Uncategorized, Κινηματογράφος, Μόνιμες Στήλες, Ρήξη φ. 95

Πριν τα Μεσάνυχτα

Πριν-τα-μεσάνυχτα-Αφίσα

Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από τη Ρήξη φ. 95

Ένας φίλος πριν καιρό, μου παραπονέθηκε: «δεν γράφεις κι εσύ και για καμιά ταινία, που να υπάρχει περίπτωση να τη δούμε…» Ε, λοιπόν, καλοκαίρι μπήκε, είπα κι εγώ να πάω εκεί όπου πάει ο πολύς κόσμος…

Oι θερινοί φέτος σκίζουν με τις προσφορές τους μεσοβδόμαδα –πληρώνεις ένα εισιτήριο μπαίνουν δύο. Επιστρέφουν, βλέπεις, οι παλιές καλές μέρες φτώχειας, αφού ο κινηματογράφος παραμένει η διασκέδαση του φτωχού. Ας πάω, λέω, κι εγώ στην «Αίγλη» του Ζαππείου. Φτάνω, ως συνήθως, ένα-δυο λεπτά πριν την πρώτη παράσταση. Και ω, του θαύματος! Μια τεράστια ουρά, μέχρι τα σκαλάκια του μεγάρου των αδελφών Ζάππα. Δυο-δυο στη σειρά, λες κι όλα τα ζευγάρια της Αθήνας είχαν απαντήσει σ’ ένα κοινό προσκλητήριο. Χρόνια έχω να το δω αυτό. Εγώ πάλι, κάτι η διαστροφή του επαγγέλματος, κάτι που κρατούσα μικρό καλάθι για την πολυδιαφημισμένη ταινία, φτάνω στο ταμείο μόνος μου, κάνοντας χαρούμενους τους διπλανούς μου, που συγκρίναν κι έβλεπαν διπλό το κέρδος τους: και με παρέα και μισό. Μπαίνουμε εν τέλει. Η ώρα πάει κοντά εννιά και είκοσι, μόλις έπεφταν οι τίτλοι…
Στην οθόνη ένα ιστορικό ζευγάρι, ο Τζέσι και η Σελίν, που τους υποδύονται από το 1995 οι Ίθαν Χοκ και Ζουλί Ντελπί, απ’ την πρώτη ταινία του Ρίτσαρντ Λίγκλατερ Πριν το ξημέρωμα –Αργυρή Άρκτος στο Βερολίνο–, που συνεχίστηκε με το ίδιο ζευγάρι στο Πριν Το Ηλιοβασίλεμα (2004) –υποψήφια τότε στα Όσκαρ. Τώρα, στην τρίτη της σειράς, φιγουράρει ως χώρα παραγωγής η ταπεινωμένη απ’ το Μνημόνιο Ελλάδα! Νά το, το (διαφημιστικό) μείγμα που τράβηξε απόψε στο σινεμά τόσον κόσμο. Ένα ρομαντικό μικρό «αριστούργημα», γυρισμένο στην Ελλάδα, από τον «καλό» μάλιστα, τον ανεξάρτητο ντε!, αμερικανικό κινηματογράφο, με λάμψη από «Γκόλντεν Γκλομπ» και χρυσά «Όσκαρ», με άψογα αγγλικά, βεβαιώς-βεβαίως. Ιδού το μικροαστικό όνειρο κάθε Ελληνάκου: και Αριστερός και Πλανητάρχης –δύο, ή μάλλον δεκαδύο, σε ένα!
Μόνο που τα αριστουργήματα δεν παραγγέλνονται, κι όπως έγραψε ένας κριτικός που δεν «ψάρωσε», η διαφήμιση παρέσυρε τελικά τον κόσμο, που «άλλη ταινία θα πάει να δει, κι άλλη θα του παίξουν». Πράγματι, στο διάλειμμα, κι αφού είχαμε υποστεί τις δύο από τις τέσσερις μεγάλες διαλογικές σκηνές του έργου, τούτο ήταν πια φανερό. Μια ευειδής κυρία, που καθότανε μπροστά μου, καταβροχθίζοντας με βουλιμία τις τορτίγες της, ξέσπασε στην παρέα της: «μα τον έπρηξε τον καημένο!» Ο «καημένος» ήτανε ο καλούλης και υπομονετικούλης Τζέσι, το Αμερικανάκι, ο οποίος μια ώρα ήδη βομβαρδίζονταν από την ακατάσχετη λεκτική υστερία της Παριζιάνας Σελίν. Αν το στοίχημα της ταινίας-πειράματος, μιας και οι ίδιοι ηθοποιοί παίζουν τους ίδιους ήρωες εδώ και δεκαοκτώ χρόνια, ήταν να ζωγραφίσει την κρίση στις σχέσεις ενός σύγχρονου (μικροαστικού) ζευγαριού, μετά δέκα και οκτώ χρόνια σχέσης, τελικά ό,τι καταφέρνει ήταν να ξεχειλώσει την υστερία μιας σαραντάρας.
