Άρδην τ. 17, Περιοδικό Άρδην

Πράσινοι… το άδοξο τέλος;

του Β. Στοϊλόπουλου

Ο ρε­α­λι­σμός, α­κό­μη και ε­νός κόμ­ματος με κα­θα­ρά οι­κο­λο­γι­κές κα­τα­βολές απορ­ρέ­ει α­πό τη λο­γι­κή της οι­κο­νο­μί­ας της α­γο­ράς και ό­χι α­πό τη συ­νε­χώς διευ­ρυ­νό­με­νη τρύ­πα του ό­ζο­ντος ή τα “κα­μώ­μα­τα” του Ελ Νί­νιο. Πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο μά­λι­στα ό­ταν η ί­δια η κοι­νω­νί­α δεν α­νέ­χε­ται “πρά­σι­να” πει­ρά­μα­τα και πε­ρι­θω­ριο­ποιεί τις “Κασ­σάν­δρες” οι­κο­λο­γι­κών Α­πο­κα­λύ­ψε­ων, που α­πο­τε­λούν τρο­χο­πέ­δη στην πρό­ο­δο της αν­θρω­πό­τη­τας!
Οι πα­ρα­πά­νω “ρε­α­λι­στι­κές”  ε­πι­ση­μάν­σεις, δεν α­φο­ρούν κά­ποιο φι­λε­λεύ­θε­ρο κόμ­μα της Νε­ο-Δε­ξιάς Ε­πο­χής μας αλ­λά την κυ­ρί­αρ­χη τά­ση των Πρα­σί­νων της Γερ­μα­νί­ας, οι ο­ποί­οι, σε συγ­χορ­δί­α με ό­λα τα γερ­μα­νι­κά κόμ­μα­τα, επέ­λε­ξαν τη μεί­ω­ση της α­νερ­γί­ας ως το κε­ντρι­κό θέ­μα της πο­λι­τι­κής τους. Η α­νά­δει­ξη ε­νός οι­κο­νο­μι­κού-κοι­νω­νι­κού θέ­μα­τος, ό­σο σο­βα­ρό και αν εί­ναι αυ­τό, α­ντί της ο­λι­στι­κής συ­στη­μι­κής κρι­τι­κής, που χα­ρα­κτή­ρι­ζε για πολ­λά χρό­νια το ι­δε­ο­λο­γι­κό ο­πλο­στά­σιο των Πρα­σί­νων, ση­μα­το­δο­τεί μια θε­με­λιώ­δη στρο­φή στο κόμ­μα. Ήταν άλ­λω­στε α­να­με­νό­με­νη, κα­θώς πρό­κει­ται για το φυ­σι­κό ε­πα­κό­λου­θο μιας “ω­ρί­μαν­σης”, που ξε­κί­νη­σε α­πό τα μέ­σα της πε­ρα­σμέ­νης δε­κα­ε­τί­ας, ό­ταν το “ρε­α­λι­στι­κό” σύν­θη­μα του “Πα­τριάρ­χη” των Πρα­σί­νων, Γιό­σκα Φί­σερ, πως “τα ο­ρά­μα­τα δεν έ­χουν θέ­ση στα κυ­βερ­νη­τι­κά έ­δρα­να”, έ­πε­σε, προ­φα­νώς, σε γό­νι­μο έ­δα­φος. Τε­λι­κό στά­διο της πρά­σι­νης “ω­ρί­μαν­σης”, που με­τέ­τρε­ψε ο­ρι­στι­κά τα “νό­θα παι­διά της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής ι­στο­ρί­ας” σε μέ­λη ε­νός κόμ­μα­τος α­κα­θό­ρι­στης ταυ­τό­τη­τας, α­πο­τε­λεί η πρό­σφα­τη α­νά­λη­ψη κυ­βερ­νη­τι­κών κα­θη­κό­ντων. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό το γε­γο­νός ό­τι μπρο­στά στο εν­δε­χό­με­νο ά­σκη­σης κυ­βερ­νη­τι­κής ε­ξου­σί­ας και ελ­λεί­ψει οι­κο­λο­γι­κής στρα­τη­γι­κής, οι Πρά­σι­νοι προ­σήλ­θαν στις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις για τον “ε­ρυ­θρο­πρά­σι­νο” κυ­βερ­νη­τι­κό συ­να­σπι­σμό μ’ έ­να και μο­να­δι­κό σύν­θη­μα: “εί­σο­δος στην κυ­βέρ­νη­ση” και μά­λι­στα “ά­νευ ό­ρων”.


