Άρδην τ. 17, Περιοδικό Άρδην

Ανεξαρτησία και κρατική αλλοτρίωση

του Χρ. Γιανναρά

Η ε­πα­νά­στα­ση ε­να­ντί­ον των Τούρ­κων και ο α­γώ­νας για την α­νε­ξαρ­τη­σί­α των Ελ­λή­νων, ύ­στε­ρα α­πό τε­τρα­κό­σια χρό­νια σκλα­βιάς, ή­ταν καρ­πός της ζω­ντα­νής α­κό­μα εκ­κλη­σια­στι­κής πί­στης του λα­ού και έρ­γο, σε με­γά­λο πο­σο­στό, του κλή­ρου. Αυ­τή η δια­πί­στω­ση έ­στω και α­φο­ρι­στι­κή, εί­ναι προ­φα­νέ­στε­ρη για τον με­λε­τη­τή των ι­στο­ρι­κών πη­γών της πε­ριό­δου- με α­με­σό­τε­ρη πη­γή τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα των ί­διων των α­γω­νι­στών1

Τα κί­νη­τρα της συμ­με­το­χής στον α­γώ­να σί­γου­ρα ε­πη­ρε­ά­ζο­νται και α­πό πα­ρά­γο­ντες κοι­νω­νι­κών ή οι­κο­νο­μι­κών ε­πι­διώ­ξε­ων. Συ­γκλί­νουν ω­στό­σο στο κοι­νό αί­τη­μα, που έ­χει την α­πό­λυ­τη προ­τε­ραιό­τη­τα στις γρα­πτές μαρ­τυ­ρί­ες: Την α­πό­κτη­ση πο­λι­τι­κής και θρη­σκευ­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας. Να ζή­σουν(οι Έλ­λη­νες)ως άν­θρω­ποι σ’ αυ­τή την πα­τρί­δα και μ’ αυ­τήν τη θρη­σκεί­αν, κα­τά την α­πα­ρά­μιλ­λη δια­τύ­πω­ση του Μα­κρυ­γιάν­νη. Η θρη­σκεί­α κα­θό­ρι­ζε την ε­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα της πα­τρί­δας, και η μαρ­τυ­ρί­α των πη­γών δύ­σκο­λα α­ναι­ρεί­ται α­πό τα κω­δι­κά ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα που μο­νο­πώ­λη­σαν κα­τά και­ρούς την ερ­μη­νεί­α των κι­νή­τρων του α­γώ­να.
Σί­γου­ρα, οι ι­δέ­ες του Δια­φω­τι­σμού και της Γαλ­λι­κής Ε­πα­νά­στα­σης έ­παι­ξαν ε­πί­σης ρό­λο στην προ­ε­τοι­μα­σί­α του ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κού α­γώ­να, αλ­λά σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά με­τα­ξύ των μορ­φω­μέ­νων στη Δύ­ση λο­γί­ων. Οι α­πλοί α­γρό­τες, κτη­νο­τρό­φοι, έ­μπο­ροι και ναυ­τι­κοί, που σχη­μά­τι­σαν τα ε­πα­να­στα­τι­κά σώ­μα­τα, ό­πως και οι κα­πε­τα­ναί­οι αρ­χη­γοί τους, εί­ναι φα­νε­ρό ό­τι α­πό αλ­λού α­ντλού­σαν το νό­η­μα του α­γώ­να. Πο­λε­μού­σαν στο ό­νο­μα της ορ­θό­δο­ξης πί­στης, που αυ­τή τους δια­φο­ρο­ποιού­σε και ε­θνι­κά: Η ι­διό­τη­τα του Έλ­λη­να ταυ­τι­ζό­ταν με αυ­τήν του Ορ­θό­δο­ξου, που τον ξε­χώ­ρι­ζε α­πό τον αλ­λό­δο­ξο Τούρ­κο και τον ε­τε­ρό­δο­ξο «Φρά­γκο».
Μια α­πό τις πολ­λές χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές συ­νέ­πειες αυ­τής της ταύ­τι­σης ή­ταν και το γε­γο­νός, ό­τι τις ελ­πί­δες για ε­ξω­τε­ρι­κή βο­ή­θεια τις στή­ρι­ζε ο λα­ός – στους αιώ­νες της σκλα­βιάς, αλ­λά και στα πρώ­τα χρό­νια του α­γώ­να – στην ο­μό­δο­ξη Ρω­σί­α και ό­χι στην Ευ­ρώ­πη. Ό­πως και το γε­γο­νός ό­τι ως φυ­σι­κή η­γε­σί­α στην ε­ξέ­γερ­ση α­να­γνώ­ρι­ζε ο λα­ός τον κλή­ρο. Για την κή­ρυ­ξη της ε­πα­νά­στα­σης, σχε­δόν κα­τά κα­νό­να, έ­πρε­πε να πρω­το­στα­τή­σει κλη­ρι­κός που να ξε­ση­κώ­σει τον λα­ό «εις το ό­νο­μα της πί­στε­ως και της πα­τρί­δος». Και συ­νή­θως κά­ποιο μο­να­στή­ρι θα γι­νό­ταν ορ­μη­τή­ριο, στρα­τη­γεί­ο, κέ­ντρο ε­φο­δια­σμού ή τό­πος πε­ρί­θαλ­ψης τραυ­μα­τιών και προ­σφύ­γων.
