Άρδην τ. 18, Περιοδικό Άρδην

Πέρα από τον εξευτελισμό, τι;

του Μ. Εγγλέζου

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως την θέλεις τούτο τουλάχιστον προσπάθησε όσο μπορείς: Μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στις πολλές κινήσεις κι ομιλίες. (1)

Όταν εκείνο το πρωί της Τρίτης 16 Φεβρουαρίου 1999 βλέπαμε απορημένοι τις πρεσβείες μας κατειλημμένες και τον Πάγκαλο να μιλά για «ύψιστη κτηνωδία», δεν περιμέναμε ότι τα λόγια του αυτά θα ήταν προφητικά αυτοκριτικά. Κι όταν σιγά σιγά το ψηφιδωτό συνετίθετο, τη θέση της απορίας άρχισε να καταλαμβάνει η ντροπή, η οργή κι η αηδία.

Τα γεγονότα της παράδοσης του Οτζαλάν στους Τούρκους είναι πια γνωστά και τόσο συζητημένα ώστε παρέλκει οποιαδήποτε ειδησεογραφική αναφορά σ’ αυτά. Θα προβάλλουν όμως μπροστά μας όσο θα προσπαθούμε να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα μέσα από τη μελέτη των ημερών αυτών.

ΘΕΜΑ ΑΡΧΗΣ

Εννοείται ότι πολιτικό άσυλο από την Ελλάδα στον Άπο θα έπρεπε να δοθεί. Γιατί είναι ηγέτης ενός λαού που αγωνίζεται για την πατρίδα που δεν έχει. Γιατί εχθρός του είναι ένα γενοκτόνο φασιστικό καθεστώς, αυτό που πρώτο παγκοσμίως εφήρμοσε συγκροτημένη πολιτική εθνικών εκκαθαρίσεων στο έδαφος του, που έχει σαν δόγμα το «ένας λαός -μια πατρίδα» σε μια πολυεθνική επικράτεια και που προσπαθεί με τη βία να εκτουρκίσει ή να εξαφανίσει τους μη εκλεκτούς λαούς που έχει υπο την κυριαρχία του.

Ακόμα περισσότερο θα έπρεπε να δοθεί πολιτικό άσυλο στον ηγέτη του Κουρδικού λαού, γιατί ο εχθρός του τυχαίνει να είναι και δικός μας εχθρός. Γιατί η οποιαδήποτε ενίσχυση του αγώνα του Κούρδων είναι και ενίσχυση δική μας στην αντιπαράθεση μας με την Τουρκία. Γιατί δε μας συμφέρει η αποδέσμευση ενός τεράστιου και εμπειροπόλεμου τμήματος του Τουρκικού στρατού σε περίπτωση που ηττηθεί στρατιωτικά το PKK.

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Όμως η Ελλάδα δεν είναι σε θέση αυτή τη στιγμή να πορευτεί βάσει αρχών. Κι αυτό, όχι λόγω της κυριαρχίας των ΗΠΑ και της επιβολής της βούλησης τους στον πλανήτη, όπως ίσως θα μας βόλευε να πιστεύουμε, κρύβοντας τις ευθύνες μας πίσω από μια μεμψίμοιρη αδυναμία μπροστά στους ισχυρούς της γης.

Η Ελλάδα, με δική της ευθύνη εδώ και χρόνια επέτρεψε την ανατροπή των ισορροπιών με την Τουρκία, εθελοτυφλώντας μπροστά στις προθέσεις του Τουρκικού κράτους με αποτέλεσμα να είναι ουσιαστικά όμηρος της όλος ο Ελληνισμός. Ενδεικτικά μόνο υπενθυμίζουμε πέραν του Κυπριακού ότι έχουμε εκχωρήσει εθνικό έδαφος (Ίμια), έχουμε αναγνωρίσει ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο (Μαδρίτη), εξοπλιζόμαστε όσο μας επιτρέπει η Τουρκία (S-300), έτσι ώστε να είμαστε πάντα υπό τον στρατιωτικό της έλεγχο. Από χρόνια η Τουρκία είναι σε θέση να εξαργυρώνει μια διπλωματική και στρατιωτική υπεροπλία που συστηματικά επιδίωξε την ίδια στιγμή που εμείς περί άλλων τυρβάζαμε.

