Uncategorized

Αντιμέτωποι με μια παντοδύναμη Μέρκελ

Η οικοδόμηση της Γερμανικής Ευρώπης προχωράει χωρίς σοβαρά εμπόδια από τον αναιμικό ευρωπαϊκό «Νότο»

Του Βασίλη Στοϊλόπουλου από τη Ρήξη φ. 98

Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές άπαντες συμφώνησαν στο προφανές: το 42% των ψήφων που απέσπασαν οι Χριστιανοδημοκράτες ήταν καθαρά «ψήφοι της Μέρκελ». Η μόνιμη προεκλογική επωδός της οποίας, ότι για τα σημαντικότερα πεδία της πολιτικής της δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση, βρήκε ευρύτατη ανταπόκριση, ενώ αποδοκιμάστηκαν τόσο η αμυντική στάση των Σοσιαλδημοκρατών, που σε καμία φάση του προεκλογικού αγώνα δεν κατάφερε να επιβάλει την πολιτική της ατζέντα, όσο και οι παλινωδίες και οι εσωτερικές αγκυλώσεις Πρασίνων και Αριστεράς (Die Linke).
Γ ια μια ακόμη φορά αποδείχτηκε ότι, σε εποχές σοβαρών κρίσεων, αυτά που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την εκλογική συμπεριφορά αξιόλογης μερίδας πολιτών είναι η εμπιστοσύνη σε συγκεκριμένα πρόσωπα και ο φόβος για τα χειρότερα. Η συμπύκνωση του προεκλογικού αγώνα της Μέρκελ στη ρήση «Πετυχημένα χρόνια για τη Γερμανία» εξέπεμψε το μήνυμα που ήθελαν οι πολίτες που ψάχνουν για ασφάλεια και συνέχεια. Το εκλογικό αποτέλεσμα σηματοδοτεί κυβερνητική συνέχεια, μ’ έναν διαφορετικό συνασπισμό κομμάτων, προφανώς με κάποιες «ώριμες» διορθώσεις στα εσωτερικά θέματα και επιλεκτικές συμπληρώσεις στην ευρωπαϊκή πολιτική. Έναν συνασπισμό που όχι μόνο στηρίζει η μεγάλη πλειοψηφία των Γερμανών πολιτών, αλλά και την επιζητούσαν οι ανώτεροι συνδικαλιστικοί παράγοντες της Γερμανίας και, βεβαίως, όλες οι ομοσπονδίες των γερμανικών επιχειρηματιών.
Αν και αναμενόμενος, ο προσωπικός εκλογικός θρίαμβος της «μη χαρισματικής» καγκελαρίου, που διαθέτει το πλεονέκτημα να επιλέγει η ίδια το κόμμα που επιθυμεί στη συγκυβέρνηση, έκανε πολλούς αναλυτές να μιλούν πλέον για γερμανική «Δημοκρατία της Μέρκελ». Αντί τους ανέτοιμους Πράσινους, προτίμησε τη σιγουριά του Μεγάλου Συνασπισμού με τους σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι, παρά το προφανές στρατηγικό λάθος της συγκυβέρνησης, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να συμπράξουν σ’ έναν υποχρεωτικό «γάμο ελεφάντων». Μόνο που αυτή τη φορά μπορούν –ελέω Μέρκελ– να παριστάνουν την απαιτητική και ανεξέλεγκτη νύφη, που θέλει ν’ αποφύγει λάθη του παρελθόντος. Όμως για μια ακόμα φορά ξεχνούν ότι η γερμανική ιστορία, από τον Μπίσμαρκ έως τη Μέρκελ, διδάσκει πως η γερμανική Δεξιά παρουσίαζε ένα πιο κοινωνικό πρόσωπο μόνο όταν η Αριστερά ήταν ισχυρή.
Όσο για το χριστιανοδημοκρατικό της κόμμα CDU, η Μέρκελ το μεταμόρφωσε σ’ αυτό που ήταν την εποχή του Αντενάουερ: σ’ ένα κρατικό κόμμα, υπό την κυριαρχία και τον αυστηρό έλεγχο του καγκελαρίου, «που καθορίζει τα πάντα και που κατέχει τα σημαντικότερα πόστα». Με μόνη διαφορά την εκσυγχρονιστική «σοσιαλδημοκρατικοποίησή» του, που επιτρέπει σε νεοσύστατα κόμματα, όπως το ευρωσκεπτικό/συντηρητικό Alternative fuer Deutschland, να ελπίζουν βάσιμα στην ανάδειξή τους σε διακριτό πόλο της γερμανικής νεοδεξιάς.
Το «προεδρικό» στυλ διακυβέρνησης της Μέρκελ θα συντελείται πλέον πολύ πιο εύκολα σε μια τετρακομματική Βουλή, στην οποία αφενός δεν θα εκπροσωπείται το 15,7% των πολιτών (6,9 εκατομμύρια ψηφοφόροι) που επέλεξαν τα τριάντα κόμματα που δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το εκλογικό όριο του 5%1  και, αφετέρου, η αποκλειστικά εξ αριστερών αντιπολίτευση θα περιοριστεί στο 20% των εδρών. Η ενίσχυση των κοινοβουλευτικών δικαιωμάτων της αντιπολίτευσης που είχε ανακοινωθεί προεκλογικά μπορεί να περιμένει, καθώς η επερχόμενη κυβέρνηση μοιάζει, τουλάχιστον σε επίπεδο ποσοστών, πανίσχυρη.
Απόλυτος λοιπόν ο θρίαμβος της Μέρκελ; Φυσικά, αν επικεντρωθεί κανείς στο γεγονός ότι τα προβλήματά της δεν θα προέρχονται από μια ανίσχυρη αντιπολίτευση, ή από τους συνεταίρους της σοσιαλδημοκράτες, ιδιαίτερα αν προσέξει τη διαπραγματευτική τους φαρέτρα2  στις συναντήσεις για τη συγκρότηση της νέας κυβέρνησης, αλλά ούτε και από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, όπου πλειοψηφούν οι «ερυθροπράσινες» κυβερνήσεις των ομόσπονδων κρατιδίων.
Εσωτερικά θέματα, όπως η αλλαγή της ενεργειακής πολιτικής, η επικράτηση της «κεϊνσιανικής λογικής» της χρηματοδότησης των κρατικών επενδύσεων με δανεισμό, το εκρηκτικό δημογραφικό ζήτημα, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, το φορολογικό σύστημα και η αναδιανομή του πλούτου υπέρ εκείνων των εκατομμυρίων Γερμανών (και όχι μόνο) που αποτελούν τη λεγόμενη «βιομηχανία της ενσωμάτωσης μεταναστών και παραγωγής δικαιούχων κοινωνικών αποδοχών», οι ατέλειες του συστήματος υγείας κ.ά., παρά τη σοβαρότητα και τη δυσκολία επίλυσής τους, δεν αποτελούν αιτίες για πολιτική αμφισβήτηση της Μέρκελ. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, που κατέρχεται στις κυβερνητικές διαπραγματεύσεις χωρίς δεδηλωμένες «κόκκινες γραμμές» και με τη σιγουριά ότι το εκκολαπτόμενο κυβερνητικό πρόγραμμα θα έχει τη δική της σφραγίδα.
Δεν θα ισχύει όμως το ίδιο ως προς την ευρωπαϊκή πολιτική της, με τα ποικίλα ακανθώδη προβλήματα που ταλανίζουν την Ε. Ε., όσο και αν το πολιτικό της κύρος –μετά και τα εκλογικά αποτελέσματα – έγινε ακόμη πιο σημαντικό. Θέματα όπως η σταθερότητα του ευρώ και η αντιμετώπιση δημοσιονομικών κρίσεων στα κράτη–μέλη, η τραπεζική ένωση και ο ευρωπαϊκός έλεγχος των τραπεζών, η παραπέρα ενίσχυση της εξουσίας των ευρωπαϊκών κέντρων λήψης αποφάσεων, το ενδεχόμενο του ελληνικού κουρέματος κ.α., θα βρίσκονται στο επίκεντρο της νέας κυβερνητικής της θητείας και δεν επιτρέπουν τον εφησυχασμό, ούτε της Μέρκελ.
Στην πορεία για τη γερμανοποίηση της Ευρώπης, το ερώτημα που τίθεται είναι για πόσον καιρό ακόμη η ελληνική αποικία χρέους θα μπορεί να αντέξει την προδιαγεγραμμένη άκαμπτη κι ασφυκτική πολιτική της συνέχειας που ακολουθεί η Μέρκελ. Κάποιοι, όπως ο Γερμανός φιλόσοφος Πέτερ Σλότερντιζκ, μιλούν για αυξανόμενη ροπή των αναπτυγμένων «κρατών της υπερφορολόγησης», όπως η Γερμανία, προς την οργανωμένη απάτη εις βάρος των ίδιων των πολιτών τους. Αν αυτό ισχύει για τους Γερμανούς πολίτες, τότε μπορούμε να φανταστούμε πώς αντιμετωπίζουν τον ελληνικό λαό, που όντας όμηρος, με τα δεσμά ενός «μη βιώσιμου» χρέους και μιας ανύπαρκτης ανταγωνιστικότητας, δεν φαίνεται να έχει τη δύναμη να αντισταθεί, δίνοντας εθνικοαπελευθερωτικές διαστάσεις στο ζήτημα κατοχής που βιώνει.

