Διεθνή, Μέση Ανατολή

Η Αίγυπτος μετά την εξέγερση

Αναδημοσίευση από την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (28.08)
Του ειδικού απεσταλμένου της Le Monde Diplomatique ALAIN GRESH*

Με την ανατροπή του Μουμπάρακ ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση μιας επανάστασης, που όμως είναι ακόμα στις αρχές της. Παντού, στο δρόμο και στα εργοστάσια, είναι διάχυτη η επιθυμία για ελευθερία και αλλαγές, από τις οποίες θα επωφεληθούν και οι φτωχοί.

Ο Γιουσέφ Καχνέ δεν θα αναγνώριζε το μαυρόασπρο κτίριο του κεντρικού σιδηροδρομικού σταθμού του Καΐρου, στον οποίο διαδραματίζεται μία από τις ωραιότερες ταινίες του (1), η οποία γυρίστηκε το 1958 και αφηγείται τον έρωτα του φτωχού, κουτσού και χαζούλη Κεναουί για την ωραία Χανούνα. Οχι μονάχα το τεραστίων διαστάσεων άγαλμα του Φαραώ Ραμσή του 2ου έχει μεταφερθεί στο οροπέδιο της Γκίζα, αλλά η ανακαινισμένη πρόσοψη του σταθμού αστράφτει στο φως του ήλιου. Το σκηνικό δεν κατορθώνει να συγκαλύψει την απίστευτη αταξία που βασιλεύει στο εσωτερικό. Οι επιβάτες είναι υποχρεωμένοι να βρουν το δρόμο για τη σωστή αποβάθρα μέσα σε ένα εργοτάξιο που σφύζει από δραστηριότητα, ελισσόμενοι ανάμεσα σε σκαλωσιές, σε μπάζα και σωρούς λάσπης, χωρίς καμιά ενδεικτική πινακίδα. Το τρένο για τη Μεχαλάχ Ελ-Κούμπρα αναχωρεί στις 13.15. Τα βαγόνια βρόμικα, με τα παράθυρα αδιαφανή από την απλυσιά, καταλαμβάνονται εξ εφόδου. Σε δύο μονάχα από αυτά, «ανακαινισμένα», στο τέλος του συρμού, υπάρχει κλιματισμός και μπορεί να γίνει κράτηση θέσεων, σε ακριβότερες τιμές, ενώ η εξωτερική θερμοκρασία πλησιάζει τους 40°C.

Χρειάζονται περισσότερες από δύο ώρες για να φθάσει το τρένο στον προορισμό του, που βρίσκεται σε απόσταση εκατό χιλιομέτρων όλων κι όλων σε ευθεία γραμμή στα βόρεια του Καΐρου. Κανένα φυσικό εμπόδιο, καμιά ανθρώπινη αδράνεια δεν δικαιολογεί τόση βραδύτητα σε αυτή την καλλιεργημένη πεδιάδα στο δέλτα του Νείλου, μία από τις πιο εύφορες του κόσμου. Η σκονισμένη μηχανή διασχίζει γαίες τις οποίες κατατρώγουν η αλματώδης αστικοποίηση και η αύξηση του πληθυσμού.

Η Μεχαλάχ (πεντακόσιες χιλιάδες κάτοικοι, δύο εκατομμύρια για το σύνολο της επαρχίας) είναι ενδεικτική αυτών των μεσαίου μεγέθους πόλεων, που έχουν απορροφήσει σημαντικό μέρος της δημογραφικής αύξησης, καθώς τα γιγαντιαία πολεοδομικά συγκροτήματα του Καΐρου και της Αλεξάνδρειας ασφυκτιούν. Στην αρχή του 19ου αιώνα είχε το προνόμιο του μονοπωλίου των μεταξωτών, πριν γίνει ένα από τα κέντρα της αιγυπτιακής κλωστοϋφαντουργίας, η φήμη της οποίας βασίζεται στο βαμβάκι με το μακρύ, εξαιρετικής ποιότητας νήμα, που εισήγαγε κάποιος Γάλλος το 1817. Ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος (1861-1865), που στέρησε την Ευρώπη από τις αμερικανικές εισαγωγές, κατέστησε την Αίγυπτο μία από τις μεγαλύτερες εξαγωγικές χώρες βαμβακερών στον κόσμο.

ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ MISR

Μερικές εκατοντάδες μέτρα χωρίζουν το σιδηροδρομικό σταθμό από το εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας Misr, πρέπει όμως να ανοίξει κανείς δρόμο εν μέσω κυκλοφοριακού χάους, ανάμεσα στα κάρα των πλανόδιων πωλητών και το πλήθος των νέων εργατών με τα πολύχρωμα ρούχα και φουλάρια, που προσπαθούν να πάρουν, άλλος ένα λεωφορείο, άλλος ένα τρένο, άλλος ένα συλλογικό ταξί ή κάποιο «tok tok», αυτά τα παράξενα τρίκυκλα που έχουν εφευρεθεί στην Ινδία. Το εργοστάσιο λειτουργεί είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, σε τρεις οκτάωρες βάρδιες, αλλά οι γυναίκες εργάζονται μόνο στην πρωινή βάρδια που τελειώνει στις 04.00 το απόγευμα.

«Καλώς ήλθατε στο προπύργιο της αιγυπτιακής βιομηχανίας», διακηρύσσει με υπερηφάνεια μια αφίσα. Η ιστορία της εταιρείας Misr είναι συνυφασμένη με αυτήν της Αιγύπτου και της αναπτυξιακής της πολιτικής. Οταν ιδρύθηκε το 1927 από τον Ταλαάτ Χαρμπ, τον ιδρυτή της πρώτης εθνικής τράπεζας, ο οποίος ήθελε να ενισχύσει τη βιομηχανία, τις μετοχές της τις αγόρασαν επενδυτές από τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία κατείχε την Αίγυπτο, αν και η τελευταία, επισήμως, ήταν ανεξάρτητη από το 1922. Η ιδιοκτησία της εταιρείας περιήλθε σε Αιγύπτιους κατά την περίοδο 1954-1956, ενώ οι Βρετανοί αποχωρούσαν και ο πόλεμος του Σουέζ έβαζε ένα θλιβερό τέλος στην ηγεμονία τους. Εθνικοποιήθηκε το 1962 από τον Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, στο πλαίσιο των σοσιαλιστικών νόμων και της εντατικής βιομηχανοποίησης, με την υποστήριξη της Σοβιετικής Ενωσης, χαρακτηριστικά δείγματα της οποίας είναι η ίδρυση της χαλυβουργίας του Χεντουάν, την ίδια εποχή, και το υδροηλεκτρικό φράγμα του Ασουάν, που ρυθμίζει τη ροή των υδάτων του Νείλου και προσφέρει στην Αίγυπτο την απαραίτητη ηλεκτρική ενέργεια για τα μεγαλειώδη της σχέδια.

Η άνοδος στην εξουσία του Ανουάρ Ελ-Σαντάντ το 1970, σηματοδοτεί την απαρχή της πολιτικής του «infitah» (οικονομικό άνοιγμα). Στοχεύει στην προσέλκυση ιδιωτών επενδυτών και στην εκποίηση του δημόσιου τομέα· μια στρατηγική που, στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 επιταχύνθηκε με την υποστήριξη του προέδρου Μουμπάρακ. Μονάχα λίγα προπύργια, μεταξύ των οποίων το εργοστάσιο Misr, έμελλε να αντιτάξουν μια νικηφόρα αντίσταση, η οποία, όπως και η αντίστοιχη του χωριού του Αστερίξ, εμπνέει όλη τη χώρα.

ΜΝΗΜΕΙΟ ΝΑΣΕΡΙΣΜΟΥ

Στον περιφραγμένο χώρο του εργοστασίου υπάρχουν όχι μονάχα η έδρα της επιχείρησης, τα γραφεία της διοίκησης και τα τμήματα παραγωγής, αλλά και κατοικίες για τα στελέχη και τους εργάτες, ένα στάδιο, ένα νοσοκομείο, ένα θέατρο, ακόμα και μια πισίνα, προσβάσιμα σε όλους. Συνεταιριστικά καταστήματα γύρω από το εργοστάσιο προσφέρουν τρόφιμα, ρουχισμό και έπιπλα σε χαμηλές τιμές. Κάποια κτίρια έχουν εγκαταλειφθεί, όπως η καντίνα που δεν λειτουργεί πλέον – δείγμα της αδιαφορίας του κράτους. Ο επισκέπτης όμως του χώρου αναρωτιέται αν βρίσκεται μπροστά σε ένα δείγμα πατερναλιστικού καπιταλισμού δανεικού από τους Βρετανούς ή σε ένα δείγμα υπαρκτού σοσιαλισμού, απότοκου του νασερισμού.