Η απώλεια του ριζοσπαστισμού

Για ευ­νό­η­τους λό­γους βέ­βαια, οι Πρά­σι­νοι ε­ξα­κο­λου­θούν να ι­σχυ­ρί­ζο­νται ό­τι η πο­λι­τι­κή τους στο­χεύ­ει στον οι­κο­λο­γι­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό της βιο­μη­χα­νι­κής κοι­νω­νί­ας και τις προ­ε­κτά­σεις του στην  πα­γκό­σμια κα­τα­νο­μή του πλού­του. Το πό­σο αυ­θαί­ρε­τος εί­ναι πλέ­ον ο ι­σχυ­ρι­σμός αυ­τός μπο­ρεί να το δια­πι­στώ­σει κα­νείς αν ε­ξε­τά­σει τους δύ­ο βα­σι­κούς πυ­λώ­νες της πρό­σφα­της “ε­ρυ­θρο­πρά­σι­νης” σύ­γκλι­σης: την α­το­μι­κή ε­νέρ­γεια και τους οι­κο­λο­γι­κούς φό­ρους. Έτσι, η έ­ξο­δος α­πό τον φαύ­λο κύ­κλο της α­το­μι­κής ε­νέρ­γειας θα γί­νει δυ­να­τή μό­νο ύ­στε­ρα α­πό τη συ­γκα­τά­θε­ση του λό­μπυ της α­το­μι­κής βιο­μη­χα­νί­ας σε ευ­ρω­πα­ϊ­κό ε­πί­πε­δο και μά­λι­στα σε μια προ­ο­πτι­κή τριά­ντα ε­τών. Οι Πρά­σι­νοι πρέ­πει να α­πο­δε­χθούν ε­πί­σης ως “οι­κο­λο­γι­κή” την αύ­ξη­ση της τι­μής ό­χι μό­νο της πυ­ρη­νι­κής αλ­λά και των α­να­νε­ώ­σι­μων πη­γών ε­νέρ­γειας. Ε­ξί­σου α­πο­γο­η­τευ­τι­κή για τα “πα­ρα­στρα­τη­μέ­να παι­διά της οι­κο­λο­γί­ας” θε­ω­ρεί­ται και η συμ­φω­νί­α για ε­τή­σια φο­ρο­λο­γι­κή αύ­ξη­ση δέ­κα δραχ­μών α­νά λί­τρο βεν­ζί­νης, ό­ταν οι ί­διοι οι ρε­α­λι­στές του κόμ­μα­τος θε­ω­ρού­σαν α­να­γκαί­α, για την “οι­κο­λο­γι­κή” φο­ρο­λο­γι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση που ευαγ­γε­λί­ζο­νταν, μια πε­ντα­πλά­σια αύ­ξη­ση, χω­ρίς α­σφα­λώς να τους εν­δια­φέ­ρει και ποια κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα θα έ­πρε­πε να ση­κώ­σουν τα βά­ρη μιας τέ­τοιας φο­ρο­λο­γί­ας.
Με τις πα­ρα­πά­νω “ε­πι­τυ­χί­ες” γί­νε­ται κα­τα­νο­η­τή και η σκω­πτι­κή διά­θε­ση κά­ποιων δη­μο­σιο­γρά­φων που πα­ρα­τή­ρη­σαν ό­τι, στο Συ­νέ­δριο των Πρα­σί­νων για την ε­πι­κύ­ρω­ση της συ­νερ­γα­σί­ας με τους Σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες, η λέ­ξη “βά­τρα­χος” α­κού­στη­κε πολ­λές φο­ρές, ό­χι ό­μως για τη σω­τη­ρί­α κά­ποιου βιό­το­που των συ­μπα­θών αμ­φί­βιων αλ­λά για τους “βά­τρα­χους”, που έ­πρε­πε να κα­τα­πιούν οι ε­να­πο­μεί­να­ντες φο­ντα­με­ντα­λι­στές της βά­σης του κόμ­μα­τος, πριν να δώ­σουν, με ο­μο­λο­γου­μέ­νως συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φί­α, την συ­γκα­τά­θε­σή τους για συ­γκυ­βέρ­νη­ση. Ίσως στη πλειο­ψη­φί­α των συ­νέ­δρων να μην έ­γι­νε κα­τα­νο­η­τό ό­τι οι Πρά­σι­νοι, που ε­ξα­κο­λου­θούν να ρί­χνουν το κύ­ριο βά­ρος της πο­λι­τι­κής τους στα ε­σω­τε­ρι­κά παι­χνί­δια ε­ξου­σί­ας, κα­λού­νται