται με κά­θε μέ­σο και κα­νέ­νας «προ­ο­δευ­τι­κός» πα­ρά­γο­ντας δεν μπο­ρεί να δια­σπά­σει αυ­τό τον κλοιό.
Η θε­ω­ρί­α των ε­ξαρ­τη­μέ­νων α­ντα­να­κλα­στι­κών του Παυ­λώφ εί­ναι σε ό­λους γνω­στή. Ό­ταν για πα­ρά­δειγ­μα, δια­δί­δο­νται συ­νέ­χεια πολ­λά ψεύ­δη και γί­νε­ται συ­στη­μα­τι­κή προ­σπά­θεια κά­θε μέ­ρα και με κά­θε τρό­πο ν’ α­πορ­ρο­φη­θούν α­πό το λα­ό, έρ­χε­ται κά­ποια στιγ­μή που τα ψεύ­δη αυ­τά θε­ω­ρού­νται «α­νερ­χό­με­νες α­ξί­ες» α­πό κά­ποιο, έ­στω τμή­μα του λα­ού. Σ’ έ­να πε­ρι­βάλ­λον  που δεν α­να­πτύσ­σε­ται η ε­θνι­κή συ­νεί­δη­ση και η α­φύ­πνι­ση α­πα­γο­ρεύ­ε­ται με κά­θε τρό­πο, τα ά­το­μα α­δυ­να­τούν να δια­χω­ρί­σουν την δη­μα­γω­γί­α α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Για πα­ρά­δειγ­μα, σε κοι­νω­νί­ες ό­που ε­πι­κρα­τεί σύγ­χυ­ση εν­νοιών, ό­που έ­νας φα­σί­στας εμ­φα­νί­ζε­ται ως «α­ρι­στε­ρός», ό­που έ­νας αι­μο­δι­ψής δο­λο­φό­νος θε­ω­ρεί­ται «πα­τριώ­της» και έ­να στρά­τευ­μα κα­το­χής α­πο­κα­λεί­ται «ει­ρη­νευ­τι­κή δύ­να­μη» ή έ­στω πα­ρου­σιά­ζε­ται έτσι στο λαό, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να προ­κύ­ψει ι­κα­νο­ποι­η­τι­κός α­ριθ­μός εν­θέρ­μων ο­πα­δών.
Ό­σοι α­πό τη μια θε­ω­ρούν «ε­θνι­κή δύ­να­μη» και ε­ξυ­μνούν τον τουρ­κι­κό στρα­τό ο ο­ποί­ος υ­πα­κού­ει πλή­ρως στις Η.Π.Α. και ορ­γα­νώ­νει με την CIA πρα­ξι­κο­πή­μα­τα, και α­πό την άλ­λη ε­πι­κρί­νουν στις ε­φη­με­ρί­δες «τη νέ­α τά­ξη πραγ­μά­των», τι άλ­λο κά­νουν α­πό το να ε­ξα­πα­τούν η­θε­λη­μέ­να τον λα­ό και να εκ­πί­πτουν σε κοι­νω­νι­κή χυ­δαιό­τη­τα. Αν λά­βου­με υπ’ ό­ψη ό­τι αυ­τά τα ί­δια ά­το­μα χα­ρα­κτή­ρι­ζαν την χού­ντα της 12ης Σε­πτεμ­βρί­ου «φα­σι­στι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα», αλ­λά τώ­ρα υ­πε­ρα­σπί­ζουν με ά­κρα­το σω­βι­νι­σμό τον τουρ­κι­κό στρα­τό, ο ο­ποί­ος ορ­γά­νω­σε το πρα­ξι­κό­πη­μα φο­βού­με­νος την κουρ­δι­κή ε­θνε­γερ­σί­α και α­πο­τε­λεί τον πιο πι­στό φρου­ρό «της νέ­ας τά­ξης πραγ­μά­των» στην Μέ­ση Α­να­το­λή, θ’ α­ντι­λη­φθού­με ό­τι μέ­σα στο σύ­στη­μα και σύμ­φω­να πά­ντα με τη θεω­ρί­α του Παυ­λώφ τα ά­το­μα αυ­τά έ­χουν με­τα­τρα­πεί σε πει­ρα­μα­τό­ζω­α. Το πρό­βλη­μα δεν εί­ναι πως ο Πέ­ρι­ντσεκ, ο Τουρ­κές και ο Ιλ­χάν Σελ­τούκ βρέ­θη­καν στην ί­δια γραμμή, ού­τε ποιος πλη­σί­α­σε ποιόν. Το πρό­βλη­μα εί­ναι ο τρό­πος με τον ο­ποί­ο ε­φαρ­μό­ζε­ται το πρό­γραμ­μα, 72 χρό­νια τώ­ρα.
