Άρδην τ. 93, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Λίγα λόγια για τον ποιητή Θωμά Γκόρπα*

του Σωτήρη Σόρογκα* από το Άρδην τ. 92

Θεωρώ παρήγορες και ελπιδοφόρες τέτοιες συγκεντρώσεις, όπως αυτή σήμερα, παρά την μελαγχολία που αναδύεται  απ’ την απουσία των κεκοιμημένων φίλων μας.
Έτσι, ο Θωμάς Γκόρπας είναι πάλι ανάμεσά μας με το ντροπαλό και πονηρό του χαμόγελο, τους καπνούς των τσιγάρων του και τα «καρβουνιασμένα έχω λαμβάνειν» του.
Ποιητής μιας διαρκούς αγάπης για τη ζωή, από περίσσευμα ψυχής. Μαράζι του, το Μεσολόγγι.
«Πατρίδα μου, πρώτη μεγάλη αγάπη και πρώτη γλύκα της ζωής, χρυσάφι στα σκοτάδια μάτια μου και λάδι της ψυχής».
«Μεγάλε Δρόμε σπαραγμέ, ποιος σε ξεχνάει μόνο αυτός που έχει ξεχάσει την καρδιά του».
«Μεγάλωσα με τα “Όχι εσύ”», “Βερεσέ δεν έχει”, “Έτσι να πα να πεις της μάνας σου”.
«Πικροί κι απελπισμένοι μιας νιότης απαρηγόρητης».
Ο Γκόρπας πιστεύω ότι σε παλαιότερα χρόνια θα ήταν απ’ αυτούς που δημιουργούσαν τους στίχους των δημοτικών μας τραγουδιών. Θυμάμαι ότι όσο διάβαζα τα ποιήματά του, τόσο μεγάλωνε και ο θαυμασμός μου για το δώρο του θεού που έφερνε μέσα του.
Με παρέπεμπαν επίμονα στην πικρή ιστορία και της δικής μου ζωής, της γενιάς μου και της πατρίδας μου, σ’ έναν κόσμο δαιδαλώδη, αδιέξοδο, αμφίστομο, με τραύματα σωμάτων και ψυχών που γύρευαν απεγνωσμένα να βρουν μιαν άκρη. Ποίηση από ήχους μιας αβάστακτης ερημίας.
«Τα μεσημέρια παίζουν τάβλι με τις ώρες, παίζουν ξερή τα πενηντάρικα και τα τομάρια τρώγονται χύνουν χολή την πίνουνε οι έρημοι».
Έτσι, σαν έρημος κι αυτός, παρατηρούσε τον κόσμο σαν σε κυριακάτικη βόλτα στο Μοναστηράκι, συνομιλώντας με τη μοίρα και την φθορά.
«Παλιώνουν οι φίλοι, παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου, τα μαγαζιά όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά».
Τον Θ. Γκόρπα τον πρωτογνώρισα στο βιβλιοπωλείο «Ελπήνωρ», την δεκαετία του ’60. Φτωχός σαν το μαγαζί του – συνεταιριστικό άλλωστε με τον Κώστα Μπόζο, έναν γλυκύτατο άνθρωπο που δούλευε ταυτόχρονα και σ’ έναν φούρνο. Εκεί σύχναζαν, θυμάμαι, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Γιώργος Αριστινός, ο σκηνοθέτης Δαμιανός, αλλά και πολλοί ακόμα, σχολιαστές των νέων εκδόσεων ή των εν γένει γεγονότων. Ο Γκόρπας ήτανε κραυγαλέα ιδιότυπος και το πρόσωπό του αντανακλούσε την ποίηση που έγραφε σαν σε καθρέφτη. Σ’ ένα αδημοσίευτο δύστιχο, που επρόκειτο να δημοσιευτεί μαζί με άλλα ποιήματα, στο περιοδικό Σπείρα, έγραφε:
«Κομμουνιστής στα λάχανα
και στα λεφτά χασάπης».
Ή, στο γνωστό στίχο του, «Ο Σεφέρης επιτέλους πέθανε οριστικά». Οι ακραίες θέσεις με γοήτευαν, παρά το ότι σπάνια συμφωνούσα μαζί τους. Θυμάμαι και τον Εγγονόπουλο: Όταν του είπα πως αγαπούσα τον Σεφέρη, μου λέει ευγενικά: «Μα, κύριε Σόρογκα –έτσι μιλούσε σε όλους– τι βρίσκετε στον κύριο Σεφεριάδη»;