Έτσι, έχοντας ταπεινωθεί και σκύψει το κεφάλι τόσες φορές ήταν σίγουρο ότι δεν θα τολμούσαμε να δώσουμε άσυλο στον Άπο. Γιατί ακόμα κι αν το θέλαμε δε θα μπορούσαμε να αντισταθούμε στις λυσσαλέες αντιδράσεις της Άγκυρας, έστω κι αν ήταν αδιάφορες οι ΗΠΑ.

Βέβαια, πιθανόν να έχει βάση και η προσέγγιση που κατά κόρον χρησιμοποιούσε η κυβέρνηση όσο ο Οτζαλάν ίπτατο πάνω από την Ευρώπη, ότι δηλαδή τυχόν χορήγηση ασύλου θα καθιστούσε το Κουρδικό μιαν ακόμα παράμετρο της Ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης εμποδίζοντας τη διεθνοποίηση του. Αυτό βέβαια το ήξεραν καλά και οι Κούρδοι, γι’ αυτό ο Άπο προσπάθησε να βρει καταφύγιο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όμως η άρνηση χορήγησης ασύλου από εμάς δε γινόταν για τη διασφάλιση της διεθνοποίησης του Κουρδικού, αλλά από αδυναμία.

Κι εμείς αυτό μπορούμε να το ανεχτούμε; Είναι δυνατό να ομολογούμε ότι πράγματι δεν είμαστε άξιοι να ενεργήσουμε με βάση αρχές και σε προστασία των συμφερόντων μας;

Η ανάγκη επιβάλλει να το κάνουμε. Οι συνθήκες δεν επέτρεπαν να δώσουμε άσυλο στον Άπο. Όμως, δεν έχουμε το δικαίωμα να σταματήσουμε εκεί. Αντίθετα, αφού διαγνώσαμε το ότι δεν μπορούμε από πολύ καιρό να λειτουργήσουμε σαν κυρίαρχη χώρα, ναι μεν προς το παρόν υποτασσόμαστε σ’ αυτή την αναγκαιότητα, αλλά συγχρόνως απεργαζόμαστε πια ένα σχέδιο εξόδου από το τέλμα αυτό και ισχυροποίησης της θέσης μας σ’ όλους τους τομείς.

Αυτό προϋποθέτει στοιχεία που μας λείπουν από το ’22, στόχους, σχεδιασμό και δουλειά για την υλοποίηση μιας εθνικής στρατηγικής.

Μόνο υπό τις παραπάνω συνθήκες θα μπορούσαμε να ελπίζουμε ότι το φιάσκο Οτζαλάν θα ήταν το τελευταίο. Όμως, τίποτα δεν δείχνει κάτι τέτοιο. Αντίθετα, ο εξευτελισμός αυτός είναι απλά ένας ακόμη σε ένα κατήφορο του οποίου το τέλος αγνοούμε. Γιατί ούτε εθνική στρατηγική υπάρχει, ούτε κίνημα για τη συγκρότηση κάποιας τέτοιας. Οι Έλληνες βρίσκονται σε έναν ευδαιμονικό στρουθοκαμηλισμό, όπου το χρηματιστήριο και η ΟΝΕ δεν είναι απλές παράμετροι αλλά μονοπωλούν και το πολιτικό πεδίο. Όμως, αυτό είναι λάθος ακόμα και για κάποιον τεχνοκράτη, όπως θα δείξουμε πιο κάτω. Από την άλλη, η ανυπαρξία κινήματος περί τα εθνικά είναι μια συνιστώσα της απουσίας μιας συνολικής εναλλακτικής πολιτικής και καταλήγει στο να διαχειρίζονται τα εθνικά θέματα είτε η ακροδεξιά (Βορειοηπειρωτικό) είτε ένας γραφικός παραπασοκικός χώρος (Κουρδικό) ο οποίος ούτε συναίσθηση της κατάστασης έχει ούτε όραμα, με αποτέλεσμα οι ενέργειες του να είναι από γραφικές έως επικίνδυνες, και όχι βέβαια για τους ίδιους.

