Uncategorized, Βόρεια Αμερική, Διεθνή, Ευρώπη

Ο νέος Ψυχρός Πόλεμος και η «αμερικανίδα» καγκελάριος

af14

Του Βασίλη Στοϊλόπουλου από το Άρδην τ. 98

Πέρασαν ήδη 25 χρόνια από την ολοκληρωτική αποκαθήλωση της κομμουνιστικής ουτοπίας και από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, που έδωσε την ευκαιρία στους νικητές, ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού, να πανηγυρίζουν για το «τέλος της Ιστορίας» και την επερχόμενη «μεταϊδεολογική» εποχή της εξάλειψης των εθνών. Όμως, η βεβαιότητα ότι η «αναίμακτη νίκη» του φιλελευθερισμού, των δημοκρατικών ιδεών και της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας θα έφερνε την αιώνια pax Americana, αποδείχτηκε γρήγορα μια από τις μεγαλύτερες πλάνες της Ιστορίας. Σε όλο αυτό το διάστημα των επικίνδυνων ψευδαισθήσεων, αντί της διακηρυγμένης maxima harmonia mundi και της παγκόσμιας διακυβέρνησης στη βάση του δυτικού διαφωτισμού, οι ΗΠΑ, ως η μόνη ηγεμονική δύναμη, προκάλεσαν με τις συνεχείς «ανθρωπιστικές παρεμβάσεις» τους τον όλεθρο και την καταστροφή σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης.
Από την εποχή του Μπους του πρεσβύτερου η συμμετοχή των ΗΠΑ και των πρόθυμων συμμάχων της στους πολέμους της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας είχαν, παρά τη διεθνή τους διάσταση, χαρακτηριστικά τοπικής στρατιωτικής αναμέτρησης. Αντίθετα, με την αποσταθεροποίηση που προκάλεσαν οι Δυτικοί πριν ένα χρόνο στην Ουκρανία, ήλθαν στο προσκήνιο, σε συνδυασμό με την αλόγιστη και προβοκατόρικη επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, χαρακτηριστικά ενός νέου Ψυχρού Πολέμου. Μόνο που αυτή τη φορά η νέα αντιπαράθεση Δύσης-Ανατολής, όπως όλα δείχνουν, εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα των ΗΠΑ και στρέφεται κατάφορα όχι μόνο κατά της Ρωσίας άλλα και κατά της Ευρώπης και μάλιστα της –γεωοικονομικά– γερμανικής Ευρώπης. Η πρόσφατη, σχεδόν ομόφωνη απόφαση του αμερικανικού κογκρέσου για το ουκρανικό ζήτημα, που επιμελώς αποσιωπήθηκε από τα διεθνή ΜΜΕ, σηματοδοτεί ουσιαστικά την επίσημη έναρξη υπονόμευσης της Ρωσίας και του νέου Ψυχρού Πολέμου: εξοπλισμός της Ουκρανίας, απαξίωση και απομόνωση της Ρωσίας, ενίσχυση του ΝΑΤΟ, αποκλεισμός της Ρωσίας από την ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου (1). Ήδη οι στρατιωτικές ασκήσεις του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη και τη Βαλτική είναι καθημερινό φαινόμενο, ενώ τους τελευταίους οκτώ μήνες καταγράφηκαν σαράντα αεροπορικές εμπλοκές μεταξύ νατοϊκών δυνάμεων και Ρωσίας (2).
Μπορεί όμως να υπάρξει και πάλι ένα νέο σιδηρούν παραπέτασμα στην Ευρώπη και μάλιστα σε μια περίοδο de facto ακυβερνησίας στην Ουάσιγκτον, όπου τα δυο πολιτικά κόμματα που εναλλάσσονται διαχρονικά στην εξουσία παραμένουν συνήθως αδιάλλακτα στις διαμετρικά αντίθετες θέσεις τους, μπλοκάροντας το ένα το άλλο; Κάθε εχέφρων άνθρωπος θα συμφωνούσε πως κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο, καθώς τα εθνικά συμφέροντα της Γερμανίας και της Ρωσίας συγκλίνουν σε πολλά σημεία, όπως συχνά αποδείχτηκε στο παρελθόν. Άλλωστε από την εμφάνιση της ενιαίας Γερμανίας του Βίσμαρκ και την πολιτική της επαναπροσέγγισης Γερμανίας-Ρωσίας των Ραττενάου και Στρέζεμαν κατά τον μεσοπόλεμο, μέχρι την επιτυχημένη γερμανική Ostpolitik τεσσάρων καγκελαρίων πριν τη Μέρκελ (Μπραντ, Σμιτ, Κολ και Σρέντερ) οι σχέσεις Βερολίνου-Μόσχας, παρά τα όποια προβλήματα, ήταν καθοριστικές για την ειρήνη και ασφάλεια στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Πολύ περισσότερο σήμερα που ο κλιμακούμενος βρετανικός