Ωστόσο, ο Γκόρπας, παρά τους επιθετικούς ακροβατισμούς του, ήταν εξαιρετικά τρυφερός έως σπαρακτικός. Απλώς είχε την δική του ποιητική μέθοδο απόκρυψης που την χρησιμοποιούσε σαν βάλσαμο κατά των δακρύων:
«Έχω μαζέψει κουρέλια απ’ τα ντρίλια του πατέρα μου λουλούδια της θάλασσας μεσολογγίτικα χαμομήλια…»
«Θυμάμαι κάτι παλιές εικόνες στην πατρίδα μου βράδια καλοκαιρινά κοντά στη θάλασσα ώρες γεμάτες πίκρα ανεξήγητη που εξηγήθηκε αργότερα».
«Έρημες ομορφιές, έρημες γυναίκες, έρημες ιδεολογίες, στον τόπο τους πια δε φυτρώνει τίποτα».
«Πουλιώνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω».
Με τον Γκόρπα πηγαίναμε συχνά σε ταβέρνες και χαιρόμουν ν’ ακούω τις διηγήσεις του, που μπαινόβγαιναν απ’ την αλήθεια στο παραμύθι και απ’ την αποδοχή στην απόρριψη. Ο λόγος του στις συντροφιές ήτανε ένα  γοητευτικό κράμα από ακραίες και παράδοξες πολιτικές παρατηρήσεις και μυθεύματα σαν προεκτάσεις  φαντασιώσεων. Πιστεύω ότι ζούσε κι αυτός ένα δράμα, όπως όλοι μας, βιώνοντας τον παραλογισμό της ζωής μας σ’ όλες τις εκφάνσεις.
«Να μη χαθούμε μες στην ερημιά του κόσμου, έλεγε, χαθήκαμε μες σε κατάμεστο ξενυχτάδικο άγγελοι μετανάστες σε αθηναϊκό υπόγειο ουρανό. Το πρωί μου τηλεφώνησε να μάθει αν τη θέλω ακόμα. Δεν σ’ ακούω της είπα, πάρε το μηδέν. Αλλά εκείνη πήρε λάθος… Πήρα λάθος μου είπε, να με συγχωρείτε».
Όμως για τον Γκόρπα –είναι περίεργο– με παρηγορεί η σκέψη, ότι, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, είχε και αυτός –όπως ο πυροτεχνουργός του Εγγονόπουλου– την προστασία μιας συζύγου ως φύλακα άγγελο, η οποία με την μεγάλη στοργή της και την αγάπη της «προσεύχονταν για δαύτονε».
Τα δώρα των παιδιών, επιπροσθέτως, στεφάνωσαν τη μοίρα του, γι’ αυτό και είχε χαθεί έκτοτε «απ’ την ματωμένη πιάτσα».
Η Άρτεμις, όπως βλέπουμε, τον φροντίζει ακόμα. Δεν αποκλείεται λοιπόν και όλα τα ερωτικά του ποιήματα να είχαν γραφτεί μ’ έναν μυστικό και προφητικό τρόπο, γι’ αυτήν. Αυτήν που έψαχνε μέσα στα υπόγεια ξενυχτάδικα. Αυτήν που ορκιζόταν ότι:
«Θέλω να σ’ αγαπήσω μα δεν γίνεται έχω αργήσει θέλω να σ’ αγαπήσω όσο δε μ’ αγάπησε κανένας να σκιστώ για σένα ν’ αλλάξω γειτονιά ν’ αλλάξω στέκια».
Εμείς εδώ Θωμά –παρηγορήσου και πληροφορήσου– ότι, εκτός των άλλων, ματαίως περιμένουμε ακόμα μιαν Αρτέμιδα.

*Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην εκδήλωση «Αγάπη και μνήμη», για τον Θωμά Γκόρπα, που έγινε στο Βιβλιοπωλείο IANOS, την 1η Απριλίου 2013, για τα 10 χρόνια από τον θάνατο του ποιητή.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*