ΟΙ ΚΟΥΡΔΟΠΑΤΕΡΕΣ

Ο τρόπος που ξεκίνησε η τραγωδία του Άπο είναι χαρακτηριστικός των παραπάνω. Η απουσία ενός σοβαρού κινήματος συμπαράστασης στον αγώνα των Κούρδων στην Ελλάδα (σε αντίθεση με την Κύπρο) είχε σαν αποτέλεσμα να αφεθεί αυτό το θέμα στα χέρια προσώπων που, στην καλύτερη περίπτωση, έπαιρναν τις επιθυμίες τους για πραγματικότητα, και δρούσαν βάσει αυτών. Έτσι, ο Άπο πείστηκε να έρθει στην Ελλάδα και να επανυποβάλει αίτηση για πολιτικό άσυλο βασισμένος στις λάθος εκτιμήσεις των Ελλήνων συμπαραστατών του, ότι δήθεν η κυβέρνηση θα έρθει σε δύσκολη θέση και θα αναγκαστεί να του δώσει άσυλο! Οποιοσδήποτε στοιχειωδώς σκεπτόμενος πολίτης θα είχε διαγνώσει την πλήρη αναξιοπιστία του κράτους και δεν θα εξέθετε τον Οτζαλάν στους λάθος χειρισμούς μια κυβέρνησης δίχως πολιτική και όραμα. Ακόμα περισσότερο σε μια συγκυρία όπου ενάμιση μήνα νωρίτερα η ίδια κυβέρνηση είχε αναγνωρίσει στην Τουρκία να μας ορίζει πόσο και πως θα εξοπλιζόμαστε (S-300)! Έτσι, ο Οτζαλάν, μη έχοντας από που πια να πιαστεί και θεωρώντας ότι τουλάχιστον οι Έλληνες φίλοι του ήξεραν τι τους γίνεται, ήρθε στην Ελλάδα.

Βέβαια, η αρνητική συμβολή των παραπάνω δεν θα υπήρχε αν η κυβέρνηση δεν ενεργούσε με τον τρόπο που ενήργησε, και δεν θα πρέπει σε καμμία περίπτωση να χρησιμεύσει για άλλοθι της. Στην καλύτερη περίπτωση, επρόκειτο για λάθος εκτίμηση της αναξιοπιστίας του κράτους. Στη χειρότερη, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε την αφέλεια τους ώστε να πέσει στα χέρια της ο Οτζαλάν, τον οποίο μετά παρέδωσε στους δήμιους του. Όποια ερμηνεία όμως και να δώσουμε, καταδεικνύει την ανυπαρξία κινήματος όχι μόνο αλληλεγγύης προς τους Κούρδους, αλλά ευρύτερα περί τα εθνικά. Γιατί ένα τέτοιο κίνημα στοιχειωδώς ανεπτυγμένο δε θα επέτρεπε σε γραφικούς να παίρνουν στο λαιμό τους ηγέτες και κινήματα. Ένα τέτοιο κίνημα θα είχε μια συνολική προβληματική για το ζήτημα, θα είχε συνδέσει το Κουρδικό με τα Ελληνοτουρκικά και θα αγωνιζόταν με την επίγνωση του ότι «Θράκη, Αιγαίο, Κύπρος και Κουρδιστάν είναι ενιαίο μέτωπο». Θα είχε απομονώσει τους όποιους ανεύθυνους και θα άρθρωνε έναν εθνικό λόγο συγκροτημένο, που θα προκαλούσε δέος κι όχι μειδιάματα.

