Άρδην τ. 17, Περιοδικό Άρδην

Πόσο διαρκεί το αύριο; Μια αιωνιότητα και μια μέρα

της Αιμ. Καραλή

Η ται­νί­α του Θ. Αγ­γε­λό­που­λου «Μια αιω­νιό­τη­τα και μια μέ­ρα» (χρυ­σός Φοί­νι­κας – Φε­στι­βάλ Καν­νών, 1998) εί­ναι έ­να έρ­γο δια­φο­ρε­τι­κό α­πό τα προ­η­γού­με­νά του, αλ­λά που ταυ­τό­χρο­να τα ε­μπε­ριέ­χει. Σ’αυ­τό οι α­να­φο­ρές του στην Ι­στο­ρί­α υ­πο­τάσ­σο­νται (και δεν ε­ξα­φα­νί­ζο­νται ού­τε α­κυ­ρώ­νο­νται) μέ­σα α­πό την α­να­ζή­τη­ση της συ­νεί­δη­σης, της αί­σθη­σης και της α­ντί­λη­ψής του χρό­νου.

Ο Α­λέ­ξαν­δρος, ο πρω­τα­γω­νι­στής της ται­νί­ας, εί­ναι έ­νας γνω­στός συγ­γρα­φέ­ας που θέ­λει να τε­λειώ­σει το η­μι­τε­λές Γ’ Σχε­δί­α­σμα των «Ε­λεύ­θε­ρων Πο­λιορ­κη­μέ­νων» του Δ. Σο­λω­μού. Έ­χει μια μέ­ρα ζω­ής προ­τού μπει στο νο­σο­κο­μεί­ο, προ­τού αρ­χί­σει η α­ντί­στρο­φη μέ­τρη­ση για το θά­να­τό του, το τα­ξί­δι του ­για την α­νυ­παρ­ξί­α, η κί­νη­ση προς την α­κι­νη­σί­α.
Η δέ­σμευ­ση του «δρα­μα­τι­κού χρό­νου» σε μια μέ­ρα, ξε­κι­νά ή­δη α­πό τους τρα­γι­κούς ποι­η­τές που έ­πρε­πε να δια­μορ­φώ­σουν την ε­νό­τη­τα τό­που, χρό­νου και δρά­σης σε μια υ­πό­θε­ση. Ό­μως οι πρω­τα­γω­νι­στές των τρα­γω­διών δεν εί­χαν συ­νεί­δη­ση του ­χρό­νου, ε­νώ ο Α­λέ­ξαν­δρος της «Αιω­νιό­τη­τας» έ­χει, κι αυ­τό τον κά­νει «πιο» τρα­γι­κό.
Ε­ξάλ­λου και ο «Ο­δυσ­σέ­ας» του Τζ. Τζό­ις α­πο­τε­λεί τον α­πο­λο­γι­σμό μιας μο­να­δι­κής μέ­ρας ό­που ο Λ. Μπλουμ, ο πρω­τα­γω­νι­στής μέ­σα α­πό α­ντι­στοι­χί­ες του σύγ­χρο­νου με το κλα­σι­κό κό­σμο α­νι­χνεύ­ει την η­θι­κή και πνευ­μα­τι­κή πο­ρεί­α του κό­σμου μας. Τέ­τοιες πλευ­ρές θί­γει και ο Αγ­γε­λό­που­λος.
Κοι­νή α­φε­τη­ρί­α πά­ντως η ται­νί­α έ­χει με το α­ρι­στούρ­γη­μα του Μπέρ­γκμαν «Ά­γριες φρά­ου­λες» (1957). Κι ε­κεί έ­νας ε­πι­τυ­χη­μέ­νος ε­παγ­γελ­μα­τί­ας συ­νει­δη­το­ποιεί πριν το τέ­λος του την α­πο­τυ­χη­μέ­νη ζω­ή του κι ε­πι­χει­ρεί να της δώ­σει ου­σια­στι­κό νό­η­μα.