πλέ­ον να στη­ρί­ξουν την ο­μα­λή έ­ντα­ξη του γερ­μα­νι­κού ε­θνι­κού κε­φα­λαί­ου στις α­παι­τή­σεις της πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νης οι­κο­νο­μί­ας της α­γο­ράς, α­κο­λου­θώ­ντας μια πιο ε­θνο­κε­ντρι­κή πο­λι­τι­κή απ’ ό,τι ο Κολ, δια­κιν­δυ­νεύ­ο­ντας έ­τσι α­κό­μη και τη συ­νο­χή της Ευ­ρω­πα­ϊ­κής Ένωσης ή τη διεύ­ρυν­σή της προς Α­να­το­λάς. Μή­πως ό­μως και η ή­πια υ­πο­νό­μευ­ση του γαλ­λο­βρε­τα­νι­κού πυ­ρη­νι­κού πλε­ο­νε­κτή­μα­τος στην Ευ­ρώ­πη α­πό τον νέ­ο Υ­πουρ­γό Ε­ξω­τε­ρι­κών Φίσ­ερ δεν ε­ξυ­πη­ρε­τεί πα­ρά μό­νο τις ε­θνι­κές στρα­τη­γι­κές της Γερ­μα­νί­ας;
Το μό­νο “εξ­τρε­μι­στι­κό” που υ­φί­στα­ται πλέ­ον στους Πρά­σι­νους, στην ε­πο­χή της πα­ντο­δυ­να­μί­ας του Γιό­σκα Φίσ­ερ, εί­ναι ο ρε­α­λι­σμός τους, και οι ση­με­ρι­νές δια­κη­ρύ­ξεις τους πε­ρί οι­κο­λο­γι­κού με­τα­σχη­μα­τι­σμού της κοι­νω­νί­ας δεν εί­ναι πα­ρά έ­νας ε­ντέ­χνως προ­βαλ­λό­με­νος μύ­θος για προ­σέλ­κυ­ση των τε­λευ­ταί­ων “ρο­μα­ντι­κών” ψη­φο­φό­ρων. Τέ­τοιες α­πό­ψεις δεν προ­έρ­χο­νται μό­νο α­πό αυ­τούς που, στη σχε­δόν ει­κο­σά­χρο­νη πο­ρεί­α των Πρα­σί­νων, ε­ξα­να­γκά­στη­καν να ε­γκα­τα­λεί­ψουν το κόμ­μα. Για τους ι­δε­ο­λο­γι­κούς κα­θο­δη­γη­τές της Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας, η πο­ρεί­α των Πρα­σί­νων προς έ­ναν ι­διό­μορ­φο τύ­πο φι­λε­λεύ­θε­ρου κόμ­μα­τος, με πιο α­να­πτυγ­μέ­νες ό­μως τις οι­κο­λο­γι­κές του ευαι­σθη­σί­ες, έ­χει ξε­κι­νή­σει προ πολ­λού, και το μό­νο που τους κά­νει πλέ­ον να ξε­χω­ρί­ζουν α­πό τους άλ­λους εί­ναι ο­ρι­σμέ­να θο­ρυ­βώ­δη συν­θή­μα­τα κά­ποιων α­με­τα­νό­η­των α­ρι­στε­ρών α­στών στους κόλ­πους τους που προ­κα­λούν ά­σκο­πες α­νη­συ­χί­ες στους πο­λί­τες. Ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος με τους Πρά­σι­νους φαί­νε­ται πως εί­ναι ο βιο­μη­χα­νι­κός κό­σμος της Γερ­μα­νί­ας, που δεί­χνει να τους ε­μπι­στεύ­ε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο απ’ ό,τι τον νέ­ο Υ­πε­ρυ­πουρ­γό Οι­κο­νο­μι­κών και Πρό­ε­δρο του Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κού κόμ­μα­τος, “κόκ­κι­νο” Ο­σκαρ Λα­φο­ντέν. Εύ­ση­μα προς τους Πρά­σι­νους για την α­πό­κτη­ση εκ μέ­ρους τους “κυ­βερ­νη­τι­κής ι­κα­νό­τη­τας” δεν πα­ρέ­λει­ψε να δώ­σει και ο αρ­χι­τέ­κτο­νας της “Ostpolitik” Έ­γκον Μπαρ, ό­πως ε­πί­σης και ο πρώ­ην Υ­πουρ­γός Ε­ξω­τε­ρι­κών της Γερ­μα­νί­ας Χαν­ς Ντί­τριχ Γκέν­σερ, που ε­κτι­μά ό­τι ο Γιό­σκα Φίσ­ερ εί­ναι ο κα­τάλ­λη­λος άν­θρω­πος για τη συ­νέ­χι­ση του έρ­γου του.