Ε­πί­σκο­ποι και πρε­σβύ­τε­ροι συ­γκρο­τού­σαν, μα­ζί με τους κα­πε­τα­ναί­ους, τα πο­λε­μι­κά συμ­βού­λια των ε­πα­να­στα­τών, α­να­λάμ­βα­ναν την η­γε­σί­α α­κό­μα και στρα­τιω­τι­κών σω­μά­των, πο­λε­μού­σαν συ­χνά στην πρώ­τη γραμ­μή της μά­χης. Οι ί­διοι στε­λέ­χω­σαν τις πρώ­τες το­πι­κές διοι­κή­σεις και πή­ραν ε­νερ­γό μέ­ρος στις πρώ­τες Ε­θνο­συ­νε­λεύ­σεις. Ο Πα­λαιών Πα­τρών Γερ­μα­νός, ο Βρε­σθέ­νης Θε­ο­δώ­ρη­τος, ο Σα­λώ­νων Η­σα­ΐ­ας, ο Αν­δρού­σης Ιω­σήφ, ο Τα­λα­ντί­ου Νε­ό­φυ­τος, ο Κερ­νί­κης Προ­κό­πιος, ο Ρω­γών Ιω­σήφ, ο Με­θώ­νης Γρη­γό­ριος, ο Κο­ρίν­θου Κύ­ριλ­λος, ο Τρι­πό­λε­ως Δα­νι­ήλ, ο Ρέ­ο­ντος Διο­νύ­σιος ή α­κό­μα, ο Γρη­γό­ριος Δι­καί­ος-Πα­πα­φλέσ­σας και ο Α­θα­νά­σιος Διά­κος, εί­ναι τα πιο γνω­στά ο­νό­μα­τα α­πό τους κλη­ρι­κούς που πρω­το­στά­τη­σαν στον ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό α­γώ­να. Υ­πάρ­χει ό­μως πλή­θος α­κό­μα ο­νο­μά­των, γνω­στών ή και ά­γνω­στων στην ι­στο­ρι­κή έ­ρευ­να. Ο ί­διος ο Μά­ουρερ υ­πο­λό­γι­ζε σε ο­γδό­ντα μό­νο τους ε­πι­σκό­πους που σκο­τώ­θη­καν στη ε­πα­νά­στα­ση2. Ο α­ριθ­μός των ιε­ρέ­ων πρέ­πει να α­νέρ­χε­ται σε πολ­λές ε­κα­το­ντά­δες.
Αλ­λά, μό­λις η ε­πα­νά­στα­ση γε­νι­κεύ­τη­κε και οι ελ­πί­δες για την ε­πι­κρά­τη­ση της ι­σχυ­ρο­ποι­ή­θη­καν, η φυ­σι­κή η­γε­σί­α του ε­ξε­γερ­μέ­νου λα­ού, κλή­ρος και κα­πε­τα­ναί­οι, αρ­χί­ζει προ­ο­δευ­τι­κά να πα­ρα­με­ρί­ζε­ται, κα­θώς προ­βάλ­λε­ται ως α­δή­ρι­τη η α­νά­γκη μιας εκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νης και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρης πο­λι­τι­κής ορ­γά­νω­σης. Και­νούρ­γιες η­γε­τι­κές ο­μά­δες εμ­φα­νί­ζο­νται με τη φι­λο­δο­ξί­α να α­να­λά­βουν τη δια­χεί­ρι­ση του α­γώ­να και την ευ­θύ­νη της συ­γκρό­τη­σης κρά­τους. Εί­ναι πα­λαιοί πρό­κρι­τοι, ι­σχυ­ροί κα­ρα­βο­κυ­ραί­οι, Φα­να­ριώ­τες α­πό τις πα­ρα­δου­νά­βιες η­γε­μο­νί­ες και λό­γιοι της ευ­ρω­πα­ϊ­κής δια­σπο­ράς. Η α­νά­γκη να προ­βλη­θεί στην Ευ­ρώ­πη η ει­κό­να ε­νός λα­ού που ε­ξε­γέρ­θη­κε ε­νά­ντια στην α­σια­τι­κή βαρ­βα­ρό­τη­τα και διεκ­δι­κεί τη φυ­σι­κή του θέ­ση α­νά­με­σα στα πο­λι­τι­σμέ­να έ­θνη, ε­πι­βάλ­λει σε ό­λες τις η­γε­τι­κές ο­μά­δες τη δυ­τι­κό­τρο­πη εκ­δο­χή των στό­χων της ε­ξέ­γερ­σης και τα συ­να­κό­λου­θα κρι­τή­ρια ορ­γά­νω­σης του και­νούρ­γιου κρά­τους.