Αυτό όμως δεν υπήρχε. Κι έτσι δεν υπάρχει κι αντίποδας στην κυβερνητική πολιτική, αφού αυτή είναι αποδεκτή από το σύνολο του πολιτικού κόσμου (και όχι των πολιτών). Κι όσο αυτό συνεχίζεται, τόσο θα χειροτερεύουν τα πράγματα. Κι αν κάποτε ελπίζαμε ότι τουλάχιστον η αφύπνιση του λαού μας θα έρθει μέσω της ομοιοπαθητικής, μέσω των διαρκών εξευτελισμών, τώρα ούτε κι αυτό είναι σίγουρο. Δεν αντιδράσαμε στα Ίμια, δεν κατεβήκαμε στους δρόμους όταν δολοφόνησαν τον Ισαάκ και το Σολωμό, δεν νοιώσαμε ντροπή με τους S-300. Θα νοιώθαμε τώρα;

ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΚΙΝΕΙΤΑΙ

Παρ’ όλα αυτά, η υπόθεση Οτζαλάν χτύπησε σε κάτι που είχαμε καιρό να χρησιμοποιήσουμε και νομίζαμε ότι το’ χουμε χάσει πια. Το φιλότιμο. Νοιώσαμε όλοι τόσο ντροπιασμένοι, τόσο εξευτιλισμένοι και αδύναμοι, που αυτό έβγαλε από μέσα μας μια οργή. Περπατούσαμε με σκυφτό το κεφάλι, στα καφενεία των χωριών και στα γραφεία των πόλεων η προδοσία του Άπο ήταν πρώτο θέμα, θέμα ονείδους. Κι αυτό δεν είχε βγει στις προηγούμενες υποχωρήσεις μας, παρ’ όλο που θα’ πρεπε. Βγήκε όμως τώρα. Στη συγκέντρωση για τα Ίμια ήμασταν 30 άτομα, στην πορεία και στη συναυλία για τον Άπο πολλές δεκάδες χιλιάδες. Ένα βουβό για χρόνια πλήθος που έδειξε στους κρατούντες ότι θα πρέπει να υπάρξουν κάποια όρια ακόμα και στον κατήφορο. Η ευαισθητοποίηση του κόσμου είναι στο εσωτερικό μια ελπίδα που αρχίζει να φαίνεται, όμως χρειάζεται η φλόγα αυτή να γίνει πυρκαγιά. Κι αυτό θα γίνει μόνο με τη συνειδητοποίηση της Τουρκικής απειλής και το ξεκίνημα μιας συζήτησης που έπρεπε να ‘χει αρχίσει από το ’74, αν όχι από το ’22. Και βέβαια, οι καρποί μιας τέτοιας συζήτησης δε θα’ ρθουν από τη μια μέρα στην άλλη. Όμως οι εξελίξεις στο Κουρδικό και στα Ελληνοτουρκικά θα έρχονται. Πρέπει λοιπόν στο μεταξύ να κάνουμε και κάτι. Και το ελάχιστο είναι η συμπαράσταση στο μόνο σοβαρό εχθρό της Τουρκίας (αφού εμείς κι η Συρία δεν είμαστε) στους Κούρδους.