Σημειώσεις
1. 4,1 εκατομμύρια ψήφους πήραν το FDP και το ευρωσκεπτικό/συντηρητικό AfD, και άλλο 1,5 εκατομμύριο το κόμμα των Πειρατών και οι Νεοναζί του NPD (συνολικά, τα τρία ακροδεξιά κόμματα NPD, Reps και Pro ελαβαν726.000 ψήφους).
2. Οι «απαιτήσεις» του SPD αφορούν: Ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα και αντιμετώπιση του μειωμένου ωραρίου εργασίας, εξισορρόπηση των συντάξεων σε ανατολική και δυτική Γερμάνια, αντιμετώπιση της φτώχειας στις συντάξιμες ηλικίες, επέκταση της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων, έμμεση απαίτηση παροχής της διπλής υπηκοότητας, περισσότερες επενδύσεις στις υποδομές, φορολόγηση στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, προστασία των ενοικιαστών, θολές παρεμβάσεις περί δικαιοσύνης σε θέματα παιδείας, καλύτερη αντιμετώπιση της ανεργίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενίσχυση της ειφορείας στη αναπτυξιακή στρατηγική της Ε.Ε. και της πολιτικής ελέγχου των εξοπλισμών.

Ένα Σχόλιο

  1. Δεν μπορει να μπαινουν στο ιδιο τσουβαλι το 4,8% των Νεοφιλελευθερων Δημοκρατων και το 4,7% των Νεοφιλελευθερων Εναλλακτικων, με τα ελαχιστα ποσοστα των Πειρατων του 2%, των Νεοναζιστων του ΝΡD του 1,3% και των φασιστων Ρεπουμπλικανων του 0,2%.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*