Έ­τσι, α­πό την πρώ­τη σπερ­μα­τι­κή του κα­τα­βο­λή το α­να­δυό­με­νο α­πό τη λα­ϊ­κή ε­πα­νά­στα­ση ελ­λα­δι­κό κρα­τί­διο α­να­ζη­τά­ει την πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή του ταυ­τό­τη­τα στα δά­νεια πρό­τυ­πα της Δύ­σης. Οι ε­πι­διώ­ξεις και τα ο­ρά­μα­τα των α­γω­νι­στών δεν εν­δια­φέ­ρουν, ού­τε οι συ­γκε­κρι­μέ­νες λα­ϊ­κές α­νά­γκες, τα ι­διό­μορ­φα δε­δο­μέ­να κοι­νω­νι­κής λει­τουρ­γι­κό­τη­τας, οι α­φο­σιω­μέ­νες μέ­σα α­πό έ­ναν πο­λι­τι­σμό αιώ­νων προ­τε­ραιό­τη­τες. Εν­δια­φέ­ρει α­πο­κλει­στι­κά η α­πο­μί­μη­ση ε­κεί­νων των πο­λι­τι­κών και κοι­νω­νι­κών σχη­μά­των, που έ­πει­θε τους Ευ­ρω­παί­ους για την πρό­θε­ση των Ελ­λή­νων να κα­τα­στούν «έ­θνος ευ­ρω­πα­ϊ­κόν».
Ό­μως αυ­τή η ά­νω­θεν ε­πι­βο­λή και­νούρ­γιων στό­χων και προ­ο­πτι­κών δεν ή­ταν εύ­κο­λη ή α­νώ­δυ­νη. Στη δεύ­τε­ρη κιό­λας φά­ση της ε­πα­νά­στα­σης, με­τά το 1824, αρ­χί­ζουν οι συ­γκρού­σεις α­νά­με­σα στις η­γε­τι­κές ο­μά­δες. Οι πα­λαιοί πρό­κρι­τοι ε­πι­μέ­νουν σε πιο πα­ρα­δο­σια­κές και με δο­κι­μα­σμέ­νη λει­τουρ­γι­κό­τη­τα μορ­φές κρα­τι­κής ορ­γά­νω­σης: θέ­λουν μιαν α­πο­κε­ντρω­μέ­νη ε­ξου­σί­α, με ι­σχυ­ρά το­πι­κά πο­λι­τι­κο-διοι­κη­τι­κά όρ­γα­να. Α­ντί­θε­τα, οι δυ­τι­κό­τρο­ποι μέ­νουν α­με­τα­κί­νη­τοι στην ι­δέ­α ε­νός συ­γκε­ντρω­τι­κού κρά­τους, με ι­σχυ­ρή κε­ντρι­κή διοί­κη­ση3.
Στη βα­σι­κή αυ­τή δια­φο­ρά α­ντι­λή­ψε­ων συ­νο­ψί­ζο­νται βέ­βαια και πολ­λές άλ­λες, συ­χνά ευ­τε­λέ­στα­τες α­φορ­μές δια­φω­νιών και συ­γκρού­σε­ων: Προ­σω­πι­κές φι­λο­δο­ξί­ες, ά­μυ­να κε­κτη­μέ­νων, συ­σπει­ρώ­σεις των κα­πε­τα­ναί­ων που πα­ρα­γκω­νί­ζο­νται και κα­τά­φω­ρα α­δι­κού­νται α­πό τους πο­λι­τι­κούς, συμ­φέ­ρο­ντα των κα­ρα­βο­κυ­ραί­ων ή των ι­σχυ­ρών προ­κρί­των, φα­να­τι­κοί το­πι­κι­σμοί. Το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν, με­τά α­πό τα δύ­ο πρώ­τα έν­δο­ξα χρό­νια με τις πε­ρί­λα­μπρες νί­κες και την εκ­δί­ω­ξη των Τούρ­κων α­πό καί­ρια στρα­τη­γι­κά κέ­ντρα, η ε­πα­νά­στα­ση να εκ­φυ­λι­στεί σε μια τρα­γω­δί­α εμ­φύ­λιας αι­μα­το­χυ­σί­ας. Οι Τούρ­κοι ε­πα­να­κτούν σε με­γά­λο πο­σο­στό τον έ­λεγ­χο των ε­πα­να­στα­τη­μέ­νων πε­ριο­χών, ε­λά­χι­στες λω­ρί­δες γης α­πο­μέ­νουν ε­λεύ­θε­ρες, ό­μως για τέσ­σε­ρα ο­λό­κλη­ρα χρό­νια οι Έλ­λη­νες δεν με­ρι­μνούν πια πα­ρά μό­νο για τις α­δελ­φο­κτό­νες διε­νέ­ξεις τους.