Η μέ­χρι τώ­ρα πα­ρου­σί­α των Πρα­σί­νων στην κυ­βέρ­νη­ση Σρέ­ντερ δεν έ­δει­ξε πά­ντως να ι­κα­νο­ποιεί ού­τε καν τους ρε­α­λι­στές της κομ­μα­τι­κής βά­σης. Αρ­κεί να α­να­φερ­θεί κα­νείς στον Φα­ρι­σα­ϊ­σμό που ε­πέ­δει­ξε ο α­ντι­κα­γκε­λά­ριος Φίσ­ερ στο ζή­τη­μα της έκ­δο­σης του Ο­τσα­λάν στην Γερ­μα­νί­α ή στην ι­κα­νο­ποί­η­ση του “α­ρι­στε­ρού” Πρά­σι­νου Υ­πουρ­γού Πε­ρι­βάλ­λο­ντος Τριτ­τίν σχετικά με τα πε­νι­χρά α­πο­τε­λέ­σμα­τα της συν­διά­σκε­ψης για το κλί­μα στο Μπουέ­νος Άι­ρες.
Με κα­τα­γε­γραμ­μέ­νες τις πα­ρα­πά­νω ε­ξε­λί­ξεις, το εύ­λο­γο ε­ρώ­τη­μα που τί­θε­ται εί­ναι αν η δια­χεί­ρι­ση ε­ξου­σί­ας α­πό τους Πρά­σι­νους, στο στε­νό πλαί­σιο που έ­θε­σε η συ­γκυ­βερ­νώ­σα πλειο­ψη­φί­α των Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τών, επισφράγισε ό­ντως το ά­δο­ξο τέ­λος, που πρό­σμε­ναν οι πα­ρα­δο­σια­κές δυ­νά­μεις α­πό την πρώ­τη η­μέ­ρα της πα­ρου­σί­ας των Πρα­σί­νων στο γερ­μα­νι­κό Κοι­νο­βού­λιο. Ήταν α­να­με­νό­με­νο ό­τι, λί­γα μό­λις χρό­νια με­τά το “γερ­μα­νι­κό φθι­νό­πω­ρο”, η εμ­φά­νι­ση ε­νός φο­ρέ­α ρι­ζο­σπα­στι­κής οι­κο­λο­γι­κής πο­λι­τι­κής, που α­ντλού­σε δυ­νά­μεις κα­τευ­θεί­αν α­πό πο­λυά­ριθ­μα νέ­α κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα, θα α­νη­συ­χού­σε βα­θύ­τα­τα την πο­λι­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή ε­λίτ της Γερ­μα­νί­ας και θα προ­κα­λού­σε α­να­στά­τω­ση στο πα­ρα­δο­σια­κό κομ­μα­τι­κό το­πί­ο. Και αυ­τό για­τί η ε­ναλ­λα­κτι­κή πρό­τα­ση των Πρα­σί­νων στη­ριζόταν στην πε­ποί­θη­ση με­γά­λου μέ­ρους των ο­πα­δών τους ό­τι, σε κα­θο­ρι­στι­κά θέ­μα­τα πο­λι­τι­κής ό­πως η α­το­μι­κή ε­νέρ­γεια, η οι­κο­λο­γι­κή κα­τα­στρο­φή, το ΝΑ­ΤΟ, οι ε­ξο­πλι­σμοί ή η οι­κο­νο­μι­κή α­νά­πτυ­ξη, δεν υ­φί­στα­νται ου­σια­στι­κές α­πο­κλί­σεις α­νά­με­σα στα γερ­μα­νι­κά κα­θε­στω­τι­κά κόμ­μα­τα. Οι Πρά­σι­νοι θε­ω­ρή­θη­καν δι­καί­ως τό­τε σαν τα παι­διά που “σκέ­φτο­νταν με τη καρ­διά”, που α­σκού­σαν πο­λι­τι­κή σαν βί­ω­μα και ό­χι σαν ε­πάγ­γελ­μα και αυ­το­προσ­διο­ρί­ζο­νταν σαν το κόμ­μα ε­νός πο­λύ­χρω­μου μω­σα­ϊ­κού κοι­νω­νι­κών κι­νη­μά­των. Εμ­φα­νώς α­νί­κα­νος ν’ α­φου­γκρα­στεί τα νέ­α μη­νύ­μα­τα και να ε­κτι­μή­σει σω­στά τη δυ­να­μι­κή του νέ­ου κόμ­μα­τος, ο νε­ο­ε­κλε­γείς τό­τε κυ­βερ­νη­τι­κός συ­να­σπι­σμός Χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τών – Φι­λε­λεύ­θε­ρων, κα­τέ­φυ­γε στη δαι­μο­νο­ποί­η­ση των “παι­διών με τα πά­νι­να πα­πού­τσια”. Σο­κα­ρι­σμέ­νοι εμ­φα­νί­στη­καν και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες οι ο­ποί­οι ε­ξέ­λα­βαν το α­πρό­σμε­νο γε­γο­νός πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν α­τύ­χη­μα της ι­στο­ρί­ας, που στρέ­φο­νταν ε­να­ντί­ον τους και λι­γό­τε­ρο σαν ε­μπλου­τι­σμό του δυ­τι­κο­γερ­μα­νι­κού πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος με νέ­ες ι­δέ­ες και πρό­σω­πα. Ά­πα­ντες ό­μως ευελ­πι­στού­σαν ό­τι η πα­ρου­σί­α των Πρα­σί­νων θα κα­τα­γρα­φεί σαν έ­να λυ­πη­ρό ε­πει­σό­διο στην ι­στο­ρί­α του γερ­μα­νι­κού κοι­νο­βου­λευ­τι­σμού, με προ­δια­γε­γραμ­μέ­νο το ά­δο­ξο τέ­λος του.

