Βιβλίο - Εκδηλώσεις - Πολιτισμός, Θέατρο, Μόνιμες Στήλες, Ρήξη φ. 98

Θεατροκριτική: Αντιφάσεις και παραλογισμοί

«Ξένος»: Αόρατη Όλγα, Άουστρας ή Η Αγριάδα

του Κώστα Σαμάντη από τη Ρήξη φ. 98

Η Ευρώπη ως «Είσοδος Κινδύνου» (Emergency Entrance, όπως είναι ο επίσημα χρησιμοποιούμενος όρος)  αποτελεί τον άξονα της συνεργασίας ανάμεσα στα Εθνικά Θέατρα της Τσεχίας, της Ελλάδας, του Ισραήλ και τα Δημοτικά Θέατρα του Παλέρμου, της Κλουζ και του Γκρατς.

Ομάδες καλλιτεχνών – θεατρικοί και κινηματογραφικοί σκηνοθέτες, επαγγελματίες και ερασιτέχνες ηθοποιοί, μουσικοί και καλλιτέχνες του βίντεο- διερεύνησαν για αρκετούς μήνες σύγχρονα ερωτήματα σχετικά με τη μετανάστευση στη χώρα τους. Δούλεψαν με πρόσφυγες, αντιπροσώπους εθνικών μειονοτήτων, νέους και μεγαλύτερους, άνδρες και γυναίκες «χωρίς χαρτιά» από την Ανατολική Ευρώπη και την Αφρική.
Το Εθνικό Θέατρο της χώρας μας συμμετέχει στο διεθνές αυτό πρόγραμμα (Είσοδος Κινδύνου) με την «Αόρατη Όλγα», έργο με θέμα τη διακίνηση γυναικών, βασισμένο σε πραγματικές μαρτυρίες και ντοκουμέντα.
Η συγκεκριμένη θεατρική συνεργασία, αρθρωμένη προφανώς σε μια υπονοούμενη λογική «ανοικτών συνόρων», δεν ξεδιπλώνεται στο πεδίο της λογικής αποδοχής δίκαιων αιτημάτων πολιτικού ασύλου, αλλά δέχεται την Ευρώπη ως χώρο υποδοχής όπου μαζικοί πληθυσμοί «επιβάλλεται» να εγκατασταθούν ή να μετακινηθούν ανεμπόδιστα.
Το πρώτο από τα δύο έργα (Η Αόρατη Όλγα) που συναπαρτίζουν την ενότητα «Ξένος» διαπραγματεύεται, όπως αναφέρθηκε, μια συγκεκριμένη, όσο και ιδιαίτερη κατηγορία. Αυτή είναι η μαζική διακίνηση γυναικών με στόχο τη σεξουαλική εκμετάλλευση, έναν από τους τρεις πιο επικερδείς τομείς εγκληματικότητας, με τους άλλους δύο να είναι το εμπόριο όπλων και τα ναρκωτικά. Και εδώ ακριβώς προκύπτει η πρώτη αντίφαση: Υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με την έκθεση του γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα ναρκωτικά και την εγκληματικότητα του 2005 (United Nations Office on Drugs and Crime 2005) το ποσοστό των γυναικών που γίνονται αντικείμενο διακίνησης έχει αυξηθεί από τη δεκαετία του ’80 κι εξής και σχετίζεται άμεσα με την αύξηση της διεθνούς μετανάστευσης και τη θηλυκοποίηση της φτώχιας. Εκτιμάται επίσης, σύμφωνα με στοιχεία της μη κυβερνητικής οργάνωσης STOP NOW-Stop Trafficking of People, ότι κατά την περίοδο 1990-2000 στην Ελλάδα 77.500 γυναίκες και παιδιά υπήρξαν θύματα εξαναγκαστικής πορνείας. Σύμφωνα με κάποια άλλα στοιχεία το 2010 συνελήφθησαν 246 δράστες εμπορίας/σωματεμπορίας εκ των οποίων οι 78 ήταν ημεδαποί και 168 αλλοδαποί. Επομένως το συγκεκριμένο φαινόμενο, με τις όποιες αποκρουστικές και απάνθρωπες λεπτομέρειες το χαρακτηρίζουν, δεν μπορεί να ενταχθεί στη κατηγορία της «ξενοφοβίας» και ασφαλώς δεν εμπίπτει στη λογική της ελεύθερης διακίνησης ανθρώπων, συνδέεται όμως άμεσα με την πλευρά εκείνη της παγκοσμιοποιητικής τάσης μετακίνησης πληθυσμών ως φτηνού εργατικού προσωπικού. Μάλιστα η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών, αν τους δινόταν η δυνατότητα, θα επέλεγαν την επιστροφή στην πατρίδα τους. Περισσότερο λοιπόν μιλάμε  για μια «Ανάγκη Εξόδου» και όχι για μια «Είσοδο Κινδύνου».