Έ­τσι, αν υ­πήρ­ξε τε­λι­κά α­πε­λευ­θέ­ρω­ση έ­στω μι­κρού τμή­μα­τος ελ­λη­νι­κής γης και ί­δρυ­ση α­νε­ξάρ­τη­του κρά­τους, αυ­τό ο­φεί­λε­ται κα­τά κύ­ριο λό­γο στην ε­πέμ­βα­ση των ευ­ρω­πα­ϊ­κών δυ­νά­με­ων. Αν αυ­τές δεν ε­πε­νέ­βαι­ναν, το πι­θα­νό­τε­ρο θα ή­ταν να εί­χε και η ε­πα­νά­στα­ση του 1821 την τύ­χη των «ορ­λω­φι­κών» ή της ε­ξέ­γερ­σης του Υ­ψη­λά­ντη στη Μολ­δο­βλα­χί­α, ή άλ­λων α­νά­λο­γων και α­πο­τυ­χη­μέ­νων το­πι­κών κι­νη­μά­των. Με το ε­πι­πλέ­ον στίγ­μα της ντρο­πής για τον εμ­φύ­λιο σπα­ραγ­μό και την αυ­το­πα­ραί­τη­ση α­πό την ε­λευ­θε­ρί­α.
Η πα­ρέμ­βα­ση Αγ­γλί­ας, Γαλ­λί­ας και Ρω­σί­ας α­πο­φα­σί­στη­κε στη Συμ­φω­νί­α του Λον­δί­νου, στις 6 Ιου­λί­ου1827, με πρω­το­βου­λί­α του άγ­γλου υ­πουρ­γού ε­ξω­τε­ρι­κών George Canning. Προ­τά­θη­κε στους Έλ­λη­νες και στους Τούρ­κους λύ­ση συμ­βι­βα­στι­κή: Ί­δρυ­ση αυ­τό­νο­μου ελ­λη­νι­κού κρά­τους, αλ­λά υ­πο­τε­λούς στον Σουλ­τά­νο, με εκ­φρα­σμέ­νη την πρό­θε­ση των τριών δυ­νά­με­ων να ε­πι­βά­λουν ο­πωσ­δή­πο­τε α­να­κω­χή. Οι Έλ­λη­νες δέ­χτη­καν την πρό­τα­ση, οι Τούρ­κοι την α­πέρ­ρι­ψαν, και οι στό­λοι των συμ­μά­χων δια­τά­χθη­καν να δια­κό­ψουν τον α­νε­φο­δια­σμό του Ι­μπρα­ήμ, α­ντι­βα­σι­λέ­α της Αι­γύ­πτου, που με ορ­γα­νω­μέ­νη στρα­τιά σά­ρω­νε α­νε­λέ­η­τα τις ε­πα­να­στα­τι­κές α­ντι­στά­σεις στην Πε­λο­πόν­νη­σο. Σε ναυ­μα­χί­α στον κόλ­πο του Ναυα­ρί­νου, στις 20 Ο­κτω­βρί­ου του 1827, κα­τα­στρά­φη­κε ο­λο­κλη­ρω­τι­κά ο τουρ­κο­αι­γυ­πτια­κός στό­λος, με πρω­το­βου­λί­α του άγ­γλου ναυάρ­χου που α­πο­φά­σι­σε να ερ­μη­νεύ­σει δυ­να­μι­κά την ε­ντο­λή δια­κο­πής του α­νε­φο­δια­σμού των Αι­γυ­πτί­ων. Η ναυ­μα­χί­α του Ναυα­ρί­νου α­πο­τέ­λε­σε εκ των πραγ­μά­των, έ­στω και συ­μπτω­μα­τι­κά, τη λη­ξιαρ­χι­κή πρά­ξη που υ­πέ­γρα­ψαν οι Ευ­ρω­παί­οι για τη γέ­νε­ση α­νε­ξάρ­τη­του ελ­λη­νι­κού κρά­τους.