Το βα­σι­κό αί­τιο εξ’ αι­τί­ας του ο­ποί­ου η ψυ­χο­λο­γι­κή α­νέ­λι­ξη της τουρ­κι­κής κοι­νω­νί­ας προς τις πα­ναν­θρώ­πι­νες α­ξί­ες πα­ρα­μέ­νει α­τε­λής, εί­ναι το Κουρ­δι­κό. Εί­ναι η το­πο­θέ­τη­ση της τουρ­κι­κής κοι­νω­νί­ας ό­σον α­φο­ρά το Κουρ­δι­κό.
Το 80% του τουρ­κι­κού λα­ού, και α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, αρ­κεί­ται στις ε­πί­ση­μες α­να­κοι­νώ­σεις που του γί­νο­νται. Δεν αι­σθά­νε­ται καμ­μί­α α­νά­γκη και ευ­θύ­νη να ε­ρευ­νή­σει, να μά­θει για τους Κούρ­δους, να γνω­ρί­σει την ι­στο­ρί­α τους και να κα­τα­νο­ή­σει την ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση. Κι αν α­κό­μα πα­ρα­τη­ρεί­ται σή­με­ρα κά­ποια κι­νη­τι­κό­τη­τα προς αυ­τή την κα­τεύ­θυν­ση, ο­φεί­λε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στην έ­ντα­ση του α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κού α­γώ­να.
Το ε­πί­ση­μο Κε­μα­λι­κό πρό­γραμ­μα έ­χει ως ε­ξής: Στρώ­μα­τα της κοι­νω­νί­ας και ο­ρι­σμέ­νοι θε­σμοί κα­τα­στρα­τη­γού­νται, ό­ταν ό­μως πρό­κει­ται για Κούρ­δους, ο στρα­τός, οι θρη­σκευ­τι­κές αρ­χές, η δι­κα­ο­σύ­νη, ο Τύ­πος, οι πα­νε­πι­στη­μια­κοί και οι συν­δι­κα­λι­στές συ­σπει­ρώ­νο­νται γύ­ρω α­πό το αι­μο­δι­ψές Μι­σάκ-ι Μιλ­λί*.
Ό­σο για την τουρ­κι­κή α­ρι­στε­ρά, στην ι­στο­ρί­α της, ε­κτός α­πό λι­γο­στές ε­ξαι­ρέ­σεις, εμ­φα­νί­ζε­ται μεν με δια­φο­ρε­τι­κές α­ντι­λή­ψεις και α­πό­ψεις, αλ­λά σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση το πρό­σω­πο της δεν δια­φέ­ρει α­πό αυ­τούς που α­νέ­φε­ρα πιο πά­νω… Η α­ρι­στε­ρά έν­θερ­μα υ­πο­στη­ρί­ζει μεν τον «ε­πι­στη­μο­νι­κό σο­σια­λι­σμό», ό­ταν ό­μως πρό­κει­ται για τους Κούρ­δους, αφ’ ε­νός πα­ρου­σιά­ζε­ται ως εκ­πρό­σω­πος του κουρ­δι­κού λα­ού, αφ΄ε­τέ­ρου λέ­ει ό­τι ο σω­βι­νι­σμός έ­χει ει­σχω­ρή­σει στην βά­ση αυ­τής της προ­σέγ­γι­σης. Εί­ναι η ε­ξω­τε­ρί­κευ­ση ε­νός ψυ­χι­σμού που ε­λέγ­χε­ται α­πό το ε­πί­ση­μο πρό­γραμ­μα. Αν δού­με την κοι­νω­νι­κή αυ­τή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα α­πό πο­λι­τι­κή-η­θι­κή ά­πο­ψη, εί­ναι πο­λύ εύ­κο­λο να δια­κρί­νου­με τον εκ­με­ταλ­λευ­τι­κό της χα­ρα­κτή­ρα. Η ε­ξου­σί­α αυ­τή, ό­σον α­φο­ρά τις με­θο­δεύ­σεις, εί­ναι πο­λύ πιο ά­κα­μπτη α­πό άλ­λες α­νά­λο­γες στην Ι­στο­ρί­α, κα­τευ­θύ­νει την κοι­νω­νί­α και με μη­χα­νι­σμούς  άρ­νη­σης προ­σπα­θεί να κα­λύ­ψει τα ε­γκλή­μα­τα που έ­χει δια­πρά­ξει.
