Κινηματογράφος, Μόνιμες Στήλες, Ρήξη φ. 97

ΣινέΡήξη: September

Ψάχνοντας μια θέση στη ζωή των άλλων

 Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από τη Ρήξη φ. 97
Τη στιγμή που Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού, του Λυγίζου, γραφόταν στην λίστα των ταινιών που θα διεκδικήσουν το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, τον Μάρτιο, μια ταινία με παρόμοιο θέμα βγαίνει στις σκοτεινές αίθουσες, κάνοντας ποδαρικό για τις ελληνικές ταινίες φέτος, οι οποίες αναμένονται αρκετές και, ελπίζουμε, καλές. Η νέα ταινία της Πέννυς Παναγιωτοπούλου, September –μόδα είναι θα περάσει, ο ξενόγλωσσος (πάντα εγγλέζικος) τίτλος– διεκδικεί τα πρωτεία ακριβώς τη στιγμή που κρυάδισε και το Φθινόπωρο ήρθε.

Η ταινία είναι μια ελληνογερμανική παραγωγή και καθώς δραματουργικά η ταινία είναι μινιμαλιστική, με μια ενδιαφέρουσα σεναριακή ανέλιξη, βέβαια, το κύριο βάρος πέφτει στην πρωταγωνίστρια, την πάντοτε συγκλονιστική Κόρα Καρβούνη. Με μικρή, πλην αξιόλογη, ως σήμερα παρουσία αναλαμβάνει επάξια τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Άννας. Η Άννα, λοιπόν, είναι μια μοναχική κοπέλα λίγο πάνω από τα τριάντα της, η οποία ζει μόνη μ’ ένα σκύλο. Η εικόνα είναι σήμερα κοινή και συνηθισμένη, ιδιαίτερα στις γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, όπου σχεδόν πάντα ένας σκύλος συνοδεύει τα μοναχικά κορίτσια, αλλάζοντας την παλιότερη εικόνα της μοναχικής γυναίκας με τις γάτες.
Η Άννα όμως δεν είναι απλώς μοναχική. Η χρόνια μοναξιά της έχει γίνει και λίγο ψύχωση. Υποχόνδρια στην τάξη του σπιτιού, της δουλειάς, της ρουτίνας, παρακολουθεί σιωπηλή τους άλλους. Ο σκύλος της, ο Μανού, είναι η μόνη ζωντανή παρουσία στη ζωή της. Η αδελφή της, που ζει στο Άλμπανυ της Νέας Υόρκης, ακούγεται μόνο μια φορά στον τηλεφωνητή. Όλοι οι άλλοι, όπως η Σοφία με την οικογένειά της, μπορεί να ζουν στον διπλανό δρόμο, αλλά η Άννα τους παρακολουθεί πάντα από μακριά. Ως τη στιγμή που ο σκύλος της πεθαίνει. Τότε η Άννα θα πλησιάσει απελπισμένα την οικογένεια της Σοφίας, αλλά με συμπεριφορά παράξενη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Άννα εκτός από τη μοναξιά της κουβαλάει και έναν ιδιότυπο αυτισμό, καθόλου ασυνήθιστο στα μοναχικά κορίτσια –και αγόρια, φυσικά–, που λέγαμε. Η χρόνια συναναστροφή μόνο με το ζώο επιτείνει αυτή την στάση. Και χωρίς το σκύλο η Άννα φτάνει στα όριά της.
Η σκηνοθέτις, μοναχική κι η ίδια, αν και καθόλου αποκομμένη σαν την Άννα, περιγράφει την πρωταγωνίστριά της λιτά, με μια ελλειπτική ακολουθία πλάνων, κυρίως κοντινών με τηλεφακό και από χαμηλή γωνία (κοντρ πλονζέ). Αυτή η αντιμετώπιση στην κινηματογράφηση κάνει την Άννα ακόμα πιο απόμακρη, τυλιγμένη στα φλου του φόντου. Γύρω της δεν βλέπουμε κανένα πρόσωπο, εκτός από την οικογένεια της Σοφίας –μπαμπάς, μαμά, αγόρι, κορίτσι–, μια «τυπική», ας πούμε μεσοαστική, οικογένεια, με καινούργιο σπίτι και αυτοκίνητο, δουλειά και δάνειο. Η κάπως επίπεδη εικόνα της οικογένειας μαζί με τη λιτή εικόνα της Άννας δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για μεγάλες δραματικές εντάσεις. Αυτές ωστόσο δεν απουσιάζουν. Οι σχέσεις τους θα διαρραγούν όταν πλέον η Άννα θα παραβεί τους κανόνες της (απρόσωπης) τυπικότητας. Ομολογώ ότι η ταινία καταφέρνει να σε κρατήσει και να δώσει κι ένα ευχάριστο τέλος, παρά την πικρή απόγευση της μοναξιάς. Σ’ αυτό συμβάλλει όχι λίγο και η μουσική του Γιώργου Ζαχαρίου.
Επανέρχομαι στην πρωταγωνίστρια. Η Κόρα Καρβούνη έχει κινηματογραφική πάστα στην ερμηνεία της και μπορεί να δώσει δύναμη σ’ ένα ρόλο σαν αυτόν της Άννας. Οι οριακές ανθρώπινες συμπεριφορές άλλωστε, νομίζω πως είναι το φόρτε της. Μ’ ένα σχεδόν ανέκφραστο πρόσωπο καταφέρνει να σε παρασύρει στις εσωτερικές ερημιές του μοναχικού ανθρώπου. Οι στιγμές που απλώς στέκεται ανέκφραστη και αόρατη να κοιτάζει τους άλλους –τόσο χαρακτηριστικές των μοναχικών της πόλης– δίνουν στην ερμηνεία της το κλειδί που σφίγγει όλο το ρόλο. Δίπλα της η Μαρία Σκουλά, μια καλή ερμηνεύτρια στο σινεμά, δίνει στο ρόλο της Σοφίας την αντιφώνηση που χρειάζεται για να ξεδιπλωθεί η φιλμική δράση. Παρά το στερεότυπο, πως κανείς ηθοποιός δεν μπορεί να σταθεί δίπλα σε παιδιά και ζώα, που παρασύρουν τον θεατή στη συγκίνηση, οι δύο πρωταγωνίστριες τα καταφέρνουν καλά.
Η ταινία θυμίζει λίγο τους Απέναντι (1981) του Γιώργου Πανουσόπουλου. Μόνο που ο ερωτισμός, καυτός στον απόηχο της δεκαετίας του 1970, εδώ δεν «παίζει». Βλέπεις ό,τι ξεκίνησε τότε, με την αθρόα εισαγωγή του καταναλωτικού ηδονισμού στα καθ’ ημάς, σήμερα έχει πεθάνει δίνοντας τη θέση του σ’ έναν άνθρωπο απομονωμένο στη σύγχρονη χαώδη πόλη. Κι ο κινηματογράφος είναι εδώ για να μας δώσει, ευτυχώς, αυτή μας την εικόνα. Ο καθένας μόνος του –το αυτό και στις οικογένειες– πίσω από μία οθόνη, παρέα μ’ ένα σκύλο. Ευτυχώς δηλαδή που υπάρχει κι αυτός.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*