Τα αί­τια και τα κί­νη­τρα της πα­ρέμ­βα­σης των ευ­ρω­πα­ϊ­κών δυ­νά­με­ων στον α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό α­γώ­να των Ελ­λή­νων δεν εί­ναι δύ­σκο­λο να τα δια­γνώ­σει κα­νείς. Υ­πήρ­ξε κα­ταρ­χήν η πί­ε­ση που πραγ­μα­τι­κά ά­σκη­σε η ευ­ρω­πα­ϊ­κή κοι­νή γνώ­μη προς τις κυ­βερ­νή­σεις των με­γά­λων δυ­νά­με­ων και που τις υ­πο­χρέ­ω­σε σε φι­λελ­λη­νι­κή πο­λι­τι­κή. Τα κα­τορ­θώ­μα­τα των Ελ­λή­νων στα δύ­ο πρώ­τα χρό­νια  της ε­πα­νά­στα­σης ή­ταν έκ­πλη­ξη για την Ευ­ρώ­πη, και μα­ζί με τις θη­ριω­δί­ες της α­ντί­δρα­σης των Τούρ­κων (α­παγ­χο­νι­σμός του Πα­τριάρ­χη, δο­λο­φο­νί­ες ε­πι­σκό­πων και φα­να­ριω­τών, σφα­γή της Χί­ου, σφα­γή των Ψα­ρών, κλπ.) προ­κά­λε­σαν τη συ­μπά­θεια και το έ­ντο­νο εν­δια­φέ­ρον των Ευ­ρω­παί­ων για τους α­γω­νι­ζό­με­νους Έλ­λη­νες. Το κλί­μα του ρο­μα­ντι­κού ου­μα­νι­σμού και νε­ο­κλα­σι­κι­σμού, ό­πως και ο φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός του Δια­φω­τι­σμού, ή­ταν ο­πωσ­δή­πο­τε α­πό τους πα­ρά­γο­ντες που ευαι­σθη­το­ποί­η­σαν την ευ­ρω­πα­ϊ­κή κοι­νή γνώ­μη και δη­μιούρ­γη­σαν έ­να ι­σχυ­ρό κύ­μα φι­λελ­λη­νι­σμού. Α­πο­φα­σι­στι­κά ε­πη­ρέ­α­σε και η πα­ρου­σί­α στον α­γώ­να Φι­λελ­λή­νων α­πό κά­θε γω­νιά της Ευ­ρώ­πης, και μά­λι­στα η θυ­σί­α γνω­στών προ­σω­πι­κο­τή­των, ό­πως ο λόρ­δος Byron.
Δεύ­τε­ρο προ­φα­νές κί­νη­τρο, ή­ταν ο φό­βος για μο­νο­με­ρή λύ­ση του πε­ρι­βό­η­του «α­να­το­λι­κού ζη­τή­μα­τος» – της δια­νο­μής των σφαι­ρών ε­πιρ­ρο­ής, αλ­λά και των ε­δα­φών της Ο­θω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας που έ­δι­νε, α­πό δε­κα­ε­τί­ες πριν, την ει­κό­να του «με­γά­λου α­σθε­νούς».
Ως τρίτο κί­νη­τρο για την πα­ρέμ­βα­ση των ευ­ρω­πα­ϊ­κών δυ­νά­με­ων θα μπο­ρού­σε να προσ­διο­ρι­στεί, στη συ­ντο­μο­γρα­φι­κή αυ­τή ε­πι­σή­μαν­ση, η στρα­τη­γι­κή του ε­λέγ­χου της νευ­ραλ­γι­κής για το ε­μπό­ριο και τη ναυ­σι­πλο­ΐ­α γε­ω­γρα­φι­κής θέ­σης του νέ­ου κρα­τι­δί­ου. Με την προ­ο­πτι­κή δια­με­λι­σμού της Ο­θω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, που ε­κεί­να τα χρό­νια φαι­νό­ταν πο­λύ πι­θα­νή, οι ευ­ρω­πα­ϊ­κές δυ­νά­μεις εν­δια­φέ­ρο­νταν να ε­πεν­δύ­σουν έ­γκαι­ρα τα στρα­τη­γι­κά τους συμ­φέ­ρο­ντα σε έ­να κρα­τί­διο οι­κο­νο­μι­κά και πο­λι­τι­κά ε­ξαρ­τη­μέ­νο α­πό αυ­τές.
Ή­δη πο­λύ πριν α­πό το Ναυα­ρί­νο, η οι­κο­νο­μι­κή υ­πο­τέ­λεια του δια­φαι­νό­με­νου νέ­ου κρα­τι­κού σχή­μα­τος στις ευ­ρω­πα­ϊ­κές δυ­νά­μεις εί­χε ε­ξα­σφα­λι­στεί. Το πρώ­το και το δεύ­τε­ρο «δά­νειον της α­νε­ξαρ­τη­σί­ας» (1824 και 1825) δό­θη­κε α­πό τους Ευ­ρω­παί­ους με τό­σο ε­πα­χθείς ό­ρους, που προ­δί­κα­ζαν την ο­λο­κλη­ρω­τι­κή ε­ξάρ­τη­ση των Ελ­λή­νων α­πό τη Δύ­ση. Α­κο­λού­θη­σαν αλ­λε­πάλ­λη­λοι δα­νει­σμοί, προ­κει­μέ­νου να συ­γκρο­τη­θεί μια στοι­χειώ­δης ε­θνι­κή οι­κο­νο­μί­α, αλ­λά κά­θε και­νού­ριο δά­νειο χρη­σί­μευε κυ­ρί­ως για να ε­ξο­φλη­θούν τα προ­η­γού­με­να.