Για ό,τι κι αν πρόκειται, το μοντέλο αυτό προκαλεί νοσταλγία σε όλη τη χώρα. Καταλαβαίνει κανείς γιατί, εκτός από τη διεκδίκηση για ελάχιστο μισθό 1.200 λιρών(2), διατυπώνεται συχνά και η διεκδίκηση για επανεθνικοποίηση των εργοστασίων που ιδιωτικοποιήθηκαν στη δεκαετία του 2000 με αμφιλεγόμενους όρους. Και το αίτημα για ισχυρό κρατικό πυλώνα της οικονομία έχει προκαλέσει τις αντιδράσεις… των ΗΠΑ. Στις 21 Μαΐου 2011, η κ. Μάργκαρετ Σκόμπι, απερχόμενη πρεσβευτής των ΗΠΑ, δήλωνε: «Τυχόν επιστροφή στις εθνικοποιήσεις θα αποθάρρυνε σημαντικά τις επενδύσεις. Η ιστορία αποδεικνύει ότι η ιδιωτικοποίηση ήταν υγιής, χρήσιμη και ωφέλιμη, καθώς βοήθησε πολλές χώρες να εξελιχθούν σε δημοκρατίες» (3).

Οπως και οι άλλοι δυτικοί συνάδελφοί της, η κ. Σκόμπι δεν είδε τίποτα και δεν άκουσε τίποτα κατά την τριετία της θητείας της. Ομως ο τύπος δημοσιεύει κάθε μέρα πληροφορίες, οι οποίες θα επέτρεπαν στην πρεσβευτή να κατανοήσει τις αμφιβολίες των Αιγυπτίων σχετικά με τα ευεργετήματα των ιδιωτικοποιήσεων. Η Δικαιοσύνη πρόσφατα ακύρωσε την ιδιωτικοποίηση της αλυσίδας καταστημάτων Ομάρ Εφέντι. Οι τριάντα χιλιάδες ψαράδες της λίμνης Μπουρλός, η οποία χωρίζεται από τη Μεσόγειο από μια λεπτή λωρίδα γης, αγωνίζονται ενάντια στην παράνομη εκχώρηση τεράστιων εκτάσεων στη βιομηχανία των ιχθυοκαλλιεργειών. Ο πολυεκατομμυριούχος σαουδάραβας πρίγκιπας Αλ-Βαλίντ Μπεν Ταλάλ, που είχε αγοράσει, το 1998, 100.000 φεντάν (420 τετραγωνικά χιλιόμετρα) καλλιεργήσιμων γαιών στα σύνορα με το Σουδάν, υποχρεώθηκε να «δωρίσει στον αιγυπτιακό λαό 75.000 φεντάν» – δηλαδή να επιστρέψει ένα μέρος από τα κλεμμένα.

Ο πρωθυπουργός Εσάμ Σαράφ χαρακτήρισε τη συμφωνία με τον πρίγκιπα «μια ενθάρρυνση για αραβικές και ξένες επενδύσεις, μέσω φιλικών διαπραγματεύσεων». Διότι η κυβέρνηση -η οποία υπαναχώρησε στη θέσπιση της προοδευτικής φορολόγησης των εισοδημάτων (που σήμερα φορολογούνται, ανεξαρτήτως ύψους, με 20%) και στη φορολόγηση των επιχειρήσεων)- καθώς και το Ανώτατο Συμβούλιο των Ενόπλων Δυνάμεων (CSFA) διατηρούν, στην οικονομία, τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Στις 5 Ιουνίου συνήψαν συμφωνία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) για ένα δάνειο τριών δισεκατομμυρίων δολαρίων, συνοδευόμενο από τις συνήθεις προϋποθέσεις για μακροοικονομική και χρηματοπιστωτική «ισορροπία». Το ίδιο το ΔΝΤ που, σε μια έκθεσή του στις 14 Απριλίου 2010, χαιρέτιζε «την υγιή μακροοικονομική πολιτική των αιγυπτιακών αρχών και τις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν από το 2004».

Οι ιδιωτικοποιήσεις της δεκαετίας του 2000 έπληξαν σκληρά τους εργαζόμενους, που απολύθηκαν κατά δεκάδες χιλιάδες, ή υποχρεώθηκαν σε όλο και πιο υποβαθμισμένες συνθήκες εργασίας (4). Στην περιοχή της Μεχαλάχ, διακόσιες είκοσι πέντε χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται στην κλωστοϋφαντουργία, αλλά μονάχα είκοσι πέντε χιλιάδες σε κρατικές επιχειρήσεις (από τους οποίους οι είκοσι τρεις χιλιάδες στη Misr) ενώ οι υπόλοιποι κατανέμονται σε εκατοντάδες επιχειρήσεων, τριάντα έξι από τις οποίες ξεπερνούν τους χίλιους εργαζόμενους. Κι ενώ στις δημόσιες επιχειρήσεις οι εργαζόμενοι εργάζονται οκτώ ώρες ημερησίως, στον ιδιωτικό τομέα εργάζονται δώδεκα ώρες, χωρίς άδεια, χωρίς κίνητρα, με το κύριο μέρος του μισθού να αποτελείται από διάφορα πριμ – χωρίς να μιλάμε για τα παιδιά κάτω των 16 ετών που πληρώνονται με ψίχουλα.