Από τους “θεμελιακούς” στην ενσωμάτωση

Εί­ναι γε­νι­κώς πα­ρα­δε­κτό ό­τι η δε­κα­πε­ντα­ε­τής κοι­νο­βου­λευ­τι­κή πα­ρου­σί­α των Πρα­σί­νων διεύ­ρυ­νε τους στε­νούς οι­κο­λο­γι­κούς – και ό­χι μό­νο – ο­ρί­ζο­ντες των πα­λαιών κομ­μά­των της Γερ­μα­νί­ας και συ­νέ­βα­λε στη λή­ψη μέ­τρων προ­στα­σί­ας του πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Στη Γερ­μα­νί­α, για πα­ρά­δειγ­μα, δεν κα­τα­σκευά­ζε­ται πλέ­ον κα­νέ­να ερ­γο­στά­σιο α­το­μι­κής ε­νέρ­γειας, οι πα­ρα­γό­με­νες πο­σό­τη­τες των α­πο­βλή­των μειώ­θη­καν αι­σθη­τά, ό­πως άλ­λω­στε και η κα­τα­νά­λω­ση ε­νέρ­γειας. Όλες ό­μως οι βελ­τιώ­σεις ή­ταν ε­νταγ­μέ­νες στη λο­γι­κή του υ­φι­στά­με­νου πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος και γί­νο­νταν πά­ντα με τη συ­ναί­νε­ση της οι­κο­νο­μι­κής ε­λίτ. Γι αυ­τό και ε­κεί­νο που έ­κα­νε τους Πρά­σι­νους να ξε­χω­ρί­ζουν δεν ή­ταν τό­σο οι οι­κο­λο­γι­κές τους ε­πι­τυ­χί­ες, ό­σο η ι­διό­μορ­φη ε­σω­κομ­μα­τι­κή τους ι­στο­ρί­α, που ου­σια­στι­κά ε­πι­κε­ντρώ­θη­κε σ’ έ­να βα­θειά δι­χα­στι­κό δί­λημ­μα: α­πο­δο­χή του Κοι­νο­βου­λευ­τι­σμού, στο­χεύ­ο­ντας στην α­νά­λη­ψη ε­ξου­σί­ας δί­πλα στους Σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες, ή χρη­σι­μο­ποί­η­ση του Κοι­νο­βου­λί­ου για την ευ­ρύ­τε­ρη διά­δο­ση μιας ρι­ζο­σπα­στι­κής “πρά­σι­νης πο­λι­τι­κής”. Η διαρ­κής στά­ση ο­ξύ­τα­της α­ντι­πα­λό­τη­τας των δύ­ο βα­σι­κών τά­σε­ων που ε­ξέ­φρα­ζαν το πα­ρα­πά­νω δί­λημ­μα ξα­νά­φε­ρε δρα­μα­τι­κά στην ε­πι­φά­νεια την πα­λιά διαί­ρε­ση των α­ρι­στε­ρών δυ­νά­με­ων σε με­ταρ­ρυθ­μι­στές και ε­πα­να­στά­τες και ή­ταν αυ­τό που τε­λι­κά προ­κά­λε­σε τη στα­δια­κή αλ­λοί­ω­ση της “πρά­σι­νης” ταυ­τό­τη­τας.