Δεν εί­ναι τυ­χαί­ο ό­τι με­τά α­πό κά­θε με­γά­λο δά­νειο α­κο­λου­θεί κή­ρυ­ξη πτώ­χευ­σης του νέ­ου κρα­τι­δί­ου. Η πρώ­τη με­γά­λη πτώ­χευ­ση (1827) α­κο­λου­θεί τη σύ­να­ψη των δύ­ο πρώ­των «δα­νεί­ων της α­νε­ξαρ­τη­σί­ας». Η δεύ­τε­ρη πτώ­χευ­ση (1843) έρ­χε­ται με­τά τη χο­ρή­γη­ση δα­νεί­ου στον Ό­θω­να. Τρί­α χρό­νια με­τά το δά­νειο του 1890 έ­χου­με την τρί­τη πτώ­χευ­ση (1893). Και με­τά τα δά­νεια για την α­πο­κα­τά­στα­ση των μι­κρα­σια­τών προ­σφύ­γων, α­κο­λου­θεί η τέ­ταρ­τη πτώ­χευ­ση (1932)4.
Η οι­κο­νο­μι­κή υ­πο­τέ­λεια εί­ναι ο­λο­κλη­ρω­τι­κή. Το ελ­λα­δι­κό κρα­τί­διο βρί­σκε­ται για μα­κρό χρο­νι­κό διά­στη­μα κά­τω και α­πό δι­πλω­μα­τι­κό έ­λεγ­χο  της οι­κο­νο­μί­ας του – φαι­νό­με­νο μο­να­δι­κό στη διε­θνή πο­λι­τι­κή ι­στο­ρί­α5. Και η οι­κο­νο­μι­κή υ­πο­τέ­λεια συ­νε­πά­γε­ται ά­με­σα και πο­λι­τι­κή υ­πο­τέ­λεια, κοι­νω­νι­κό-ψυ­χο­λο­γι­κό κλί­μα υ­πο­δού­λω­σης, ε­ξάρ­τη­σης ό­λων των κρί­σι­μων πτυ­χών του ε­θνι­κού βί­ου α­πό τη δυ­τι­κή πο­λι­τι­κή6.
Οι φα­τρια­σμοί του εμ­φύ­λιου σπα­ραγ­μού της πρώ­της τε­τρα­ε­τί­ας κα­τα­λή­γουν – με την κα­τάλ­λη­λη χει­ρα­γώ­γη­ση των φα­τριών α­πό τη δυ­τι­κή δι­πλω­μα­τί­α – στη δια­μόρ­φω­ση τριών πο­λι­τι­κών κομ­μά­των, που το κα­θέ­να ε­πι­κα­λεί­ται και μια προ­στά­τι­δα δύ­να­μη. Στη­ρί­ζε­ται κά­θε κόμ­μα α­πό μια ευ­ρω­πα­ϊ­κή δύ­να­μη και φυ­σι­κά – συ­νει­δη­τά ή α­νε­πί­γνω­στα – πρα­κτο­ρεύ­ει τα συμ­φέ­ρο­ντά της. Υ­πάρ­χει το γαλ­λι­κό κόμ­μα, του Ιω­άν­νη Κω­λέτ­τη, το αγ­γλι­κό κόμ­μα, του Α­λέ­ξαν­δρου Μαυ­ρο­κορ­δά­του, και το ρω­σι­κό κόμ­μα του Αν­δρέ­α Με­τα­ξά7. Η δια­φο­ρο­ποί­η­ση των κομ­μά­των με βά­ση την ε­ξάρ­τη­σή τους α­πό ξέ­νες δυ­νά­μεις εί­ναι φαι­νό­με­νο που ε­μπε­δώ­νε­ται και προσ­διο­ρί­ζει τον ελ­λα­δι­κό πο­λι­τι­κό βί­ο σε ο­λό­κλη­ρη την ι­στο­ρι­κή του δια­δρο­μή. Α­κό­μα κι ό­ταν εμ­φα­νί­ζο­νται, πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, ι­δε­ο­λο­γι­κές δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις των κομ­μά­των, διαιω­νί­ζουν κι αυ­τές την ξε­νι­κή ε­ξάρ­τη­ση, α­φού και οι ι­δε­ο­λο­γί­ες α­πό τη Δύ­ση ει­σά­γο­νται και η πο­λι­τι­κή που υ­πα­γο­ρεύ­ουν κα­τευ­θύ­νε­ται α­πό συ­γκε­κρι­μέ­να ξέ­να κέ­ντρα ή πρό­τυ­πα.