Ε­πη­ρε­ά­ζει αρ­νη­τι­κά την κοι­νω­νί­α, την ω­θεί με κά­θε τρό­πο στην α­δρά­νεια και στην α­πά­θεια. Κι ό­ταν η κα­τά­στα­ση γί­νε­ται ά­κρως πιε­στι­κή προ­σπα­θεί να την «μα­λα­κώ­σει» και συγ­χρό­νως να κα­τα­πνί­ξει αι­μα­τη­ρές μνή­μες. Μια προ­σε­κτι­κή ε­ξέ­τα­ση θα μας ο­δη­γή­σει στο συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι κοι­νός συ­ντε­λε­στής της κυ­ριαρ­χι­κής πα­ρά­δο­σης στην Τουρ­κί­α εί­ναι «το δι­καί­ω­μα να κυ­βερ­νάς τους Κούρ­δους».
Η κυ­βέρ­νη­ση α­κο­λου­θεί αυ­τή την τα­κτι­κή και φρο­ντί­ζει να την εν­στερ­νι­στούν ό­λοι οι θε­σμοί. Η του­ρι­κή α­ρι­στε­ρά στο ό­νο­μα του σο­σια­λι­σμού α­να­γκά­ζει και τους Κούρ­δους να την α­πο­δε­χτούν.
Στο θέ­μα του κουρ­δι­κού λα­ού οι ι­δε­ο­λο­γι­κές δια­φο­ρές ή οι ι­σχυ­ρι­σμοί πε­ρί ι­δε­ο­λο­γι­κών δια­φο­ρών κα­τα­λή­γουν σε μια συλ­λο­γι­κή φι­λο­δο­ξί­α. Αν α­να­σκα­λέ­ψου­με την στά­ση αυ­τή, η ο­ποί­α πα­ρου­σιά­ζε­ται ως πο­λι­τι­κή «ε­πι­δε­ξιό­τη­τα» ή «ι­δε­ο­λο­γι­κή ορ­θό­τη­τα», θα α­ντι­κρύ­σου­με την α­πο­κή­ρυ­ξη του κουρ­δι­κού προ­βλή­μα­τος. Αυ­τό εί­ναι το κλί­μα που ε­πι­βάλ­λουν στο λα­ό, τα δε ά­το­μα α­να­πνέ­ουν αυ­τόν τον α­έ­ρα. Η δη­μιουρ­γί­α, η ε­ξέ­λι­ξη και η ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση του του­ρι­κού κρά­τους, στον οι­κο­νο­μι­κό-πο­λι­τι­κό και πο­λι­τι­στι­κό το­μέ­α δεν έ­χει να ε­πι­δεί­ξει πα­ρά κρί­σεις και α­πο­τυ­χί­ες. Παρ’ ό­λα αυ­τά ο τουρ­κι­κός ρα­τσι­σμός που εί­ναι η πη­γή της «ε­θνι­κής υ­πε­ρη­φά­νειας» και το «στή­ριγ­μα» της κοι­νω­νί­ας, ου­δέ­πο­τε έ­χει λυ­γί­σει. Ού­τε η κοι­νω­νί­α κα­τά­φε­ρε να προ­χω­ρή­σει προς τον ε­ξαν­θρω­πι­σμό, ού­τε και τα ά­το­μα μό­να τους ε­πέ­τυ­χαν να δια­μορ­φώ­σουν την ψυ­χή τους προς αυ­τήν την κα­τεύ­θυν­ση. Το ι­δα­νι­κό της ε­ξύ­ψω­σης του τουρ­κι­σμού, φρο­ντί­ζει πά­ντα να «δη­μιουρ­γεί» ε­χθρούς, στο βαθ­μό που χρειά­ζε­ται, και να διο­χε­τεύ­ει ε­κεί τα αι­σθή­μα­τα της κοι­νω­νί­ας. Οι σχέ­σεις που έ­χει δη­μιουρ­γή­σει ο τρό­πος πα­ρα­γω­γής στις προ­ηγ­μέ­νες κα­πι­τα­λι­στι­κές χώ­ρες και η προ­σω­πι­κό­τη­τα που έ­χει πα­ρά­γει η τε­χνο­λο­γί­α κα­θώς και το αυ­τάρ­κες οι­κο­νο­μι­κό πε­ρι­βάλ­λον, δεν υ­φί­στα­νται στην Τουρ­κί­α. Η Τουρ­κί­α  ε­πω­φε­λεί­ται α­πό τα σύγ­χρο­να μέ­σα, αλ­λά η νο­ο­τρο­πί­α που κυ­ριαρ­χεί εί­ναι α­να­χρο­νι­στι­κή. Και ό­ταν τα μέ­σα εί­ναι α­νε­παρ­κή ή α­πλά δεν λει­τουρ­γούν, ε­πι­στρα­τεύ­ει μια υ­πέρ­με­τρη βί­α, την ο­ποί­α ε­φαρ­μό­ζει χω­ρίς δι­σταγ­μό.