Οι Πρά­σι­νοι α­πέ­δει­ξαν ό­τι το οι­κο­λο­γι­κό κί­νη­μα, πα­ρό­τι ι­στο­ρι­κά  βρί­σκε­ται στη σω­στή πλευ­ρά, δυ­σκο­λεύ­ε­ται α­φά­ντα­στα στην α­ντι­με­τώ­πι­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ο­σο διά­στη­μα με­τα­μορ­φω­νό­ταν α­πό κί­νη­μα σε κόμ­μα δια­μαρ­τυ­ρί­ας και α­να­δει­κνυό­ταν σε ε­πί­κε­ντρο της πο­λι­τι­κής α­ντί­στα­σης στη Γερ­μα­νί­α, το ε­πι­κίν­δυ­νο για την ε­νό­τη­τα των Πρα­σί­νων δί­λημ­μα δεν ή­ταν στην η­με­ρή­σια διά­τα­ξη. Κα­θώς ό­μως η πο­λι­τι­κή βα­ρύ­τη­τα του κόμ­μα­τος α­να­πτυσ­σό­ταν ρα­γδαί­α, χω­ρίς ν’ α­πο­κτά την ι­κα­νό­τη­τα δια­μόρ­φω­σης πο­λι­τι­κής που θα ε­ξέ­φρα­ζε ό­λο το οι­κο­λο­γι­κό κί­νη­μα, άρ­χι­σαν και οι πρώ­τοι ε­σω­κομ­μα­τι­κοί τριγ­μοί και οι α­ντι­φά­σεις. Η έ­ξο­δος α­πό το κόμ­μα του ι­σχυ­ρού πυ­ρή­να των ι­δρυ­τών του κόμ­μα­τος που προ­έρ­χο­νταν α­πό τους Χρι­στια­νο­δη­μο­κρά­τες με αυ­στη­ρά συ­ντη­ρη­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό και που πε­ριο­ρι­ζό­ταν στην “δια­τή­ρη­ση της θε­ϊ­κής δη­μιουρ­γί­ας” αλ­λά και η μα­ζι­κή εί­σο­δος σε αυ­τό α­κτι­βι­στών, κυ­ρί­ως της ε­ξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κής α­ρι­στε­ράς, άλ­λα­ξε άρ­δην την ε­σω­κομ­μα­τι­κή “ευ­φο­ρί­α”. Κα­θο­ρι­στι­κή για τη με­τέ­πει­τα πο­ρεί­α των Πρα­σί­νων α­πο­δεί­χτη­κε η ε­κλο­γι­κή τους ε­πι­τυ­χί­α στο κρα­τί­διο της Έσ­σης το 1982, έ­να χρό­νο πριν ει­σέλ­θουν στο Γερ­μα­νι­κό Κοι­νο­βού­λιο, ό­χι τό­σο για το ε­ντυ­πω­σια­κό ε­κλο­γι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, ό­σο για­τί συ­νο­δεύ­τη­κε α­πό έ­να ι­στο­ρι­κό σχο­λια­σμό του Βίλ­λυ Μπρα­ντ, που α­να­στά­τω­σε τό­σο πο­λύ τους Πρά­σι­νους ώ­στε να τους φέ­ρει συ­χνά στα πρό­θυ­ρα της διά­λυ­σης και να τους κρα­τά α­κό­μη και σή­με­ρα, ως έ­να βαθ­μό, δι­χα­σμέ­νους. Η φρά­ση του Προ­έ­δρου της Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας ό­τι “η πλειο­ψη­φί­α βρί­σκε­ται  α­ρι­στε­ρά της Χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τι­κής Έ­νω­σης” του Χέλ­μουτ Κολ, έ­δι­νε σα­φέ­στα­τες προ­ο­πτι­κές ε­ξου­σί­ας στους Πρά­σι­νους και ή­ταν αυ­τές που έ­φε­ραν στις γραμ­μές τους, δύ­ο χρό­νια με­τά την ί­δρυ­ση του κόμ­μα­τος, την αυ­τό­νο­μη ο­μά­δα του Γιό­σκα Φίσ­ερ, ο ο­ποί­ος μέ­χρι τό­τε α­πα­ξιού­σε να συ­μπρά­ξει μα­ζί τους.
Mέ­χρι την πτώ­ση του τεί­χους του Βε­ρο­λί­νου, και πα­ρά τις ό­ποιες ε­κλο­γι­κές ε­πι­τυ­χί­ες και την ι­κα­νό­τη­τά τους να α­φο­μοιώ­νουν ε­τε­ρο­γε­νή κοι­νω­νι­κά ρεύ­μα­τα, ο α­ντα­γω­νι­σμός ρε­α­λι­στών και φο­ντα­με­ντα­λι­στών εί­χε προ­σλά­βει πλέ­ον ό­λα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ε­σω­στρέ­φειας και αυ­το­κα­τα­στρο­φής. Ο δι­χα­σμός ξε­πέ­ρα­σε τα ό­ρια της με­τω­πι­κής ι­δε­ο­λο­γι­κής α­ντι­πα­ρά­θε­σης ή των πο­λι­τι­κών α­ντι­φά­σε­ων και πε­ριε­λάμ­βα­νε πλέ­ον προ­σω­πι­κά στοι­χεί­α, σκια­μα­χί­ες που κα­τέ­λη­γαν σε φάρ­σες και πά­θη, που ί­σως δεν θα πε­ρί­με­νε κα­νείς σε τέ­τοιους πο­λι­τι­κούς χώ­ρους.