Η συγκεκριμένη αντίφαση επαναλαμβάνεται και στη συνέντευξη που έδωσε ο σκηνοθέτης του έργου στην Καθημερινή (Τέχνες και Γράμματα, 22/2011): «Αυτό που βιώνω στην πόλη είναι ένα στρίμωγμα. Ο κόσμος είναι πολύς, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή φυλής, και αυτό δημιουργεί προβλήματα. Προσωπικά έχω κυκλοφορήσει και δουλέψει σε προβληματικές περιοχές και ομολογώ ότι δεν έχω φοβηθεί ούτε μου έχει τύχει κάτι.
»Ακούω και βλέπω παρ’ όλα αυτά ότι υπάρχουν κρούσματα βίας, τα οποία τείνουν τελευταία να δημιουργήσουν και κύκλους βίας με αντίποινα. Αυτό κατ’ αρχήν σημαίνει επιτακτική ανάγκη κάποιων κινήσεων από την πολιτεία, γιατί ο χρόνος μάλλον χειρότερη θα κάνει την κατάσταση».
Σε αυτό  καθαυτό το έργο γινόμαστε μάρτυρες ενός ολόκληρου μηχανισμού, χωρίς ηθικές αναστολές, με αποκλειστικό σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση μιας νεαρής αλλοδαπής, στην οποία εκμετάλλευση συμμετέχουν, όπως είναι γνωστό, μηχανισμοί της εξουσίας, του παρακράτους, αλλά και με την έμμεση αποδοχή ενός τμήματος της κοινωνίας, όπως είναι η ανδρική πελατεία. Ένα σκληρό θέμα, ένα σκληρό φαινόμενο, το οποίο και προφανώς επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί.
Ο συγγραφέας του έργου, έχοντας δουλέψει πάνω σε ένα πραγματικό περιστατικό, αλλά και σε ντοκουμέντα της δικαστικής πλευράς του φαινομένου, πετυχαίνει να δώσει μια καλή αποτύπωση μιας τραγωδίας που μαστίζει εν αρχή του 21ου αιώνα, σαν ένα άλλο σκλαβοπάζαρο, γυναίκες από υποανάπτυκτες κυρίως χώρες.
Στο δεύτερο έργο «Άουστρας, ή Η Αγριάδα», το οποίο εκ των υστέρων προστέθηκε στο «Αόρατη Όλγα», ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ακόμη αντίφαση όσο και έναν παραλογισμό. Η συγγραφέας του έργου, Λένα Κιτσοπούλου, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των συγγραφέων που παρήγαγε η περίφημη περίοδος «του εκσυγχρονισμού». Μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε σε ένα πεδίο ανάλαφρης δημιουργίας, ως προς την πλευρά της κοινωνικής ευθύνης που πρέπει να κουβαλάει ένας δημιουργός, έξαλλου ατομικισμού και μιας υπερμεγέθους φιλαυτίας, ως φυσική συνέπεια της αποκοπής από το σώμα της κοινωνίας. Σε προηγούμενο θεατρικό μας σημείωμα πάνω στο έργο της Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α είχαμε κάνει μια ιδιαίτερη επισήμανση στο ναρκισσισμό ο οποίος αναδυόταν στη συγκεκριμένη παράσταση. Αυτή τη φορά όμως έχει πάει δύο βήματα παραπέρα. Υπογράφοντας το πιο αδύναμο και «εύκολο» έργο της, έχει περάσει στο πεδίο της απευθείας αντικοινωνικότητας. Περιγράφει στο έργο αυτό ένα ζευγάρι Ελλήνων που συζεί μαζί