Έ­τσι το ελ­λα­δι­κό κρα­τί­διο, α­πό τη ί­δια τη σύ­στα­ση και κα­τα­γω­γή του, έ­χει τυ­πι­κή μό­νο αυ­το­νο­μί­α και α­νε­ξαρ­τη­σί­α, ε­νώ στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι ο­λο­κλη­ρω­τι­κά υ­πο­ταγ­μέ­νο στους σχε­δια­σμούς και στα συμ­φέ­ρο­ντα των ευ­ρω­πα­ϊ­κών δυ­νά­με­ων. Εί­ναι κρα­τί­διο που ο­νο­μά­ζε­ται και θέ­λει να εί­ναι ελ­λη­νι­κό, αλ­λά που έ­χει a pri­ori πα­ραι­τη­θεί α­πό κά­θε στοι­χεί­ο ελ­λη­νι­κό­τη­τας στη θε­σμι­κή του ορ­γά­νω­ση και στην πο­λι­τι­κή του λει­τουρ­γί­α. Με άλ­λα λό­για, η ί­δια η συ­γκρό­τη­ση του κρα­τι­δί­ου δεν προ­ϋ­πέ­θε­τε και δεν α­πέ­βλε­πε στις α­νά­γκες του συ­γκε­κρι­μέ­νου λα­ού, στην κοι­νω­νι­κή, χα­ρα­κτη­ρο­λο­γι­κή και πο­λι­τι­στι­κή του ι­διο­προ­σω­πί­α, αλ­λά κα­θιέ­ρω­νε και ε­πέ­βαλ­λε θε­σμούς και σχή­μα­τα κρα­τι­κής λει­τουρ­γί­ας, που εί­χαν προ­κύ­ψει α­πό δια­φο­ρε­τι­κές κοι­νω­νι­κές α­νά­γκες και προ­ϋ­πο­θέ­σεις άλ­λων λα­ών. Με α­πο­τέ­λε­σμα, α­κό­μα ως σή­με­ρα – τέ­λη του 20ού αιώ­να – οι ου­σιώ­δεις λει­τουρ­γί­ες κοι­νω­νι­κής συ­ναί­νε­σης, δη­λα­δή η ί­δια η λει­τουρ­γι­κό­τη­τα του κρά­τους, να μην υ­πα­κού­ει στους ξε­νό­φερ­τους θε­σμούς, αλ­λά να τους πα­ρα­κά­μπτει ε­πι­νο­ώ­ντας ε­ξω­θε­σμι­κές διε­ξό­δους8.

Σημειώσεις

1. Ο Στέ­φα­νος Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Το ελ­λη­νι­κόν κρά­τος 1821-1909, Ο­δη­γός αρ­χεια­κών πη­γών της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρί­ας, Α­θή­να (Εκ­δό­σεις Πα­πα­ζή­ση) 1988, σελ. 65-68) κα­τα­γρά­φει 41 α­πο­μνη­μο­νευ­τι­κά έρ­γα της ε­πα­να­στα­τι­κής πε­ριό­δου. Εί­ναι το πρω­το­γε­νές πλη­ρο­φο­ρια­κό υ­λι­κό, ο­πωσ­δή­πο­τε ε­γκυ­ρό­τε­ρο α­πό τις με­τα­γε­νέ­στε­ρες ι­δε­ο­λο­γι­κές κω­δι­κο­ποι­ή­σεις στη δευ­τε­ρεύ­ου­σα βι­βλιο­γρα­φί­α. Α­πο­κα­λυ­πτι­κές πα­ρα­μέ­νουν και οι δια­κη­ρύ­ξεις των Ε­θνο­συ­νε­λεύ­σε­ων της Ε­πι­δαύ­ρου (1826) και της Τροι­ζή­νας (1827). Η πρώ­τη δια­κή­ρυ­ξε ό­τι «ο λα­ός της Ελ­λά­δος έ­λα­βε τα ό­πλα και δεν ζη­τεί δια των ό­πλων πα­ρά την δό­ξαν και την λα­μπρό­τη­τα της του Χρι­στού Εκ­κλη­σί­ας, η ο­ποί­α με­τά του ιε­ρού αυ­τής Κλή­ρου κα­τε­διώ­κε­το και κα­τε­φρο­νεί­το υ­πό των τούρ­κων». Και η δεύ­τε­ρη πρό­σθε­τε «Ως χρι­στια­νοί ού­τε ή­το, ού­τε εί­ναι δυ­να­τόν να πει­θαρ­χή­σω­μεν δε­σπο­ζό­με­νοι α­πό τους θρη­σκο­μα­νείς Μω­α­με­θα­νούς, οι ο­ποί­οι κα­τέ­σχι­ζον και κα­τε­πά­τουν τας α­γί­ας ει­κό­νας, κα­τε­δά­φι­ζον τους ιε­ρούς να­ούς, κα­τε­φρό­νουν το Ιε­ρα­τεί­ον, υ­βρί­ζο­ντες το θεί­ον ό­νο­μα του Ι­η­σού, του Τι­μί­ου Σταυ­ρού, και μας ε­βί­α­ζον ή να γί­νω­μεν θύ­μα­τα της μα­χαί­ρας των, α­πο­θνή­σκο­ντες χρι­στια­νοί, ή να ζή­σω­μεν τούρ­κοι αρ­νη­ταί του Χρι­στού και ο­πα­δοί του Μω­ά­μεθ. Πο­λε­μού­μεν προς τους ε­χθρούς του Κυ­ρί­ου μας». Βλ. Α. ΜΑΜΟΥΚΑ, Τα κα­τά την α­να­γέν­νη­σιν της Ελ­λά­δος, Πει­ραιεύς 1839-1852, τό­μος Ε΄, σελ. 14, και τό­μος Θ΄, σελ. 59-60.