Ο Αγ­γε­λό­που­λος διευ­ρύ­νει την προ­βλη­μα­τι­κή του Μπέρ­γκμαν, κα­θώς ο πρω­τα­γω­νι­στής του συ­νει­δη­το­ποιεί μέ­σα α­πό διά­φο­ρους δρό­μους τη ζω­ή του. Πρώ­τα μέ­σα α­πό την α­νά­μνη­ση της γυ­ναί­κας του, α­πό τη θύ­μη­ση «μιας ευ­τυ­χι­σμέ­νης μέ­ρας», μέ­ρας φω­τει­νής, χρό­νου α­ντί­στι­ξης και α­ντί­θε­σης με την «σκο­τει­νή μέ­ρα» του χρό­νου της ται­νί­ας. Ύ­στε­ρα, μέ­σα α­πό την συ­νά­ντη­σή ­του μ’ έ­να μι­κρό αλ­βα­νά­κι που κα­θα­ρί­ζει τζά­μια αυ­το­κι­νή­των στα φα­νά­ρια κι α­πο­τε­λεί τον κα­τα­λύ­τη για την συ­νει­δη­το­ποί­η­ση της ε­ξό­δου του α­πό τη ζω­ή. Και τε­λι­κά, αλ­λά ά­με­σα συν­δε­δε­μέ­να με τα προ­η­γού­με­να, μέ­σα α­πό τη συμ­βο­λι­κή του συ­νά­ντη­ση με τον Δ. Σο­λω­μό, τον ποι­η­τή που ά­φη­σε η­μι­τε­λή τα έρ­γα του για­τί «του έ­λει­παν λέ­ξεις», για­τί δεν μπο­ρού­σε να βρει τους δρό­μους ε­πι­κοι­νω­νί­ας με τον λα­ό, προ­κει­μέ­νου «να τρα­γου­δή­σει την ε­πα­νά­στα­ση, να κλά­ψει τους νε­κρούς και ν’α­να­κα­λέ­σει το χα­μέ­νο πρό­σω­πο της ε­λευ­θε­ρί­ας».
Η μου­σι­κή, η ε­πα­νά­στα­ση, ο θρή­νος και η α­να­ζή­τη­ση της ε­λευ­θε­ρί­ας δια­περ­νούν το πρό­σφα­το έρ­γο του Αγ­γε­λό­που­λου. Οι ά­ξο­νές του συ­γκλί­νουν και δο­μούν την αί­σθη­ση της έν­νοιας του ­χρό­νου, του ά­πει­ρου χρό­νου και συ­νει­δη­το­ποιεί­ται μέ­σα σε μια μέ­ρα. Αυ­τό το αί­σθη­μα, ό­μως, μπο­ρεί να α­πο­δο­θεί μό­νο μέ­σα α­πό τη γλωσ­σι­κή του έκ­φρα­ση. Η αί­σθη­ση του χρό­νου και η γλώσ­σα εί­ναι άρ­ρη­κτα δε­μέ­νες με­τα­ξύ τους.
Αυ­τή η σύν­δε­ση μέ­σα στο έρ­γο γί­νε­ται μέ­σα α­πό τις τρεις λέ­ξεις που­ μα­θαί­νει ο πρω­τα­γω­νι­στής α­πό το Aλβα­νά­κι. Λέ­ξεις που τις πλή­ρω­σε για να τις μά­θει, ό­πως -κα­τά το εύ­ρη­μα της ται­νί­ας- πλή­ρω­νε κι ο Σο­λω­μός για να μά­θει α­πό τους συ­ντο­πί­τες του λέ­ξεις της μη­τρι­κής του γλώσ­σας. Για­τί η λέ­ξη, ως έκ­φρα­ση ζω­ής, ως μέ­σο ε­πι­κοι­νω­νί­ας έ­χει α­ντί­τι­μο. εί­ναι η ο­δύ­νη και η α­γω­νί­α, ό­πως εί­πε ο Θ. Αγ­γε­λό­που­λος, του να α­νοί­ξει ο καλ­λι­τέ­χνης δρό­μους ε­πα­φής με τον κό­σμο.