Η γερ­μα­νι­κή ε­πα­νέ­νω­ση βρή­κε τους Πρά­σι­νους ό­χι μό­νο υ­πό διά­λυ­ση αλ­λά και ε­ντε­λώς α­νέ­τοι­μους ν’ α­ντι­με­τω­πί­σουν τα νέ­α γε­ω­πο­λι­τι­κά δε­δο­μέ­να α­πό την κα­τάρ­ρευ­ση του α­να­το­λι­κού συ­να­σπι­σμού, με α­πο­τέ­λε­σμα να βρε­θούν, την “α­πο­φρά­δα” χρο­νιά της γερ­μα­νι­κής ε­πα­νέ­νω­σης, ε­κτός κοι­νο­βου­λί­ου. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στοι­χεί­ο α­νι­στό­ρητης προ­σέγ­γι­σης της νέ­ας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ή­ταν και το κε­ντρι­κό ε­κλο­γι­κό τους σύν­θη­μα: “Όλοι μι­λούν για τη Γερ­μα­νί­α, ε­μείς μι­λού­με για το και­ρό”!
H ε­κλο­γι­κή πα­νω­λε­θρί­α ε­πι­σφρά­γι­σε και την ε­σω­κομ­μα­τι­κή ήτ­τα των ε­πι­φα­νέ­στε­ρων εκ­προ­σώ­πων των φοντα­με­ντα­λι­στών, που άρ­χι­σε δυο χρό­νια νω­ρί­τε­ρα ε­ξαι­τί­ας ε­νός οι­κο­νο­μι­κού σκαν­δά­λου. Με τη στα­δια­κή α­πο­χώ­ρη­σή τους, ά­νοι­ξε διά­πλα­τα και ο δρό­μος για τον “Με­γά­λο Πρό­ε­δρο” Γιό­σκα Φίσ­ερ, που συ­στη­μα­τι­κά προ­ω­θού­σε την εκ βά­θρων α­να­νέ­ω­ση του κόμ­μα­τος και την υ­πέρ­βα­ση του φό­βου μπρο­στά στην ε­ξου­σί­α. Ή­δη, στο πρώ­το συ­νέ­δριο με­τά τις ε­κλο­γές του ’90, τέ­θη­καν οι βά­σεις για τη ση­με­ρι­νή “ρε­α­λι­στι­κή” πο­ρεί­α με α­διαμ­φι­σβή­τη­το η­γέ­τη τον τη­λε­ο­πτι­κό πλέ­ον α­στέ­ρα Φίσ­ερ, που ξε­κα­θά­ρι­σε ό­τι α­ντι­πο­λί­τευ­ση χω­ρίς προ­ο­πτι­κές πλειο­ψη­φί­ας και ε­ξου­σί­ας ση­μαί­νει υ­πο­τα­γή μπρο­στά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.


Η ώρα του Φίσερ

Η προ­σω­πι­κή ε­πι­τυ­χί­α του Φίσ­ερ, ο­κτώ χρό­νια με­τά το ε­κλο­γι­κό φιά­σκο, ο­λο­κλή­ρω­σε το ι­στο­ρι­κό πεί­ρα­μα των Πρα­σί­νων και ε­πι­σφρά­γη­σε τη νί­κη της α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας σε βά­ρος της “δη­μο­κρα­τί­ας της βά­σης”. Για ό­σους πί­στευαν στη “δη­μο­κρα­τί­α της βά­σης”, η ση­με­ρι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, με την αλ­λα­γή της φυ­σιο­γνω­μί­ας του κόμ­μα­τος, πι­στο­ποιεί το προ­α­να­φερ­θέν “ά­δο­ξο τέ­λος”. Για­τί δεν αμ­φι­σβη­τεί­ται πλέ­ον μό­νο η α­να­τρε­πτι­κή οι­κο­λο­γι­κή ταυ­τό­τη­τα των Πρα­σί­νων αλ­λά και αυ­τή α­κό­μη η ι­κα­νό­τη­τά τους για “οι­κο­λο­γι­κές” με­ταρ­ρυθ­μί­σεις και εί­ναι αμ­φί­βο­λο αν το νέ­ο κόμ­μα θα δια­τη­ρή­σει την ι­κα­νό­τη­τα ε­πι­βί­ω­σής του, ό­ταν εί­ναι γνω­στό ό­τι τα οι­κο­λο­γι­κά θέ­μα­τα θα ε­ξα­κο­λου­θή­σουν να εί­ναι η μό­νη πη­γή αυ­θε­ντι­κό­τη­τάς του. Η ο­πορ­του­νι­στι­κή προ­σαρ­μο­γή στη “Νέ­α Ε­πο­χή” και η σκιά που ρί­χνει πά­νω τους το “Νέ­ο Κέ­ντρο” του Σρέ­ντερ πι­θα­νό­τα­τα ν’ α­πο­δει­χθεί οι­κο­λο­γι­κό α­μάρ­τη­μα για τους Πρά­σι­νους, που με­σο­πρό­θε­σμα θα προ­κα­λέ­σει την πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­σή τους ή την εν­σω­μά­τω­σή τους σε άλ­λα α­ρι­στε­ρά ή και δε­ξιά κόμ­μα­τα.