2. Das griechische Volk in öffentlicher Kirchlicher und privatrechtlicher Βeziehung vor und nach dem Freiheitskampfe, Heidelberg 1835, Ι, σελ. 468.
3. Στεφ. Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου, ο.π., σελ.38-39
4. Βλ. Τά­σου Λι­γνά­δη, Η ξε­νι­κή ε­ξάρ­τη­σις κα­τά την δια­δρο­μήν του νε­ο­ελ­λη­νι­κού κρά­τους (1821-1945), Α­θή­ναι 1975, σελ. 159. – Του ι­δί­ου, Το πρώ­τον δά­νειον της Α­νε­ξαρ­τη­σί­ας, Α­θή­ναι 1970.
5. Τ. Λι­γνά­δη, Η ξε­νι­κή ε­ξάρ­τη­σις, σελ. 159.
6. «Η σύ­να­ψις των δύ­ο δα­νεί­ων κα­τά την διάρ­κειαν του Α­γώ­νος δια την Α­νε­ξαρ­τη­σί­αν, ο­δή­γη­σε το ελ­λα­δι­κόν κρα­τί­διον εις την υ­πο­τέ­λειαν, την δι­ή­κου­σαν καθ’ ό­λην την νε­ω­τέ­ραν και νε­ω­τά­την ι­στο­ρι­κήν δια­δρο­μήν αυ­τού. Συ­νε­τέ­λε­σεν εις την συ­γκε­κρι­με­νο­ποί­η­σιν της ελ­λη­νι­κής δι­χο­νοί­ας και των στό­χων του εμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου, υ­πε­βο­ή­θη­σε τας πο­λι­τι­κάς ε­πι­διώ­ξεις και βλέ­ψεις του ξέ­νου πα­ρά­γο­ντος, υ­πήρ­ξεν η μή­τρα της κυ­ή­σε­ως των ξε­νο­κι­νή­των κομ­μα­τι­κών πυ­ρή­νων και κυ­ρί­ως ε­δη­μιούρ­γη­σε την α­φε­τη­ρί­αν του πε­ρί­φη­μου Χρέ­ους της Ελ­λά­δος, το ο­ποί­ον ε­χρη­σι­μο­ποί­ουν οι ξέ­νοι, ο­σά­κις ή­θε­λον να ε­ξα­να­γκα­σθή το Έ­θνος να κύ­πτη τον αυ­χέ­να εις τα ε­πι­θυ­μί­ας των»: Τ. Λι­γνά­δη, Η ξε­νι­κή ε­ξάρ­τη­σις, σελ. 98-99.
7. «Οι πο­λι­τι­κό­ι μας και οι ξέ­νοι τρώ­γο­νταν και κα­θέ­νας κύ­τα­ζε να πε­ρι­σχί­σει η δι­κή του φα­τρί­α. Άλ­λως το ή­θε­λε Αγ­γλι­κόν, άλ­λος Ρού­σι­κον, άλ­λος Γαλ­λι­κόν… Να εί­χε­τε πο­λι­τι­κόν τον Μαυ­ρο­κορ­δά­το, να εί­χε­τε τον Κω­λέ­τη, να εί­χε­τε τον Ζα­ΐ­μη, τον Με­τα­ξά κι άλ­λους τοιού­τους, να θέ­λουν άλ­λος την Αγ­γλί­α, άλ­λος την Γαλ­λί­α, άλ­λος την Ρουσ­σί­α, άλ­λος της Α­ού­στρια κι άλ­λος την Μπαυα­ρί­α και να κά­νουν χι­λιά­δες α­ντε­νέρ­γειες και συ­χνούς εμ­φύ­λιους πο­λέ­μους… Κι ό­ποιος δεν εί­ναι εις την ση­μαί­α του Μαυ­ρο­κορ­δά­του φα­τρια­στής κι Αγ­γλι­στής, Κω­λέ­τη και Γαλ­λι­στής, Με­τα­ξά και Ρουσ­σι­στής, και εί­ναι Έλ­λη­νας δια την πα­τρί­δα του και θρη­σκεί­α του, τον α­φα­νί­ζου­νε»: Μα­κρυ­γιάν­νη, Α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, Κεφ. Γ΄ και Δ΄.
8. Βλ. Δη­μή­τρη Χα­ρα­λά­μπη, Πε­λα­τεια­κές σχέ­σεις και λα­ϊ­κι­σμός: Η ε­ξω­θε­σμι­κή συ­ναί­νε­ση στο ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα, Α­θή­να (Ε­ξά­ντας) 1989.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*