Σε μια λαϊκή συνοικία της Μεχαλάχ, το γραφείο της Αφάκ Ιχτιρακί (Σοσιαλιστικοί Ορίζοντες), μιας οργάνωσης συνδεδεμένης με το Κομμουνιστικό Κόμμα, χρησιμεύει ως σημείο συνάντησης συνδικαλιστών σε αυτή την πόλη όπου η αριστερά έχει διατηρήσει μια σημαντική παρουσία. Εχουν συγκεντρωθεί εκεί μια δωδεκάδα συνδικαλιστών, οι δύο από αυτούς είναι γυναίκες. Παλαιστινιακές σημαίες, πορτρέτα του Χαλέντ Μοχλεντίν -ενός από τους Ελεύθερους αξιωματικούς, τους συντρόφους του Νάσερ- του ίδιου του Νάσερ και του Ναμπίλ Ελ-Χιλάλι, ενός δικηγόρου που είχε αφιερώσει τη ζωή του στην προστασία των δικαιωμάτων των εργατών, κοσμούν τους τοίχους. Στους τοίχους ένα σύνθημα συνοψίζει την αγωνία απέναντι σε ένα πληθωρισμό που καταβροχθίζει τα μεροκάματα: «Οι τιμές έχουν πάρει φωτιά. Πάρτε τα μεροκάματά μας και δώστε μας να φάμε».

Πολλοί από τους συνδικαλιστές έχουν απολυθεί τα τελευταία χρόνια λόγω συμμετοχής σε απεργίες ή επειδή θέλησαν να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο συνδικάτο, καθώς η Ομοσπονδία των Αιγυπτιακών Συνδικάτων (FSE) ελεγχόταν από την εξουσία. Η Βιντνάντ Ντιμιρντάς εργάζεται στη Misr από το 1984. Με ένα πολύχρωμο μαντίλι στο κεφάλι της εκφράζεται με αποφασιστικότητα, μολονότι συχνά τη διακόπτουν οι άνδρες που παρευρίσκονται. Εξηγεί τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην προσπάθεια να συμφιλιώσει τις υποχρεώσεις της ως εργάτριας, τις οικογενειακές της υποχρεώσεις και τους συνδικαλιστικούς αγώνες. Η πρώτη απεργία ξέσπασε το 2006, για να πετύχουν την καταβολή επιδόματος επί των κερδών της επιχείρησης. Κι ενώ οι άνδρες δίσταζαν, «εμείς κατεβήκαμε στην αυλή και τους προκαλέσαμε: Πού είναι οι άνδρες; Οι γυναίκες είναι εδώ! Και μας ακολούθησαν. Από τη μέρα εκείνη όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στη Μεχαλάχ. Ολος ο κόσμος πιστεύει ότι το μέλλον είναι στα χέρια μας».

Η ΠΡΩΤΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ

Η Misr, όπως άλλοτε στη Γαλλία το εργατικό κάστρο της Renault, ενσάρκωσε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000 το «αισιόδοξο μέλλον». Μαγεμένα, όμως, από την πλατεία Ταχρίρ τα εθνικά και διεθνή ΜΜΕ ξέχασαν τις εργατικές ρίζες της επανάστασης(5). «Μας έκλεψαν την 6η Απριλίου», αναφωνεί η κ. Ντιμιρντάς. Εκείνη την ημέρα, το 2008, είχε ξεσπάσει μια εξέγερση κατά της ακρίβειας(6). Το κίνημα που κάλεσε τους πολίτες στη διαδήλωση της 25ης Ιανουαρίου 2011 χρησιμοποίησε το όνομα «6 Απριλίου», σβήνοντας όμως την προέλευσή του.

Ο Μοχαμέντ Αλτάρ, εργάτης 45 ετών, συμμετείχε κι αυτός σε όλους τους αγώνες και είχε πέσει θύμα της βίας της τρομερής Κρατικής Ασφάλειας, που παρενέβαινε στις συνδικαλιστικές εκλογές, όπως και στην καθημερινή λειτουργία του εργοστασίου – μια πρακτική που εφάρμοζε σε όλες τις επιχειρήσεις, όπως και στην προσωπική ζωή του κάθε πολίτη. «Εδώ στη Μεχαλάχ εφευρέθηκαν όλες οι μορφές αγώνα που χρησιμοποιήθηκαν κι αλλού: κατάληψη της πλατείας μπροστά στο εργοστάσιο και κατασκήνωση· έκκληση σε όλες τις κατηγορίες του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των κατοίκων των πολυτελών πολυκατοικιών του Καΐρου· ευρύ μέτωπο όλων των δυνάμεων της αντιπολίτευσης, από την αριστερά μέχρι τους Αδελφούς Μουσουλμάνους». Εδώ επίσης πρώτη φορά, τον Απρίλιο του 2008, σκίστηκαν φωτογραφίες του προέδρου Μουμπάρακ. Για να συντρίψει το κίνημα η εξουσία έκοψε την πρόσβαση στο Διαδίκτυο στην περιοχή, πριν οργανώσει, τον Οκτώβριο 2010, μια επιχείρηση προσομοίωσης της διακοπής της λειτουργίας του Διαδικτύου σε όλη τη χώρα, στην οποία όλες οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών, μεταξύ των οποίων η Mobinil, μια θυγατρική της γαλλικής Orange, συμμετείχαν ευχαρίστως(7).