«Κορ­φού­λα»

Η πρώ­τη λέ­ξη που μα­θαί­νει ο μι­κρός στον Α­λέ­ξαν­δρο, η «κορ­φού­λα», εί­ναι μια λέ­ξη α­πό δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι που ση­μαί­νει την α­γά­πη. Ο Π. Μάρ­κα­ρης την α­πέ­δω­σε στα γερ­μα­νι­κά για τον Μπρού­νο Γκα­ντς με τη λέ­ξη Herzblume  που δη­λώ­νει το φυ­τό «άν­θος της καρ­διάς», αλ­λά ση­μαί­νει και «καρ­διά που δα­κρύ­ζει» και «έ­ρω­τας που καί­ει». Τον Α­λέ­ξαν­δρο τον ση­μα­δεύ­ει η λέ­ξη, κα­θώς δεν μπό­ρε­σε ν’ α­ντα­πο­κρι­θεί στο ε­ρω­τι­κό κά­λε­σμα της γυ­ναί­κας του ό­χι για­τί δεν την α­γα­πού­σε, αλ­λά για­τί δεν ή­ξε­ρε «πως ν’ α­γα­πά­ει». Έ­ζη­σε δί­πλα σ’ αυ­τήν και την κό­ρη του, αλ­λά «ό­χι μα­ζί τους». Δεν ή­ταν κο­ντά στον πα­τέ­ρα του ό­ταν ε­κεί­νος πέ­θα­νε, για­τί βρι­σκό­ταν στη Γαλ­λί­α για την έκ­δο­ση του πρώ­του του βι­βλί­ου. Δεν μπο­ρεί πια να δεί­ξει την α­γά­πη του στη μη­τέ­ρα του, για­τί ε­κεί­νη δεν ε­πι­κοι­νω­νεί πλέ­ον με το πε­ρι­βάλ­λον της, δεν έ­χει την αί­σθη­ση του χρό­νου. Αυ­τή την α­γά­πη που δεν μπό­ρε­σε να δώ­σει κι αρ­νή­θη­κε, τε­λι­κά, να πά­ρει, προ­σπα­θεί να την κα­τα­κτή­σει την τε­λευ­ταί­α μέ­ρα μέ­σα α­πό τη σχέ­ση του με το μι­κρό.

«Ξε­νή­της»

Ξε­νή­της, εί­ναι ο ξέ­νος. Η έν­νοια ε­πα­νέρ­χε­ται συ­χνά και με διά­φο­ρους τρό­πους στο έρ­γο του Αγ­γε­λό­που­λου: Α­πό το «Τα­ξί­δι στα Κύ­θη­ρα» με τον «ξέ­νο» πρό­σφυ­γα που δεν α­νή­κει πια που­θε­νά, στον άλ­λο πρό­σφυ­γα (ή ε­ξα­φα­νι­σμέ­νο πο­λι­τι­κό;) στο «Με­τέ­ω­ρο βή­μα του πε­λαρ­γού» που διε­ρω­τά­ται «πό­σα σύ­νο­ρα πρέ­πει να πε­ρά­σου­με για να βρε­θού­με σπί­τι μας», ως τον σκη­νο­θέ­τη στο «Βλέμ­μα του Ο­δυσ­σέ­α» που κά­νει πρό­πο­ση «Στις δια­ψεύ­σεις μας, στον κό­σμο που δεν άλ­λα­ξε, ό­σο και αν τ’ ο­νει­ρευ­τή­κα­με…».
Εί­ναι «ξέ­νος» ο Α­λέ­ξαν­δρος της «Αιω­νιό­τη­τας». Ξέ­νος ό­ταν τον βλέ­που­με στην α­νά­μνη­ση της «ευ­τυ­χι­σμέ­νης μέ­ρας» να α­πα­ντά ρω­τώ­ντας «Για ποιο πράγ­μα», ό­ταν έ­νας φί­λος του τον ρω­τά «Τι λέ­ει η Α­ρι­στε­ρά» για την πι­θα­νο­λο­γού­με­νη ε­πέμ­βα­ση του στρα­τού πριν τις ε­κλο­γές του 1996 (ο ι­στο­ρι­κός χρό­νος της «ευ­τυ­χι­σμέ­νης μέ­ρας» εί­ναι λί­γο πριν τη Δι­κτα­το­ρί­α του 1967).
Εί­ναι «ξέ­νος» ο μι­κρός των φα­να­ριών και οι φί­λοι του. Ε­ξο­ρι­σμέ­νοι α­πό τον τό­πο τους, ε­ξο­ρι­σμέ­νοι στον τό­πο της πρό­σκαι­ρης ο­δυ­νη­ρής δια­μο­νής τους, ε­ξο­ρι­σμέ­νοι και στο νέ­ο τό­πο, ε­κεί, ό­που θα τους με­τα­φέ­ρει πα­ρά­νο­μα το πλοί­ο-φόρ­τη­γο.
Ξέ­νος: εί­τε ε­ξο­ρι­σμέ­νος, εί­τε αυ­το­ε­ξό­ρι­στος,εί­τε αλ­λο­δα­πός, εί­τε η­με­δα­πός, εί­τε α­μέ­το­χος, εί­τε μέ­το­χος νέ­ων ι­δε­ών και α­να­τρο­πέ­ας του ε­φη­συ­χα­σμού και της αυ­τάρ­κειας. Ξέ­νος, για­τί υ­πάρ­χουν τα σύ­νο­ρα, ό­ποια σύ­νο­ρα, για­τί πα­ντού υ­πάρ­χουν οι «άν­θρω­ποι-κρά­τη» του Βέ­ντερ­ς.