ευρωσκεπτικισμός, η συνεχιζόμενη εξάντληση της Γαλλίας και οι τάσεις απομονωτισμού των ΗΠΑ αφήνουν ελεύθερο πεδίο δράσης, θα περίμενε κανείς πως η οικονομική υπερδύναμη Γερμανία θα επιδίωκε όχι μόνο την εμβάθυνση των σχέσεών της με τη Ρωσία αλλά και ν’ απαλλαγεί οριστικά από τη μεταπολεμική πολιτικοστρατιωτική κηδεμονία και χειραγώγησή της από την αμερικανική υπερδύναμη, να αποκτήσει μετά από 70 χρόνια και πάλι την πλήρη εθνική της κυριαρχία (3) και να σταματήσει τον μεταπολεμικό μαζικό εξαμερικανισμό της γερμανικής κοινωνίας (γλώσσα, μουσική, πολιτισμός, συνήθειες, κ.λπ.) αποκτώντας ξανά γερμανική Leitkultur.
Έχει όμως η χώρα «των ποιητών και διανοητών» με καγκελάριο τη Μέρκελ την πολιτική βούληση να αναπτύξει μια νέα Ostpolitik και να αποτρέψει τον επερχόμενο Ψυχρό Πόλεμο που επιδιώκουν με φανατισμό τα στρατιωτικά γεράκια της Ουάσινγκτον, οι στρατοκράτες του ΝΑΤΟ, οι νεοσυντηρητικοί του αμερικανικού «Τη Πάρτι,» τα λόμπυ της πολεμικής βιομηχανίας και οι νεοφιλελεύθεροι δημοκρατικοί του Κογκρέσου; Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Γερμανία είναι σήμερα βαθειά διχασμένη στο ζήτημα της Ουκρανίας και αδυνατεί να παίξει έναν εποικοδομητικό γεωπολιτικό ρόλο σαν Κεντρική Δύναμη, μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η φιλοατλαντική στάση για ένα μεγάλο μέρος της μεταψυχροπολεμικής γερμανικής ελίτ είναι δεδομένη και ξεκινά από την πεποίθηση ότι «στη νέα παγκόσμια τάξη η Γερμανία εξαρτάται από την ομαλή λειτουργία των συμμαχιών της και των εγγυημένων από αυτές διεθνών θεσμών». Γι’αυτό και διατείνεται πως «το ύψιστο συμφέρον εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας για τη Γερμάνια είναι η αξιοπιστία της στη συμμαχία», δηλαδή στην αμερικανική υπερδύναμη, και η οποία «δεν πρέπει μόνο να δηλώνεται αλλά και αποδεικνύεται» (FAZ).
Στο πλαίσιο αυτό η αντιρωσική συμμαχία κυρίως Χριστιανοδημοκρατών-Πρασίνων επιδιώκει να εμφυσήσει την ενδημούσα ρωσοφοβία της και να συντηρήσει τη «νοοτροπία του κατακτημένου» στον γερμανικό λαό και κυρίως να προωθήσει στο όνομα της πολιτικής ορθότητας την ακραία φιλοαμερικανική της προπαγάνδα στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Γερμανίας. Αιχμή του δόρατος στην προσπάθεια αυτή είναι μια πολύχρωμη, αντιπουτινική φάλαγγα αποτελούμενη από όλα τα καθεστωτικά-φιλοατλαντικά ΜΜΕ (Spiegel, Bild, Welt, Zeit, FAZ, Süddeutsche Zeitung, Tagesspiegel, taz, DW, ZDF, ARD κ.α.) μέχρι και τους «Antifa”. Ενδεικτικό παράδειγμα πολυδαίδαλης δικτύωσης του φιλοατλαντικού λόμπυ στη Γερμανία αποτελεί –σε πολιτικό επίπεδο– ο ηγετικός πυρήνας των Πρασίνων και του ιδρύματος τους Χάινριχ Μπελ, που έχουν εξαιρετικές σχέσεις με τα νεοσυντηρητικά θινκ τανκς των ΗΠΑ (4), ενώ στο δημοσιογραφικό χώρο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του εκδότη της Zeit, Josef Joffe, ο οποίος κατάφερε να είναι μέλος σε μια σειρά από φιλοαμερικανικές οργανώσεις όπως: American Academy in Berlin, American Council on Germany, American Institute for Contemporary German Studies, Trilaterale, Aspen Institute Deutschland, Atlantik-Brücke, Bilderberg, Europe’s World, Goldman Sachs Foundation, International Institute for Strategic Studies, «The American Interest».