Οι εργάτες είναι οι ξεχασμένοι πρωταγωνιστές της επανάστασης; «Ας θέσουμε το ερώτημα: γιατί, μέχρι σήμερα, οι εξεγέρσεις δεν έχουν ολοκληρωθεί ούτε στη Λιβύη, ούτε στην Υεμένη, ούτε στο Μπαχρέιν;», αναρωτιέται ο Μουσταφά Μπασιούνι στο Κάιρο, στα μεγάλα γραφεία όπου τα κλιματιστικά παγώνουν τον επισκέπτη κι όπου οι προετοιμασίες είναι πυρετώδεις: εδώ ετοιμάζεται η έκδοση της καθημερινής εφημερίδας «Αλ-Ταχρίρ». Ειδικός σε εργατικά και συνδικαλιστικά ζητήματα, ο συνομιλητής μας επιμείνει: «Στην Τυνησία είναι η έκκληση της Τυνησιακής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (UGTT) που έδωσε τη χαριστική βολή στο καθεστώς. Στην Αίγυπτο, η χώρα είχε στην πραγματικότητα πάψει να λειτουργεί, οι μεταφορές δεν λειτουργούσαν πλέον. Τις τελευταίες ημέρες επίσης, έγιναν εκκλήσεις για γενική πολιτική απεργία και είχαν επιτυχία. Για παράδειγμα στο Σουέζ, όπου, μεταξύ άλλων, η τσιμεντοποιία, που είχε απεργήσει το Γενάρη του 2009 για να σταματήσει η εξαγωγή τσιμέντου στο Ισραήλ κατά τη διάρκεια της ισραηλινής επίθεσης στη Γάζα, κήρυξε πολιτική απεργία» (8).

Υπάρχουν λοιπόν δύο χώρες, αυτή των μεσαίων αστικών στρωμάτων της πλατείας Ταχρίρ και εκείνη της υπόλοιπης χώρας; «Τρεις», απαντά ο Αλάα Αλ-Ντιν Αραφάτ (9), ένας νέος ερευνητής που εργάζεται στο Κέντρο Οικονομικών, Νομικών και Κοινωνικών Μελετών και Τεκμηρίωσης (CEDE) κι ο οποίος οργώνει τη χώρα, από το Βορρά στο Νότο κι από την Ανατολή στη Δύση, εδώ και δύο χρόνια. «Η μία Αίγυπτος είναι το Κάιρο, η Αλεξάνδρεια και οι μεγάλες πόλεις, όπου τα συνθήματα έθεταν κυρίως τα ζητήματα της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Η δεύτερη είναι αυτή των μεσαίου μεγέθους πόλεων και της υπαίθρου, ιδίως στην περιοχή του Δέλτα, όπου η έμφαση δινόταν στην ανεργία, στην εκπαίδευση, στις τιμές, και όπου η κριτική στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ ήταν έντονη. Η τρίτη είναι αυτή της περιφέρειας (του Σινά, ενός μέρους της Ανω Αιγύπτου, της Μάρσα Ματρούχ) όπου ετίθετο κυρίως το ζήτημα του καθεστώτος αυτών των εγκαταλελειμμένων περιοχών και της ταυτότητας των πληθυσμών τους, που συχνά περιφρονεί η κεντρική εξουσία. Τι άλλαξε από την πτώση του καθεστώτος; Το κίνημα πέτυχε την απομάκρυνση των στελεχών πρώτης γραμμής του καθεστώτος. Ομως τα στελέχη της δεύτερης και της τρίτης γραμμής παραμένουν στις θέσεις τους αμετακίνητα, με την ίδια νοοτροπία».