«Αρ­γα­δι­νή»

Εί­ναι η τε­λευ­ταί­α λέ­ξη που μα­θαί­νει ο μι­κρός στον Α­λέ­ξαν­δρο και ση­μαί­νει «πο­λύ αρ­γά». «Πο­λύ αρ­γά μέ­σα στη νύ­χτα», συ­μπλη­ρώ­νει ε­κεί­νος, πα­ρα­πέ­μπο­ντας στην τε­λευ­ταί­α συλ­λο­γή ποι­η­μά­των του Γιάν­νη Ρί­τσου. Εί­ναι ο χρό­νος που τε­λειώ­νει αλ­λά και ο χρό­νος του τα­ξι­διού που αρ­χί­ζει, τό­σο για το μι­κρό με­τα­νά­στη, ό­σο και για τον Α­λέ­ξαν­δρο.  εί­ναι η προ­σγεί­ω­ση του «με­τέ­ω­ρου βή­μα­τος» για το «αλ­λού».

Χρό­νος: Ο «παις πεσ­σεύ­ων» του Η­ρά­κλει­του…

Ο χρό­νος της «Αιω­νιό­τη­τας» συ­ναρ­τά­ται γύ­ρω α­πό την ε­νό­τη­τα της κί­νη­σης και της α­κι­νη­σί­ας. Στην πρώ­τη ε­νό­τη­τα της ται­νί­ας εκ­φρά­ζε­ται με την κί­νη­ση της κο­λύμ­βη­σης των παι­διών προς την νε­κρή υ­πο­θα­λάσ­σια πό­λη. Στη συ­νά­ντη­ση της  ζω­ής με την ι­στο­ρι­κή μνή­μη. Αρ­γό­τε­ρα, η κί­νη­ση του Α­λέ­ξαν­δρου να μά­θει για την αρ­ρώ­στια του συ­να­ντά την ε­πί­γνω­ση του θα­νά­του, την παύ­ση της κί­νη­σης.
Στα πλά­να των συ­νό­ρων, τα παι­διά σκαρ­φα­λω­μέ­να στα σύρ­μα­τα, α­κί­νη­τα -για­τί ο χρό­νος τα έ­χει ε­γκα­τα­λεί­ψει- κοι­τά­ζουν τη μο­να­δι­κή κί­νη­ση: Ο φύ­λα­κας α­πό τη μια με­ριά «έ­σερ­νε τα βα­ριά και φο­βε­ρά του βή­μα­τα μέ­σα στη μαυ­ρί­λα της νε­κρι­κής κοι­λά­δας». Κι α­πλώ­νει το χέ­ρι, το σκε­λε­θρω­μέ­νο: να ο τό­πος ό­που πρέ­πει να κα­τέ­βεις, (Δ. Σο­λω­μός: «Ο θά­να­τος») κι α­πό την άλ­λη ο Α­λέ­ξαν­δρος να αρ­πά­ζει το μι­κρό και να φεύ­γουν.
Στη συ­γκλο­νι­στι­κή σκη­νή ό­που τα παι­διά των φα­να­ριών, σαν τους «κα­πε­τά­νιους της άμ­μου» του Α­μά­ντο ή σαν τα ε­ξα­θλιω­μέ­να παι­διά του Ντί­κεν­ς, καί­νε τα ρού­χα του ­νε­κρού Σε­λήμ, την α­κι­νη­σί­α τους τη συ­νο­δεύ­ει η κί­νη­ση του μοι­ρο­λο­γιού τους, του α­να­κα­λή­μα­τος του νε­κρού παι­διού και των τα­ξι­διών που ή­θε­λε να ξε­κι­νή­σει.