Τρεις χι­λιά­δες ά­το­μα δο­λο­φο­νού­νται και οι δρά­στες πα­ρα­μέ­νουν «ά­γνω­στοι». Τρεις χι­λιά­δες χω­ριά εκ­κε­νώ­νο­νται α­φού προ­η­γου­μέ­νως έ­χουν πυρ­πο­λη­θεί και κα­τα­στρα­φεί. Η κοι­νω­νί­α α­δυ­να­τεί να μά­θει την α­λή­θεια.
Κα­θη­με­ρι­νά, οι οι­κο­γέ­νειες των α­γνο­ου­μέ­νων κραυ­γά­ζουν στις πλα­τεί­ες. Δεν υ­πάρ­χει ευαι­σθη­το­ποί­η­ση. Χι­λιά­δες άν­θρω­ποι υ­πό­κει­νται σε βα­σα­νι­στή­ρια -τα βα­σα­νι­στή­ρια ε­φαρ­μό­ζο­νται α­κό­μα συ­στη­μα­τι­κά- κα­νείς ό­μως δεν α­ντι­δρά. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι που έ­χουν υ­πο­στεί βα­σα­νι­στή­ρια σω­παί­νουν εί­τε ε­πει­δή δέ­χο­νται α­πει­λές εί­τε ε­πει­δή φο­βού­νται την ε­πα­νά­λη­ψη της φρί­κης. Και οι λί­γες α­δύ­να­μες φω­νές χά­νο­νται μέ­σα στη με­γά­λη σιω­πή. Η κοι­νω­νί­α ε­πι­δο­κι­μά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο το δι­καί­ω­μα του φό­νου και αι­σθά­νε­ται λι­γό­τε­ρη ευαι­σθσί­α για το δι­καί­ω­μα στη ζω­ή. Τα πα­ρα­δείγ­μα­τα εί­ναι ά­πει­ρα. Έ­χουν δη­μιουρ­γη­θεί τέ­τοιες συν­θή­κες, ό­που ό­ποιος υ­πε­ρα­σπί­ζει τις πα­ναν­θρώ­πι­νες α­ξιές α­να­κη­ρύσ­σε­ται α­μέ­σως «προ­δό­της». Το υ­πό­λοι­πο τμή­μα της κοι­νω­νί­ας δεν τολ­μά α­πό φό­βο, ν’ α­να­λά­βει τις συ­νέ­πειες και να χα­ρα­κτη­ρι­στεί «προ­δό­της». Εί­τε ε­πι­δο­κι­μά­ζει τις με­θο­δεύ­σεις αρ­νού­με­νο την αν­θρω­πιά, εί­τε ε­θε­λο­τυ­φλεί βυ­θι­σμέ­νο σε μια έ­νο­χη σιω­πή. Φυ­σι­κά βα­σι­κό κρι­τή­ριο «της προ­δο­σί­ας» και «του πα­τριω­τι­σμού» εί­ναι το μί­σος προς το PKK και τους Κούρ­δους. Η πα­ρα­ποί­η­ση της ι­στο­ρίας και η με­γά­λη βα­ρύ­τη­τα που δί­δε­ται στην δι­δα­σκα­λί­α της, ε­πη­ρε­ά­ζει την κοι­νω­νί­α. Η ι­στο­ρι­κή αυ­τή α­ντί­λη­ψη «εκ­θειά­ζει» τον Τούρ­κο, ενώ υ­πο­τι­μά και υ­πο­βαθ­μί­ζει ό­λους τους άλ­λους.
Αρ­νεί­ται να παραχωρήσει στους Κούρ­δους την α­πό χι­λιε­τί­ες πα­τρί­δα τους.