Στα σκαλοπάτια του Αρείου Πάγου, στο Κάιρο, τριάντα περίπου νέοι δικηγόροι έχουν οργανώσει πικετοφορία. Φωνάζουν τα συνθήματά τους με το χορευτικό ρυθμό που, από την πλατεία Ταχρίρ και μετά, επιτρέπει στον καθένα να κάνει γνωστές τις διεκδικήσεις του: «ξεφορτωθήκαμε το Γκαμάλ (το γιο του Μουμπάρακ), υπάρχουν όμως χίλιοι Γκαμάλ μεταξύ των δικαστών» – αναφερόμενοι στο νεποτισμό που κυριαρχεί στο δικαστικό σώμα. Δεν υπάρχει μέρα που κάποια ομάδα να μη διεκδικήσει την απόλυση ενός διεφθαρμένου διευθυντή επιχείρησης ή την παραίτηση ενός πρύτανη – στις αρχές Ιουνίου, πρώτη φορά στην πρόσφατη Ιστορία, η Σχολή Καλών Τεχνών του Καΐρου εξέλεξε τον κοσμήτορά της χωρίς παρέμβαση της Κρατικής Ασφάλειας. Ούτε η ιεραρχία του Αλ-Αζάρ, ούτε αυτή της Εκκλησίας των Κοπτών, και οι δύο εκτεθειμένες για την άψογη συνεργασία τους με το καθεστώς, εξαιρούνται της κριτικής.

Στην Ανω Αίγυπτο, στο Ναγκ Χαμάντι οι εργάτες ενός εργοστασίου αλουμινίου κάνουν καθιστική διαμαρτυρία για να διεκδικήσουν πριμ και δουλειά για τα παιδιά τους. Στις αρχές Ιουνίου οι εργαζόμενοι στις διάφορες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη Διώρυγα του Σουέζ έκαναν και πάλι απεργία αξιώνοντας την απομάκρυνση του υπεύθυνου που είχε ορίσει ο Μουμπάρακ. Εκατοντάδες γιατρών διαδήλωσαν διεκδικώντας αύξηση του ποσοστού των δαπανών για την υγεία από το 3,5% στο 15%. Οι εργαζόμενοι στις μεταφορές ετοιμάζουν κατάληψη του υπουργείου τους…

Η ΑΤΖΕΝΤΑ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

Οι χίλιες και μια αυτές εξεγέρσεις, χωρίς συντονισμό, αντικατοπτρίζουν το εύρος των προβλημάτων που έχουν συσσωρευτεί και τα οποία απεικονίζονται στα θέματα που συζητούν το CSFA, η κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και τα ΜΜΕ: οργάνωση των επικείμενων εκλογών· νέος νόμος για τους τόπους λατρείας· το μέλλον των κρατικών ΜΜΕ· οι δίκες των υπευθύνων του έκπτωτου καθεστώτος· η επανεκκίνηση της οικονομίας· η διάλυση εκατοντάδων δημοτικών συμβουλίων· ο ρόλος του Στρατού σε μια δημοκρατική Αίγυπτο· το καθεστώς των πανεπιστημίων· η θέσπιση ελάχιστου μισθού· η αντικατάσταση (ή μη) όλων των κατόχων υψηλόβαθμων θέσεων· νόμος για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις κ.λπ. Ενας μακροσκελής κατάλογος που θα έπρεπε να διώξει από κάθε λογικό άνθρωπο τη φιλοδοξία να κυβερνήσει τη χώρα. Κι αν η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μια μέρα, αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τις επαναστάσεις. Το εύρος των απαραίτητων αλλαγών προϋποθέτουν μακροχρόνιους αγώνες που θα διαρκέσουν για χρόνια, για τους οποίους τα συνδικάτα και η πολιτική αριστερά, διασπασμένη σε πλήθος κομμάτων εξασθενημένων από τη μακροχρόνια καταστολή, πρέπει να οργανωθούν.

Η Ομοσπονδία των Ανεξάρτητων Συνδικάτων (FSI) έχει εγκατασταθεί σε ένα φτηνό διαμέρισμα στο δεύτερο όροφο μιας πολυκατοικίας της οδού Κασρ Αλ-Αϊνί, που καταλήγει στην πλατεία Ταχρίρ. Σε κάθε ένα από τα γεμάτα καπνό δωμάτια, ομάδες των τεσσάρων-πέντε ανθρώπων συζητούν· τα κινητά τηλέφωνα χτυπούν ασταμάτητα. Τους τοίχους κοσμούν αφίσες που εικονίζουν μια γροθιά σφιγμένη γύρω από ένα γερμανικό κλειδί. Ο Γκαλάντ Σουκρί, ένας δυναμικός συνταξιούχος, βρίσκει μια ελεύθερη γωνιά σε μια ήδη κατειλημμένη αίθουσα: «Εκλέχτηκα συνδικαλιστικός εκπρόσωπος πρώτη φορά το 1979, σε μια εταιρεία τηλεπικοινωνιών του δημόσιου τομέα, έπειτα, το 1987 εκλέχτηκα στο διοικητικό συμβούλιο. Χρησιμοποιούσαμε τους κανονισμούς του δημόσιου τομέα για να πετυχαίνουμε βελτιώσεις, αλλά η επιχείρηση ιδιωτικοποιήθηκε το 2006, τη χρονιά που έβγαινα στη σύνταξη. Ηδη είχε επτακόσιους εργαζόμενους όλους κι όλους, έναντι δύο χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι χρόνια νωρίτερα». Δραστηριοποιήθηκε αμέσως στο χώρο των συνταξιούχων, που από το 2004 έβλεπαν τις συντάξεις τους καθηλωμένες χωρίς κανείς να τους υπερασπίζεται. Το 2008 ίδρυσε ένα συνδικάτο συνταξιούχων, που η κυβέρνηση το αναγνώρισε μονάχα έπειτα από την 25η Ιανουαρίου και το οποίο διεκδικεί διακόσιες χιλιάδες μέλη.