Ο τρόπος που η γερμανική καγκελαρία «κουκούλωσε» το τεράστιο σκάνδαλο των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων στη Γερμανία από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες NSA αλλά και η ωμή παρέμβασή της να σταματήσει ο διάλογος με τη Ρωσία στο πλαίσιο του «Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης» καταδεικνύουν ότι η Μέρκελ έχει αναγάγει τη ρωσοφοβία της σε μια αξιοθρήνητη εξωτερική πολιτική που περιορίζεται σε «προτεσταντικά» κλισέ: «η Μόσχα θέτει σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή ειρήνη» και «η Αμερική είναι ένας αληθινός φίλος». Γι αυτό και ο ισχυρισμός μιας από τις μεγαλύτερες ρωσικές εφημερίδες ότι η Μέρκελ είναι η κρυφή «μηχανή της ουκρανικής κρίσης» βρίσκει, παρά τη θηριώδη προπαγάνδα, σύμφωνο μεγάλο τμήμα του γερμανικού λαού, το οποίο και την κατατάσσει στις ενισχυτικές δυνάμεις της κλιμάκωσης της ουκρανικής κρίσης, καθώς ακολουθεί μια εξωτερική πολιτική «σύμφωνα με τα γούστα της Αμερικής» που «διχάζει τη Γερμανία» (Wagenknecht). Με φανερά τα σημάδια του ανατολικογερμανικού της παρελθόντος και έχοντας την αμέριστη τη στήριξη του επίσης ανατολικογερμανού προέδρου της Γερμανίας, πρώην πάστορα Γκάουκ, η Μέρκελ αδυνατεί ν’ αντιληφτεί ότι «η υποτέλεια απέναντι στην Ουάσιγκτον δεν προστατεύει το γερμανικό λαό από αρνητικές επιπτώσεις αλλά αντίθετα τις μεγεθύνει» και ότι «αυτή η πραγματικότητα παραμένει πραγματικότητα ακόμη και αν δεν ήταν οι Αμερικανοί αυτοί που πρώτοι προκάλεσαν αναταράξεις στη Κριμαία και στην Ανατολική Ουκρανία, αλλά οι Ρώσοι»(5). Η ανεπάρκειά της στην εξωτερική πολιτική ερμηνεύεται και αν μελετήσει κανείς τις εντυπώσεις του George Packer, δημοσιογράφου του New Yorker, που διερεύνησε σε βάθος τη συμπεριφορά της «αμερικανίδας» καγκελαρίου. Η Μέρκελ, η οποία κυβερνά μια χώρα σε «βαθύ ύπνο», είναι απλά μια «μηχανή εξουσίας» και «ειδική επιστήμων πολιτικής αναισθησίας». Η «ισχυρότερη γυναίκα στον κόσμο», αλλά και εκ πεποιθήσεως η «πλέον βαρετή», έχει αναγορεύσει την «συγκινησιακή απάθεια σε πολιτική στρατηγική» και την «λεκτική αναγωγή σε επικοινωνιακή στρατηγική» (6).
Για τους επικριτές της Μέρκελ η σκέψη και μόνο ότι μέσω οικονομικών πιέσεων, του εμπάργκο και της πολιτικής της απομόνωσης θα γονατίσουν τη Ρωσία, ξαναφέρνοντάς την στην τραγική εποχή του ανεκδιήγητου Γέλτσιν, υποδηλώνει τουλάχιστον έλλειψη ρεαλιστικών στόχων. Γιατί ακόμη κι αν επιτευχθεί αυτή η διακηρυγμένη πλέον – αμερικανική Ostpolitik αλλά Ρήγκαν, το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορεί να παραμείνει όρθιο το ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα με μια γειτονική Ρωσία υποταγμένη, λεία στις ορέξεις των Δυτικών, με μια ηγεσία παρία κι έναν υπερήφανο λαό ταπεινωμένο και φτωχό. Σήμερα, η πολιτική ηγεσία της Γερμανίας μπορεί να κολακεύεται επειδή οι ανατολικοευρωπαίοι «φίλοι» της στην «Ενδιάμεση Ευρώπη» τη θεωρούν σαν το «πολυτιμότερο έθνος της Ευρώπης» (7) και οι Αμερικανοί τη θεωρούν δήθεν «ισότιμο φίλο και σύμμαχο». Δεν πρέπει όμως να ξεχνά ότι η Γεωπολιτική αλλά και η ίδια η Ιστορία δείχνουν ότι «μεταξύ Γερμανίας και Αμερικής υπάρχουν ωκεανοί, αλλά μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας υπάρχει η Μεγάλη Ιστορία».

1. www.rtdeutsch.com

2. Deutsche Wirtschaftsnachrichten, 13-11-2014

3. Εξήντα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Γερμανία στρατοπεδεύουν ακόμη 56.000 Αμερικανοί και 22.000 Βρετανοί στρατιώτες, ενώ σε γερμανικό έδαφος βρίσκονται αρκετές από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ στο εξωτερικό και ένα από τα σημαντικότερα αμερικανικά κατασκοπευτικά κέντρα του κόσμου. Επιπλέον, ο εναέριος χώρος της Γερμανίας είναι ουσιαστικά αμερικανικός.

4. Jutta Ditfurth “Krieg, Atom, Armut. Was sie reden, was sie tun: Die Grünnen”, 2011.

5. Gabor Steingart, «Der Irrweg des Westens», Handelsblatt, 8-8-2014.

6. Spiegel, 4-12-2014.

7. Δήλωση του Πολωνού ΥΠ. ΕΞ. Σικόρσκι.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*