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΖΩΗ

Το φιάσκο Οτζαλάν κατέγραψε επίσημα κάτι που όλοι ξέρουμε αλλά κανείς δεν τολμούσε να φωνάξει : Ότι η Τουρκία έχει σαν στόχο της να μεταβάλει την Ελλάδα σε προτεκτοράτο της. Μια τέτοια φινλανδοποίηση θα σημαίνει ότι θα ασκούμε περιορισμένη κυριαρχία στην επικράτεια μας, κι αυτή θα την καθορίζει η Τουρκία. Η τελευταία έχει πια και τα στρατιωτικά μέσα και τη διπλωματική ισχύ να το πράξει και το έχει ήδη πετύχει. Αυτό που κάνει τώρα, είναι να υλοποιεί σταδιακά τους στόχους που έχει βάλει, αποφασίζοντας η ίδια πότε και πως θα το ζητήσει. Δηλαδή η μη ολοκλήρωση των σχεδίων της Άγκυρας οφείλεται μόνο σε δικούς της προσανατολισμούς και δεν έχει να κάνει με την αποτρεπτική ικανότητα της Ελλάδας. Μετά τα Ίμια ήρθαν οι S-300. Τώρα ο Οτζαλάν. Κι είναι τεράστια η επιτυχία της Άγκυρας, αν σκεφτεί κανείς ότι δεν επέβαλε απλά την πολιτική της, αλλά μας έφερε στο σημείο να υπερασπιζόμαστε εμείς τα συμφέροντα της, να γινόμαστε ρεζίλι διεθνώς, να χαλάμε τις σχέσεις μας με τους φύσει συμμάχους μας Κούρδους και με την Κένυα, εφαρμόζοντας μια πολιτική αυτοκτονίας που υπαγορεύει ο φόβος. Ο Ντεμιρέλ δικαίως απεφάνθη θυμόσοφα ότι η Ελλάδα δεν άντεξε την πίεση της Τουρκίας και ότι πάντα βρίσκουμε τον τρόπο να αποφεύγουμε τη σύγκρουση την τελευταία στιγμή (δια της υποστολής της Ελληνικής σημαίας). Το νέο καθεστώς που έχει από χρόνια διαμορφωθεί στα Ελληνοτουρκικά δε φαίνεται να προβληματίζει τους κρατούντες, οι οποίοι αγωνίζονται για το μόνο εθνικό όραμα που αναγνωρίζουν: την ΟΝΕ, τους δείκτες της οικονομίας, τη Σοφοκλέους. Το αν αυτή θα πρέπει να είναι η προτεραιότητα μας, έχει συζητηθεί επαρκώς από πολλούς αναλυτές, έτσι ώστε να περιττεύει η εκ νέου επιχειρηματολογία εδώ. Αλλά κι αν έτσι είναι, αν πράγματι αυτοί πρέπει να είναι οι εθνικοί μας στόχοι, τότε η υπόθεση Οτζαλάν έδειξε και τα όρια αυτής της πολιτικής. Η πτώση στο Χρηματιστήριο τις ημέρες όπου το θέμα ήταν σε εξέλιξη έδειξε πόσο ευάλωτη είναι μια οικονομία που αναπτύσσεται θεωρώντας όλες τις άλλες παραμέτρους δεδομένες. Έδειξε ότι η απουσία μιας σοβαρής εξωτερικής πολιτικής μπορεί να θάψει μια οικονομία, ακόμη κι αν αυτή έχει προοπτικές. Έδειξε λοιπόν ότι μόνο σε σταθερότητα μπορεί να αναπτυχθεί η οικονομία, κι ότι αν την σταθερότητα δε μπορείς να την επιβάλεις εσύ δε θα σου τη χαρίσει κανείς. Ιδού λοιπόν κύριοι της κυβέρνησης η πρόκληση για σας. Μπορεί να μην πιστεύετε σε μια αποτρεπτική πολιτική κατά της Τουρκίας, όμως η πολιτική του κατευνασμού έφερε την Τουρκία να ορίζει και την πρόοδο της οικονομίας. Είναι σαφές ότι δεν προλαβαίνουμε να φτιάξουμε ισχυρή οικονομία ώστε μετά να αντισταθούμε. Πρώτον γιατί δε θα επιτρέψει η Τουρκία τέτοιο πράγμα και δεύτερο γιατί ούτε τότε θ’ αλλάξει η πολιτική σας. Δεν μπαίνει λοιπόν πουθενά το δίλημμα «πρώτα ισχυρή οικονομία μετά ισχυρή εξωτερική πολιτική». Αντίθετα τα δύο είναι αλληλένδετα, αφού μια αποφασιστική εξωτερική πολιτική μεγαλώνει την αξιοπιστία της χώρας και μπορεί να προσελκύσει κεφάλαια που εκτός από αποδόσεις επιζητούν και σταθερότητα, ενώ μια εξωτερική πολιτική καρπαζοεισπράκτορα θα φέρει στην οικονομία λιγότερες επενδύσεις και κυρίως επενδύσεις τζόγου, που θα έρθουν για αρπαχτή και θα φύγουν μόλις δουν τα δύσκολα, τα οποία δε θα είμαστε σε θέση να αποτρέψουμε, καταβαραθρώνοντας τελικά και την οικονομία. Αν θες λοιπόν ΟΝΕ, δεν αρκεί να είσαι καλός λογιστής πρέπει πρώτα να είσαι σοβαρός πολιτικός. Κι είναι ενδεικτικό της κατάστασης που έχουμε φτάσει, το ότι από όποια οπτική γωνία κι αν δει κανείς το θέμα, είτε από τη σκοπιά των οικονομικών και της ΟΝΕ, είτε από αυτή της εθνικής αξιοπρέπειας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, η επεξεργασία και εφαρμογή αποτρεπτικής εξωτερικής πολιτικής είναι πια μονόδρομος. Κι όμως σ’ αυτό το μονόδρομο, οι πολιτικά κρατούντες -κι όχι μόνο η κυβέρνηση- μπαίνουν αντίθετα στο ρεύμα!

ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΥΡΔΟΙ;

Η προδοσία του Άπο και η παράδοση του στους δήμιους του θα αποτελεί μια μαύρη σελίδα στην ιστορία μας. Παρ’ όλα αυτά, τα αποτελέσματα της σύλληψης του Οτζαλάν δεν είναι απαραίτητα αρνητικά για τους Κούρδους. Ο μεγαλύτερος λαός του κόσμου δίχως πατρίδα πιθανόν να ηττηθεί στρατιωτικά, δεν έχει πια βάσεις εκτός Κουρδιστάν, όμως οι Κούρδοι εξακολουθούν να είναι δεκαπέντε εκατομμύρια στην Τουρκία. Κι αν η συμμαχία Ισραήλ – Τουρκίας ενίσχυσε στρατιωτικά την τελευταία έναντι των Κούρδων, το παράδειγμα των Παλαιστινίων που μετέφεραν τον πόλεμο μέσα στο Ισραήλ δείχνει το δρόμο. Βέβαια η Τουρκία είναι ένα κράτος αδίστακτο, που δεν θα διστάσει να μετέλθει οποιοδήποτε μέσο ώστε να εξαφανίσει τους Κούρδους από το Κουρδιστάν. Από την άλλη, η διεθνής κοινή γνώμη έμαθε μ’ ένα δραματικό τρόπο την ύπαρξη των Κούρδων και μιλάει με αλληλεγγύη για τον αγώνα τους. Κι αν ο ελεύθερος Οτζαλάν είχε εχθρούς ανάμεσα και στους Κούρδους, ο Οτζαλάν δέσμιος συσπείρωσε όλες τις Κουρδικές οργανώσεις. Αν λοιπόν ο αγώνας μπορέσει να μεταφερθεί μέσα σ’ όλη την Τουρκία, όχι μόνο το Κουρδιστάν, αν η ξένη κοινή γνώμη μπορέσει να πιέσει τις κυβερνήσεις της Δύσης να δουν το πρόβλημα και να σταματήσουν να θεωρούν τους Κούρδους τρομοκράτες, τότε η Τουρκία θα βρεθεί σε δύσκολη θέση. Βέβαια, περί των εγγενών αντιφάσεων και της μέλλουσας κατάρρευσης της Τουρκίας λόγω αυτών ακούμε συνεχώς, και η Τουρκία αντί να καταρρεύσει ενδυναμώνεται. Όμως γι’ αυτό χρειάζεται αγώνας από όλους, όχι μόνο από τους Κούρδους. Στην κατάρρευση του Τουρκικού γενοκτόνου φασιστικού κράτους η Ελλάδα δε μπορεί να είναι θεατής, είτε θα συμβάλει, είτε δε θα ‘ρθει αυτή η διάλυση. Κι αν αυτό δε γίνει, τότε θα έχουμε εμείς το πρόβλημα.