Μαζί με άλλες ανεξάρτητες οργανώσεις ίδρυσε επίσης την FSI, στην οποία έχουν προσχωρήσει πολλές οργανώσεις εργαζομένων, ιδίως προσωπικού τηλεπικοινωνιών, δημόσιοι υπάλληλοι του φορολογικού μηχανισμού και εκπαιδευτικοί. Η μεγαλύτερη πρόκληση; Να οργανωθούν τα εκατομμύρια των εργατών που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα. «Πηγαίνουμε στις καινούριες πόλεις και στις ελεύθερες ζώνες. Δημιουργούμε τοπικά παραρτήματα και εκπαιδεύουμε τους συνδικαλιστές. Θέλουμε να οργανώσουμε ένα συνέδριο μέχρι τον Οκτώβρη. Προσπαθούμε να πετύχουμε την αναγνώριση των ανεξάρτητων συνδικάτων, οι προσπάθειές μας ωστόσο προσκρούουν στις αντιδράσεις των τοπικών αρχών ενώ ο υπουργός Εργασίας μάς στηρίζει».

Γελάει και πάλι. Δύο μέρες πριν είχε συναντήσει επιχειρηματίες για να συζητήσουν την αύξηση του ελάχιστου μισθού. Τον επέκριναν δριμύτατα, προσάπτοντάς του ότι έχει μπερδέψει τη χώρα με την Ελβετία και ότι απειλεί τα κέρδη τους ενώ, με την περιρρέουσα ανασφάλεια, «τα κεφάλαια έχουν ανάγκη απόδοσης 50% επί της επένδυσης». Ο Αχμέντ Μποράλ, ο υπουργός Εργασίας και Μετανάστευσης, ένας γελαστός γαλλόφωνος, φορτωμένος με διπλώματα και ταυτόχρονα ένας από τους ελάχιστους αιγύπτιους ειδικούς του εργατικού δικαίου -εργάστηκε ως εμπειρογνώμονας στο Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ΟΙΤ) και δίδαξε και ένα χρόνο στη Σορβόννη, στο Παρίσι-, τους απάντησε ήρεμα: «Γνωρίζετε τι θα συμβεί αν δεν κατορθώσουμε να συμφωνήσουμε στη θέσπιση ενός ελάχιστου μισθού; Είτε οι άνθρωποι θα κατέβουν και πάλι στην πλατεία Ταχρίρ, είτε θα τα κάψουν όλα».

Ο υπουργός θέλει επίσης να αλλάξει τη μορφή των μισθών, μόνο το 20% των οποίων είναι σταθερό, ενώ το υπόλοιπο ποσό είναι διάφορα πριμ. «Θέλουμε να αντιστρέψουμε αυτή την αναλογία, να επαναφέρουμε τα επιδόματα ανεργίας που καταργήθηκαν το 1991 και να μειώσουμε την ψαλίδα των μισθών». Οι 700 λίρες που προτείνει ως ελάχιστο μισθό για το Δημόσιο -οι μισθοί του ιδιωτικού τομέα πρέπει να καθοριστούν από μια τριμερή επιτροπή- είναι εντούτοις μακριά από τις 1.200 λίρες που διεκδικούν τα συνδικάτα (ποσό συνδεδεμένο με την άνοδο του πληθωρισμού)… «700 λίρες είναι ένα λογικό ποσό. Εχουμε και οικονομικές υποχρεώσεις».

Στα μέσα Ιουνίου το CSFA ανακοίνωσε ότι θα εφάρμοζε την απόφαση, που είχε πάρει την επαύριο της ανάληψης της εξουσίας, περί απαγόρευσης των απεργιών. Πολλές από αυτές αντιμετώπισαν βίαιη καταστολή. Οι απεργίες, ωστόσο, είναι περιορισμένες και, σε καμιά περίπτωση, δεν εξηγούν τα οικονομικά προβλήματα της χώρας, τα οποία οφείλονται αφ’ ενός στην ελεύθερη πτώση του τουρισμού, αφ’ ετέρου στον επαναπατρισμό πεντακοσίων χιλιάδων εργατών από τη Λιβύη, αλλά, πάνω απ’ όλα, στις φιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόζονται εδώ και δεκαετίες.