με τον αδελφό της κοπέλας (ως το τυπικό δείγμα μιας ολόκληρης γενιάς;) και οι οποίοι περιμένουν έναν αλλοδαπό τουρίστα ως οικοδεσπότες. Η «προγονόπληκτη» παρέα των «Ελλήνων» διακρίνεται για την αμορφωσιά της, τις απόλυτες ρατσιστικές και εθνικιστικές απόψεις που κουβαλάει, την εμπάθειά της και τη χυδαία συμπεριφορά η οποία την χαρακτηρίζει. Σε μια στιγμή, απρόσμενα όσο και αδικαιολόγητα, επιτίθεται στο φιλοξενούμενο, χωρίς καμιά προφανή αιτία, φτάνοντας στο σημείο του σωματικού και ψυχολογικού βασανισμού. Ερχόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με μια ακόμη αντίφαση: ένα έργο το οποίο υποτίθεται ότι έχει γραφτεί για να αντιμετωπίσει το ρατσισμό λειτουργεί, δίκην συλλογικής ευθύνης, ρατσιστικά ενάντια στους Έλληνες συλλήβδην. Μέσα από τον πεζοδρομιακό λόγο που χρησιμοποιεί για λόγους εύκολου εντυπωσιασμού, η συγγραφέας, ορμώμενη από εσώτερα αντικοινωνικά αισθήματα, αλλά και με ένα αμφιλεγόμενο χιούμορ, προσπαθεί να συνεπάρει τους θεατές, να τους καλοπιάσει και εντέλει να τους τραβήξει μαζί της στη μισαλλόδοξη άποψη που έχει για την ελληνική κοινωνία. Το κείμενο, με έναν ξεκάθαρο μεταμοντέρνο χαρακτήρα, χρησιμοποιεί ή για να είμαστε πιο ακριβείς προσπαθεί να χρησιμοποιήσει χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, στοιχεία του «θεάτρου του παραλόγου», όμως επειδή ακριβώς αδυνατεί να εμβαθύνει, καταλήγει να είναι ένα παράλογο θεατρικό κείμενο.  Όσο και αν έχει την αποδοχή ενός κομματιού της επίσημης ελίτ της χώρας μας (απότοκο ενός μέχρι πριν λίγα χρόνια κυριαρχούντος εθνομηδενισμού), η Κιτσοπούλου αρχίζει πλέον να εντάσσεται σε μια γραφική περιπτωσιολογία.
Αντίφαση τέταρτη. Οι σκηνοθέτες των έργων, Γ. Παλούμπης για το πρώτο και Γ. Καλαβριανός για το δεύτερο, παρά το αδύναμο των κειμένων, κατορθώνουν να παρουσιάσουν μια αρκετά έντιμη παράσταση αποσπώντας από τους ηθοποιούς αξιόλογες ερμηνείες. Αξίζει να αναφέρουμε τη βράβευση της Λένας Παπαληγούρα στο ρόλο της εκμεταλλευόμενης πόρνης στο έργο Αόρατη Όλγα με το βραβείο Μελίνα Μερκούρη για τη σπουδαιότερη γυναικεία ερμηνεία το 2012, αλλά και την ιδιαίτερη ερμηνεία του Γρηγόρη Γαλάτη στο ρόλο του τουρίστα στο έργο Αγριάδα. Σημαντικότατες ερμηνείες σε όχι και τόσο σημαντικά έργα, που δικαιώνουν την εμπιστοσύνη μας στη νέα γενιά των θεατρικών ηθοποιών.
Η στάση όμως του θεατή σε ένα θεατρικό έργο δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια καλή σκηνοθεσία ή σε μία ιδιαίτερη ερμηνεία από την πλευρά των ηθοποιών. Πρέπει κυρίως να είναι στάση κριτική απέναντι στο ίδιο το περιεχόμενο του θεατρικού έργου. Καθόλου τυχαίες δεν ήταν  οι συζητήσεις των θεατών που αποχωρούσαν από  την παράσταση.  Αρκετοί από αυτούς στην αρχή φοβήθηκαν ότι παρακολουθούσαν ένα ρατσιστικό έργο εις βάρος του «Άλλου». Πόσοι όμως προβληματίστηκαν από το ρατσισμό ενάντια στον «Έλληνα»;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*