ΤΙΠΟΤΑ ΑΚΑΤΟΡΘΩΤΟ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ

ΟΜΩΣ ΤΑ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΜΑΧΗ

Η συγκυρία ευνοεί τη συσπείρωση ευρύτερων στρωμάτων και απόψεων προς τη διαμόρφωση μιας εναλλακτικής πολιτικής για τα εθνικά. Η δραματική ανάδυση του Κουρδικού, αφενός, όπως ήδη δείξαμε, ευαισθητοποίησε τους Έλληνες και έστω προσωρινά τους κατέβασε στους δρόμους, αφετέρου έδειξε και τα όρια των «διεθνιστικών» προσεγγίσεων της Ελληνοτουρκικής διαφοράς. Πράγματι, το Κουρδικό και το ζήτημα της γενοκτονίας των Αρμενίων αντιμετωπίζονταν πάντα με αμηχανία από τους κοσμοπολίτες που κυριαρχούν στην πολιτική ζωή και στα ΜΜΕ, αριστερούς και δεξιούς. Γιατί στα μακρινά μας απελευθερωτικά κινήματα είναι εύκολο κι ανέξοδο να εκφράζεις αλληλεγγύη. Στα Ελληνοτουρκικά υπάρχει η γνωστή φιλοσοφία των ίσων αποστάσεων και της εξίσου ευθύνης των δύο κρατών για την ένταση. Αλλά οι Κούρδοι χαλάνε τη σούπα. Οι εκκαθαρίσεις εναντίον τους δε μπορούν να υπερπηδήθουν μέσω του διεθνισμού, ο αγώνας τους δε μπορεί να θεωρηθεί ότι οφείλεται στην εξίσου επιθετικότητα αυτών και των σφαγέων τους. Το Κουρδικό δείχνει την πολιτική της Άγκυρας, ίδια παντού, ακόμα και σ’ αυτούς που δεν τους βολεύει να την παραδεχτούν. Η ίδια πολιτική εφαρμόζεται σ’ όλη την τουρκική μεθόριο, και στο εσωτερικό. Έτσι, ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΙΛΑΣ ΓΙΑ ΚΟΥΡΔΙΚΟ ΑΝ ΔΕ ΜΙΛΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΑΙΓΑΙΟ, ΘΡΑΚΗ, ΚΥΠΡΟ: Πρόκειται για θέματα αλληλένδετα, τη σύνδεση των οποίων έχει αντιληφθεί πολύ πριν από μας η Τουρκία. Το αμυντικό της δόγμα προσανατολίζεται στην αντιμετώπιση «δυόμιση πολέμων», ένα με την Ελλάδα, ένα με τη Συρία και μισό με τους Κούρδους. Βέβαια, η ειρωνεία της ιστορίας ήθελε μόνο ο μισός πόλεμος να απασχολεί σοβαρά τους Τούρκους, αφού οι ολόκληροι τακτοποιούνται με μερικές άγριες κραυγές προς Ελλάδα και Συρία. Όμως είναι πιο σαφές ότι μόνο το ενιαίο μέτωπο από το Ντιγιαρμπακίρ μέχρι τον Έβρο μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά. Και καμμία αλληλεγγύη προς τους Κούρδους δεν μπορεί να είναι έμπρακτη αν δεν συνοδεύεται από άσκηση πίεσης προς τους Τούρκους. Η σύνθεση των μετώπων εννοεί την κατανόηση από τους εθελοτυφλούντες ότι το καθεστώς της Άγκυρας είναι το ίδιο φασιστικό στο Κουρδιστάν και στην Κύπρο, ό,τι όπως αρνείται στους Κούρδους όχι απλά μια πατρίδα αλλά την ύπαρξη τους, έτσι απειλεί να κάμει και με τη Θράκη και τα νησιά. Μόνο λοιπόν μια ενιαία αποτρεπτική πολιτική μπορεί να αποδώσει, κι αυτή τώρα θα μπορούσε να αρχίσει να διαμορφώνεται, με αιχμή τις επιτροπές συμπαράστασης στον Κουρδικό αγώνα. Οι Κούρδοι δίνουν ένα παράδειγμα που θα μπορούσαμε να ‘χομε πάρει και από την ιστορία μας αν τη γνωρίζαμε. Σε μας απόκειται να διδαχτούμε απ’ αυτό, και τότε θα τους χρωστούμε έκτος από συγνώμη και ευγνωμοσύνη.

1. Κ. Καβάφης

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*