Α­πα­γο­ρεύ­ει στους Κούρ­δους να α­πο­λαμ­βά­νουν την ε­θνι­κή κλη­ρο­νο­μιά που τους κλη­ρο­δό­τη­σε η ι­στο­ρί­α και οι αν­θρω­πι­στι­κές α­ξί­ες.
Αρ­νεί­ται να συ­μπε­ρι­λά­βει τους Κούρ­δους στους αν­θρώ­πι­νους νό­μους και στη δι­καιο­σύ­νη.
Α­πα­γο­ρεύ­ει στους Κούρ­δους ν’ α­ντι­στέ­κο­νται, για ν’ α­παλ­λα­γούν α­πό την αι­μο­δι­ψή εκ­με­τάλ­λευ­ση.
Αυ­τή εί­ναι μια σύ­ντο­μη πε­ρί­λη­ψη της τουρ­κι­κής ι­στο­ρί­ας. Σύμ­φω­να με αυ­τή την ι­στο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση, αν ο Κούρ­δος ε­ξα­ντλη­θεί ψυ­χι­κά, ε­ξου­δε­τε­ρω­θούν ό­λες οι δυ­να­τό­τη­τες α­ντί­στα­σης του και πα­ρα­δο­θεί ά­νευ ό­ρων, εί­ναι δυ­να­τόν να α­να­γνω­ρι­σθεί δι­καί­ω­μα ζω­ής και «ει­ρή­νη» στο ά­ψυ­χο πλέ­ον εί­ναι του. Η γνώ­μη αυ­τή που πα­γιώ­θη­κε κυ­ρί­ως με­τά την ί­δρυ­ση της Δη­μο­κρα­τί­ας και η σιω­πή της τουρ­κι­κή κοι­νω­νί­ας, ό­σον α­φο­ρά τη δί­και­η α­ντί­στα­ση του κουρ­δι­κού λα­ού, εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα αυ­τής της ψευ­δούς Ι­στο­ρί­ας.
Η ι­στο­ρι­κή αυ­τή α­ντί­λη­ψη δια­μόρ­φω­σε α­ναμ­φί­βο­λα και την «α­ρι­στε­ρή» πα­ρά­δο­ση, η ο­ποί­α ό­φει­λε να εί­ναι ο πρω­το­πό­ρος της τουρ­κι­κής κοι­νω­νί­ας. Αυ­τοί οι ο­ποί­οι ε­πι­δο­κί­μα­σαν τις σφα­γές του κα­θε­στώ­τος κα­τά τις ε­ξε­γέρ­σεις στο Α­γρί-Ζι­λάν, στο Ντέρ­σιμ, και κατά της εξέγερσης του Σεΐχη Σα­ΐτ, και χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τον ση­με­ρι­νό α­γώ­να του κουρ­δι­κού λα­ού ως «ε­θνι­κι­σμό», εκ­φρά­ζουν κα­τά κά­ποιο τρό­πο τους δε­σμούς και την α­φο­σί­ω­σή τους στην ι­στο­ρί­α που δια­μόρ­φω­σε η ε­ξου­σί­α. Η ε­σφαλ­μέ­νη στά­ση α­πέ­να­ντι στην ι­στο­ρί­α αυ­τών που ό­φει­λαν να εί­ναι πρω­το­πό­ροι, α­πο­κα­λύ­πτει σα­φέ­στα­τα το βά­θος της σω­βι­νι­στι­κής διά­θε­σης που ε­πι­κρα­τεί στην τουρ­κι­κή κοι­νω­νί­α. Ο μεν τύ­πος που βρί­σκε­ται υ­πό κρα­τι­κό έ­λεγ­χο κα­τη­γο­ρώ­ντας τους Κούρ­δους ως «τρο­μο­κρά­τες», οι δε α­ρι­στε­ρές ορ­γα­νώ­σεις χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντάς τους «ε­θνι­κι­στές», ου­σια­στι­κά κα­τα­λή­γουν σε σύ­γκλι­ση α­πό­ψε­ων και έ­τσι ε­ξε­γεί­ρουν την τουρ­κι­κή κοι­νω­νί­α ε­νά­ντια στους Κούρ­δους.
Το τουρ­κι­κό κα­θε­στώς σί­γου­ρα δεν εί­ναι πο­λι­τι­σμός. Εί­ναι μια βαρ­βα­ρό­τη­τα του ει­κο­στού αιώ­να με βα­θειές ρί­ζες. Εί­ναι έ­νας σφι­γκτή­ρας που κα­τα­δί­κα­σε τον άν­θρω­πο να ζει σ’ έ­να ψυ­χο­λο­γι­κό κε­νό.