Οι προ­βλέ­ψεις δεν εί­ναι και οι πλέ­ον ευ­χά­ρι­στες, κα­θώς έ­να με­γά­λο τμή­μα των νέ­ων της Γερ­μα­νί­ας α­να­ζη­τεί ή­δη αλ­λού τον ρι­ζο­σπα­στι­σμό που ε­ξέ­φρα­ζαν οι Πρά­σι­νοι άλ­λων ε­πο­χών. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό τους μι­σούς ψη­φο­φό­ρους των Πρα­σί­νων δεν α­νή­κουν στο στα­θε­ρό ε­κλο­γι­κό τους δυ­να­μι­κό, ε­νώ η α­δυ­να­μί­α τους να βρουν νέ­α μέ­λη εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό αι­σθη­τή. Μπο­ρεί αρ­κε­τοί α­πό τον κομ­μα­τι­κό μη­χα­νι­σμό των Πρα­σί­νων να ε­μπνέ­ο­νται α­κό­μη α­πό α­ρι­στε­ρές και οι­κο-σο­σια­λι­στι­κές ι­δέ­ες, ό­χι ό­μως και το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της ε­κλο­γι­κής τους πε­λα­τεί­ας, ι­διαί­τε­ρα τα με­σαί­α και τα α­νώ­τε­ρα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα, τα ο­ποί­α ου­σια­στι­κά ή­ταν αυ­τά που ώ­θη­σαν το κόμ­μα στην α­γκα­λιά των Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τών.
Βέ­βαια, πα­θια­σμέ­νες ε­σω­κομ­μα­τι­κές α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις θα συ­νε­χί­σουν να υ­πάρ­χουν στους Πρά­σι­νους, εί­τε πρό­κει­ται για τη θε­α­μα­τι­κή αύ­ξη­ση της τι­μής της βεν­ζί­νης και τη μεί­ω­ση των α­ε­ρο­πο­ρι­κών τα­ξι­διών των Γερ­μα­νών εί­τε για τις “αν­θρω­πι­στι­κές” ε­πι­δρο­μές του ΝΑ­ΤΟ και την ε­πι­στρο­φή στο προ­σκή­νιο της γε­ω­πο­λι­τι­κής α­παί­τη­σης: “the Ger­mans to the front”. Α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις, που θα κα­τα­γρα­φούν και αυ­τές στα γνω­στά α­πό το πα­ρελ­θόν ε­πι­κοι­νω­νια­κά “α­τυ­χή­μα­τα” των Πρα­σί­νων, τα ο­ποί­α θα χρειά­ζο­νται τις ε­πι­διορ­θω­τι­κές πα­ρεμ­βά­σεις του Γιό­σκα Φίσ­σερ, ε­νός ε­παγ­γελ­μα­τί­α πο­λι­τι­κού, που πέ­ρα­σε ή­δη στην ι­στο­ρί­α σαν η „προ­σω­πο­ποί­η­ση του ε­ρω­τι­σμού της ε­ξου­σί­ας“. Γι αυ­τό και δεν α­πο­κλεί­ε­ται μελ­λο­ντι­κά να δού­με τους Πρά­σι­νους του Γιό­σκα Φίσ­ερ α­κό­μη και σε μια κυ­βερ­νη­τι­κή συμ­μα­χί­α με τους Χρι­στια­νο­δη­μο­κρά­τες, ε­φό­σον βέ­βαια κα­τα­φέ­ρουν να ξε­πε­ρά­σουν το ε­κλο­γι­κό πλα­φόν του 5%. Ί­σως τό­τε να δι­καιω­θεί και ο Πρόεδρος των Γερ­μα­νών Βιο­μη­χά­νων που σε α­νύ­πο­πτο χρό­νο ε­πι­σή­μα­νε ό­τι το εν­δια­φέ­ρον για την προ­στα­σί­α του πε­ρι­βάλ­λο­ντος δεν πρέ­πει να συγ­χέ­ε­ται με α­γά­πη προς τους Πρά­σι­νους.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*