Εννοείται πως σύσσωμη –σχεδόν– η κριτική δεν είχε την ειλικρίνεια της (επίσης ωραίας και αμήχανης σαραντάρας) κυρίας μπροστά μου. Αν και οι περισσότεροι, δικοί μας και ξένοι κριτικοί, μοιάζει να έκριναν μάλλον τις προηγούμενες ταινίες του Λίγκλατερ αντί γι’ αυτή. Κι έχει πατήματα, είναι αλήθεια, μια καλή κριτική. Οι δύο, Χοκ και Ντελπί, είναι εξαιρετικοί. Η «χημεία» μεταξύ τους όλα αυτά τα χρόνια δίνει, όπως και να το κάνουμε, υποκριτικούς καρπούς. Δίπλα τους αχνοφέγγουν κάποιοι δικοί μας, κυρίως η Αθηνά Ραχήλ Τσαγκάρη, που από σκηνοθέτις κάνει άξια το ερμηνευτικό της ντεμπούτο. Παραδίπλα η πρωταγωνίστριά της στο Attenberg Αριάν Λαμπέντ κάνει την Άννα, σ’ ένα χάρτινο ρολάκι. Η Ξένια Καλογεροπούλου καλή με την εγγλέζικη προφορά της κι ο, δικός μας επίσης, Γουώλτερ Λάσαλυ, ο βραβευμένος με Όσκαρ φωτογράφος του Ζορμπά, ο οποίος από τότε ζει στην Κρήτη, είναι ο ευσυμπάθητος γερο-Πάτρικ, ο οικοδεσπότης του ζευγαριού στην Καρδαμύλη, στη βίλλα του μακαρίτη, λάτρη της Μάνης, Πάτρικ Λη Φέρμορ, όπου έγινε το γύρισμα.
Αν όσοι προσέλθουν περιμένουν, με δικαιολογημένο καμάρι, να δουν και λίγη Ελλάδα σε μια αμερικάνικη ταινία, θα απογοητευτούν. Σκηνικό γυρίσματος είναι η διαδρομή από την Καλαμάτα στην Καρδαμύλη χωρίς όμως να έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση με το έργο. Πράγματι, θα μπορούσαν οι σκηνές αυτές να έχουν γυριστεί οπουδήποτε στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη. Η δε σκηνή στο μικρό βυζαντινό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, που κάποιους έκανε εθνικά υπερήφανους, καθώς τα «χώνει» στους Τούρκους, εμένα κακή μου φάνηκε, ίσως λόγω της κοινοτυπίας της: το αρσενικό, ο μόνιμος επιβήτωρ, το θηλυκό που πάντοτε «ζητάει». Χαζο-βλάσφημο, μα όχι με τον τρόπο ενός Μπουνιουέλ ή ενός Εμπειρίκου, που θα το έκανε ιερό.
Αυτό είναι μάλλον και το κύριο ελάττωμα της ταινίας: ο ισοπεδωτικός μικροαστισμός της. Αν το σενάριο μαζί με τις εικόνες των αρχοντικών διακοπών του ζευγαριού υπαινίσσονται κάτι το μεγαλοαστικό –ο Τζέσι είναι επιτυχημένος συγγραφέας μυθιστορημάτων και η Σελίν μεγαλο-οικολόγος της εναλλακτικής ενέργειας–, τα σουσούμια είναι μικροαστικά. Το άκρον άωτον της λογικής αυτής είναι το γεύμα στη βίλλα: Αντάξια των χειρότερων σκηνών ενός ελληνικού ψευδο-επαναστατικού, ψευδο-τάχα κινηματογράφου, αν εξαιρέσει κανείς την καλή ερμηνεία των Χοκ και Ντελπί –που έχουνε συμβάλλει και στο σενάριο– και κυρίως της Τσαγγάρη. Α, και η Άννα, μια μικρή Λολίτα στο έργο, που την παίζει η Λαμπέντ, είναι, λέει, σαιξπηρική πρωταγωνίστρια στην Επίδαυρο. Ναι, το πιστέψαμε! Ο δε συγγραφέας-πρωταγωνιστής, διανοούμενος κατά τις προθέσεις του σεναρίου, περισσότερο αναδεικνύεται ως συγγραφέας φτηνών πικάντικων ρομάντζων. Η μόνη φορά άλλωστε που πιάνει το μολύβι είναι για να υπογράψει σε μια θαυμάστριά του που «λιώνει» ωσάν τον βλέπει…
Αυτά. Πολύ χολή, βρε αδελφέ μου, καλοκαιριάτικο! Ε, όσοι πάτε να το δείτε, «με τις υγείες σας»! Και καλό καλοκαίρι!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*