Διό­τι στην κα­τά­στα­ση που έ­χει φθά­σει η κοι­νω­νί­α κα­τά­ντη­σε τυ­φλή, α­ναί­σθη­τη και α­νεύ­θυ­νη. Α­ντί να α­να­ρω­τη­θεί τι εί­δος α­πο­στο­λή ε­κτε­λού­σαν οι στρα­τιώ­τες, με­τα­τρέ­πει τις κη­δεί­ες σε μια εκ­δή­λω­ση ρα­τσι­σμού και σε κραυ­γές μί­σους ε­νά­ντια στον κουρ­δι­κό λα­ό.
Στα κέ­ντρα των πό­λε­ων εν­θου­σιά­ζο­νται και ε­πι­δο­κι­μά­ζουν με ση­μαί­ες και συν­θή­μα­τα τις σφα­γές που δια­πράτ­τει η α­στυ­νο­μί­α, χω­ρίς ε­πί­ση­μη κα­τη­γο­ρί­α. Η δι­καιο­σύ­νη των Κό­ντρας θε­ω­ρεί­ται εγ­γύ­η­ση για την α­σφά­λεια της κοι­νω­νί­ας. Η λο­γι­κή που αρ­νεί­ται τυ­φλά και βί­αια την ύ­παρ­ξη ε­νός λα­ού, με­τα­δί­δε­ται με τη βο­ή­θεια του Τύ­που στην κοι­νω­νί­α. Οι οι­κο­γέ­νειες α­γκα­λιά­ζουν τους στρα­τιώ­τες που ε­πι­στρέ­φουν στο σπί­τι, φο­ρώ­ντας κο­λιέ φτιαγ­μέ­να α­πό τα αυ­τιά και τα δά­κτυ­λα των α­νταρ­τών. Η ψυ­χο­λο­γι­κή κα­τά­στα­ση μιας τέ­τοιας κοι­νω­νί­ας εί­ναι ά­κρως ε­πι­κίν­δυ­νη. Σε μια τέ­τοια κοι­νω­νί­α η α­γά­πη για τον συ­νάν­θρω­πο φθί­νει. Μια κοι­νω­νί­α δε, που στε­ρεί­ται την α­γά­πη, χά­νει το μέλ­λον της, χά­νει τα πά­ντα. Η ψυ­χο­λο­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα της τουρ­κι­κής κοι­νω­νί­ας δεν πη­γά­ζει α­πό την αυ­το­γνω­σί­α, τη συ­νει­δη­τή δρά­ση και την προ­σαρ­μο­γή στη σύγ­χρο­νη ζω­ή, εί­ναι συ­νέ­πεια μιας ά­τε­γκτης κα­τευ­θυ­ντή­ριας γραμ­μής. Για το λό­γο αυ­τό η ψυ­χο­λο­γι­κή δο­μή της κοι­νω­νί­ας πα­ρου­σιά­ζει α­ντι­θέ­σεις και συ­γκρού­σεις, ό­σον α­φο­ρά τις αν­θρώ­πι­νες α­ξί­ες και τον αν­θρω­πι­σμό γε­νι­κό­τε­ρα. Κι αυ­τό εκ­φρά­ζε­ται με την πα­ρου­σί­α ε­νός ε­ξω­τε­ρι­κού ε­χθρού με τον ο­ποί­ο έ­χουν δια­πο­τί­σει την κοι­νω­νί­α και με το σύν­θη­μα «Ο Τούρ­κος δεν έ­χει άλ­λο φί­λο, ε­κτός από τον Τούρ­κο». Ε­πει­δή ό,­τι έ­χει α­πο­κτή­σει το κα­τά­φε­ρε με κα­το­χές και λε­η­λα­σί­ες, και ε­πει­δή για την πα­γκό­σμια κοι­νή γνώ­μη πα­ρα­μέ­νει βάρ­βα­ρος, αι­σθά­νε­ται την α­νά­γκη να υ­πο­δαυ­λί­ζει συ­νε­χώς τον ρα­τσι­σμό ε­πι­νο­ώ­ντας «ε­ξω­τε­ρι­κούς ε­χθρούς». Ο στρα­τός συν­θλί­βει τυ­ραν­νι­κά την κοι­νω­νί­α.