«Δύο δυνάμεις συγκρούονται», συνοψίζει ο συγγραφέας Χαλέντ Αλ-Χαμίσι, συγγραφέας ενός επιτυχημένου μυθιστορήματος, του «Ταξί «(10) που αφηγείται φανταστικές συζητήσεις μέσα σε αυτό το απαραίτητο για όλους τους κατοίκους του Καΐρου μέσο μεταφοράς, όπου ανταλλάσσονται ανέκδοτα και αναλύσεις της πολιτικής κατάστασης. «Από τη μια είναι ο Στρατός που μιλάει στο όνομα της επανάστασης για να τη σκοτώσει πιο αποτελεσματικά· από την άλλη είναι η επανάσταση». Παρά την απαισιοδοξία εκείνων, μιας μικρής μειοψηφίας, οι που έχουν απογοητευτεί (11) επειδή πίστευαν ότι η επανάσταση έπρεπε ν’ ακολουθήσει μια πορεία «ευθεία σαν τη λεωφόρο Νιέφσκι» (Λένιν) και είχαν ξεχάσει ότι οι επαναστατικές περίοδοι εκτείνονται σε διάστημα πολλών χρόνων, η ελπίδα δεν έχει πεθάνει στην Αίγυπτο. Οπως διακήρυττε ένα πανό στην πλατεία Ταχρίρ στα τέλη Μαΐου «αν πάψουμε να ονειρευόμαστε, τότε καλύτερα να πεθάνουμε, να πεθάνουμε, να πεθάνουμε».

(1) Bab Al-Hadid Κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός.

(2) Η ισοτιμία έναντι του ευρώ είναι: 1 λίρα = 0,12 ευρώ. Η αντιστοιχία αυτή δεν επιτρέπει από μόνη της τον προσδιορισμό της αγοραστικής δύναμης. Το ποσό των 1.200 λιρών (140 ευρώ) είναι επαρκές για τη διαβίωση μιας τετραμελούς οικογένειας.

(3) Ahram Online 21 Μαΐου 2011.

(4) Βλ. Francoise Clement «Le nouveau marche de travail, les conflits sociaux et la pauvrete» στο Vincent Ballesti και Francois Ireton (υπό την εποπτεία των) «L’Egypte au present», Actes sud, Αρλ, 2011.

(5) Βλ. Raphael Kempf, «Racines ouvrieres du soulevement egyptien» «Le Monde diplomatique», Μάρτιος 2011 αναδημοσιευμένο στο «Maniere de voir», «Comprendre le reveil arabe», Νο 117, Ιούνιος – Ιούλιος 2011.

(6) Βλ. Joel Beinin, «L’Egypte des ventres vides», «Le Monde diplomatique», Μάιος 2008. Για την αιγυπτιακή εργατική τάξη και τους αγώνες της βλ. Την έκθεση του Solidarity Center, «The struggle for worker rights in Egypt», Ουάσιγκτον, Φεβρουάριος 2010.

(7) «Outrage over exoneration of Egypt telecom giants in communications shutdowns», Ahram Online, 1η Ιουνίου 2011.

(8) Στο ρεπορτάζ που αφιερώνει στο ξέσπασμα της εξέγερσης στην Τυνησία («Tunisie, quelle gifle?» «Liberation «11-12 Ιουνίου 2011) ο Christophe Ayad αναφέρει εκείνη τη διαδήλωση στην πόλη Μοναστίρ, με αφορμή την αιματηρή παρεμπόδιση του «στολίσκου της ειρήνης» για τη Γάζα (31 Μαΐου 2010), που ξεκίνησε με συνθήματα «Κάτω το Ισραήλ» και κατέληξε με συνθήματα «Κάτω το σύστημα της 7ης Νοεμβρίου» (που έφερε στην εξουσία τον Ελ-Αμπιντίν Μπεν Αλί).

(9) Δημοσίευσε το «The Mubarak Leadership and Future of Democracy in Egypt», Palgrave Macmillan, Basingstoke, 2009.

(10) Actes Sud, Αρλ, 2010.

(11) Σε μια δημοσκόπηση του Republican Institute (Σάλεμ, Μασαχουσέτη), «Egypt Public Opinion Survey (April 14-April 27)», το 89% των ερωτηθέντων θεωρούσε ότι η χώρα είναι στο σωστό δρόμο, μολονότι το 81% πίστευε πως η οικονομική κατάσταση ήταν κακή έως πολύ κακή.

Δημοσιογράφος, «Le Monde diplomatique».

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*