Και στη σε­κάν­ς της δια­δρο­μής του λε­ω­φο­ρεί­ου ο χρό­νος της δια­δρο­μής πε­ρι­κλεί­ει τους τρεις ά­ξο­νες της θε­μα­το­λο­γί­ας: τον Σο­λω­μό, που δεν εκ­στο­μί­ζει το τέ­λος του ποι­ή­μα­τός του «…κι ο θά­να­τος μαυ­ρί­λα» και το ζευ­γά­ρι που λο­γο­μα­χεί για την τέ­χνη, τους μου­σι­κούς και τον κου­ρα­σμέ­νο δια­δη­λω­τή που κρα­τά την κόκ­κι­νη ση­μαί­α και μπο­ρεί τώ­ρα να κοι­μά­ται, αλ­λά εί­ναι και ο μο­να­δι­κός που δεν κα­τε­βαί­νει α­πό το λε­ω­φο­ρεί­ο. συ­νε­χί­ζει. «Η ποί­η­ση, η μου­σι­κή και η ε­πα­νά­στα­ση πά­ντα θ’ α­πα­σχο­λούν το έρ­γο μου», δη­λώ­νει ο Αγ­γε­λό­που­λος.
Στην τε­λευ­ταί­α σκη­νή, το πα­ρόν και το πα­ρελ­θόν ε­νώ­νο­νται, η «ευ­τυ­χι­σμέ­νη μέ­ρα» και η μέ­ρα του θα­νά­του συ­μπλέ­κο­νται και το τέ­λος ξα­να­γί­νε­ται αρ­χή.
Ο Δα­νός Πέ­τερ Χό­ε, στο έρ­γο του «Κο­ντά στα ό­ρια», γρά­φει πως ό­ταν κά­ποιος βλέ­πει μό­νο τον ε­αυ­τό του, τό­τε βλέ­πει μό­νο τον α­με­τά­κλη­το χρό­νο που περ­νά, το χρό­νο της κλε­ψύ­δρας. Το ά­νοιγ­μα ό­μως προς τον κό­σμο κά­νει το χρό­νο «έ­να πε­δί­ο, έ­ναν κά­μπο, μια ή­πει­ρο» για τα­ξί­δια.
Αυ­τή η τε­λευ­ταί­α α­ντί­λη­ψη του χρό­νου δια­περ­νά και την ται­νί­α του Αγ­γε­λό­που­λου. Πε­δί­ο λέ­ξε­ων, χρώ­μα αι­σθή­σε­ων, ή­χων, ζω­ής, ήτ­τας και νί­κης. πε­δί­ο ζω­ής και  μια α­πό τις αι­τί­ες ζω­ής. Ο  σκη­νο­θέ­της μας κα­λεί να α­σκη­θού­με σ’ αυ­τή την δυ­να­τό­τη­τα του χρό­νου. Προ­σω­πι­κά, για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σω μια έκ­φρα­ση του Αγ­γε­λό­που­λου για τους θε­α­τές που αγ­γί­ζουν τα έρ­γα του, εί­μαι συ­νέ­νο­χη.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*