Αν ε­ξε­τά­σου­με την ε­ξε­λι­κτι­κή πο­ρεί­α των Τούρ­κων α­πό τα βά­θη της Α­σί­ας μέ­χρι τις μέ­ρες μας, θα δού­με ό­τι οι πο­λι­τι­κές ε­ξου­σί­ες και ο εκ­δη­μο­κρα­τι­σμός πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν α­πό το στρα­τό. Ο στρα­τός που εί­ναι σαν έ­να κλει­στό κου­τί, έ­χει α­συ­λί­α. Δεν ε­πι­δέ­χε­ται κρι­τι­κή. Ορ­γα­νώ­νει φα­σι­στι­κά πρα­ξι­κο­πή­μα­τα και ε­πι­κρο­τεί­ται. Δεν α­νέ­χε­ται στους κόλ­πους του, την πα­ρα­μι­κρή α­ντί­ρη­ση. Ό­πως στο πα­ρά­δειγ­μα των Εσ­ρέφ Μπι­τλίς και Τζεμ Ερ­σι­βέρ, «τα κου­φά­ρια» πε­τιού­νται στο δρό­μο. Η ναρ­κω­μέ­νη μνή­μη της κοι­νω­νί­ας τα ξε­χνά α­μέ­σως. Ό­λοι οι θε­σμοί με ε­πι­κε­φα­λής τον τύ­πο κά­νουν ό­τι μπο­ρούν για να σβή­σουν α­πό την μνή­μη της κοι­νω­νί­ας τέ­τοια λυ­πη­ρά συμ­βά­ντα. Η πα­θη­τι­κή και ά­ψυ­χη τουρ­κι­κή κοι­νω­νί­α δεν μπο­ρεί να α­ναρ­ρώ­σει, αν δεν κα­τα­νο­ή­σει το κουρ­δι­κό πρό­βλη­μα, την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του PKK και τον α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό α­γώ­να. Η υ­πάρ­χου­σα δο­μή της τουρ­κι­κής κοι­νω­νί­ας και οι πο­λι­τι­κές της προ­ε­κτά­σεις εί­ναι έ­νας ό­λε­θρος. Διό­τι η κοι­νω­νί­α αυ­τή αι­σθά­νε­ται υ­πε­ρη­φά­νεια με τις «ει­δι­κές ο­μά­δες» και «αν­θρώ­πους» σαν τον Νουσ­ρέτ Ντε­μι­ράλ. Δεί­χνει πλή­ρη α­πά­θεια για τις κτη­νω­δί­ες στο Κουρ­δι­στάν, αλ­λά η δε­ξιά υ­πο­στη­ρί­ζει τη Βο­σνί­α, την Τσε­τσε­νί­α, τους Τουρ­κο­μά­νους του Ι­ράκ, η α­ρι­στε­ρά βρί­σκε­ται στη Λα­τι­νι­κή Α­με­ρι­κή, στο Με­ξι­κό, στην Α­φρι­κή.
Α­σχο­λεί­ται με κά­θε τι μα­κρινό, αρ­κεί το κέ­ντρο του εν­δια­φέ­ρο­ντος να εί­ναι ε­κτός του αι­μο­δι­ψούς Μι­σάκ-ι Μιλ­λί*.
Η α­ξιο­λό­γη­ση της τουρ­κι­κής κοι­νω­νί­ας και η α­νά­λυ­ση της τουρ­κι­κής ι­στο­ρί­ας πε­ρι­λαμ­βά­νει προ­ο­πτι­κές οι ο­ποί­ες προσ­διο­ρί­ζουν την τουρ­κι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.
Οι συ­νέ­πειες της 12ης Σε­πτεμ­βρί­ου που δη­μιούρ­γη­σε πλήγ­μα­τα και βα­θειές κρί­σεις, ε­πη­ρέ­α­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο τους Τούρ­κους πα­ρά τους Κούρ­δους. Διό­τι, η τουρ­κι­κή κοι­νω­νί­α ση­κώ­νει το βά­ρος της κα­τα­στρο­φής, της άρ­νη­σης, τους φό­νους χι­λιά­δων αν­θρώ­πων α­πό «ά­γνω­στους δο­λο­φό­νους» και τη συ­στη­μα­τι­κή ε­φαρ­μο­γή βα­σα­νι­στη­ρί­ων. Φυ­σι­κά, ο εν μέ­ρει έ­στω εκ­δη­μο­κρα­τι­σμός της τουρ­κι­κής κοι­νω­νί­ας, ά­με­σα συν­δέ­ε­ται με τους Κούρ­δους.
Δεν εί­ναι δύ­σκο­λο να κα­τα­νο­ή­σει κα­νείς πό­σο τυ­φλός και α­φό­ρη­τος εί­ναι αυ­τός ο τρό­πος α­ντι­με­τώ­πι­σης. Οι ά­τολ­μες δη­μο­κρα­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις, η έκ­φρα­ση α­πλών και θε­με­λιω­δών σκέ­ψε­ων των Για­σάρ Κε­μάλ και Ορ­χάν Πα­μούκ, α­ντι­με­τω­πί­στη­καν με ορ­γή. Αν λά­βου­με υπ’ ό­ψη ό­τι η ορ­γί­λη αυ­τή ε­πί­θε­ση προ­έρ­χε­ται ο­πωσ­δή­πο­τε α­πό το ί­διο το κέ­ντρο α­πο­φά­σε­ων κα­τα­λα­βαί­νου­με το ε­πί­πε­δο στο ο­ποί­ο βρί­σκε­ται η κοι­νω­νί­α. Άλ­λο έ­να πα­ρά­δειγ­μα που α­ντα­να­κά την δύ­σκο­λη αυ­τή ψυ­χο­λο­γι­κή κα­τά­στα­ση εί­ναι ο σά­λος που προ­κλή­θη­κε προ­κει­μέ­νου να φι­μω­θεί ο Ντο­γού Ερ­γκίλ, ο ο­ποί­ος ε­να­γω­νί­ως συ­νέ­τα­ξε μια α­να­φο­ρά για να α­πο­τρέ­ψει την κα­τάρ­ρευ­ση του συ­στή­μα­τος.
Μια κοι­νω­νί­α η ο­ποί­α στη θέ­α μιας λί­μνης αί­μα­τος πα­ρα­μέ­νει α­πα­θής και α­νεύ­θυ­νη, εί­ναι μια κοι­νω­νί­α ναρ­κω­μέ­νη, πιε­σμέ­νη και ά­πνους. Εί­ναι μια κοι­νω­νί­α εύ­κο­λα κα­τευ­θυ­νό­με­νη, ά­ψυ­χη, α­νί­κα­νη, χω­ρίς πρω­το­πό­ρους, μια κοι­νω­νί­α που υ­πνο­βα­τεί. Ό­πως α­να­φέ­ρει η ηγεσία του κόμ­μα­τος μας (Άπο), η κα­τά­στα­ση αυ­τή μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρι­σθεί ως μα­ϊ­μου­δι­σμός. Αυ­τή εί­ναι η θέ­ση της τουρ­κι­κής κοι­νω­νί­ας α­πέ­να­ντι στον Κουρ­δι­κό λα­ό. Για το λό­γο αυ­τό η τουρ­κι­κή κοι­νω­νί­α δεν μπο­ρεί να βγει α­πό το τέλ­μα, αν δεν κα­τα­νο­ή­σει το PKK, την ορ­γή και τον πό­λε­μο των Κούρ­δων. Αν δεν νοιώ­σει ε­πί­σης ό­τι η ορ­γή αυ­τή που εί­ναι α­γνή ό­λο η α­γά­πη ξε­πη­δά­ει α­πό πολ­λούς και πί­κρες.
Ο σε­βα­σμός των νο­μί­μων δι­καιω­μά­των των Κούρ­δων, θα ο­δη­γή­σει στη λύ­τρω­ση την ψυ­χή της τουρ­κι­κής κοι­νω­νί­ας που βρί­σκε­ται σ’ α­πο­σύν­θε­ση. Μό­νο έ­τσι η τουρ­κι­κή κοι­νω­νί­α θ’ α­πο­κτή­σει αν­θρω­πιά και θ’ α­παλ­λα­γεί α­πό την σκιά της ε­νο­χής.

*Μι­σάκ-ι Μιλ­λί: Δια­κή­ρυ­ξη της τουρ­κι­κής ε­θνο­συ­νέ­λευ­σης (28 Ια­νουα­ρί­ου 1929) σύμ­φω­να με την ο­ποί­α κα­θο­ρί­στη­καν τα «ε­θνι­κά σύ­νο­ρα». Οι κά­τοι­κοι του Νό­τιου Κουρ­δι­στάν (Βό­ρειο Ι­ράκ), της Μου­σού­λης, του Κιρ­κούκ -τα πλου­σιό­τε­ρα κοι­τά­σμα­τα πε­τρε­λαί­ου.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*