Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Ο Σουμάχερ και η επιστροφή στα βασικά

του Σπύ­ρου Μάνδρου από την ιστοσελίδα www.kevio.gr

Δεν πάει πολύς και­ρός που ξανα­διά­βασα Το μικρό είναι όμορφο του Σου­μά­χερ (E. F. Schumacher: Small Is Beautiful) και συνει­δη­το­ποιώ τώρα ότι σαρά­ντα χρό­νια μετά την πρώτη του έκδοση συνε­χί­ζει να είναι ένα ολό­φρε­σκο και επί­καιρο βιβλίο – σα να γρά­φτηκε τον περα­σμένο μήνα.

Θυμά­μαι πως τότε, τη δεκα­ε­τία του ’70, δεν θεω­ρή­θηκε σημα­ντικό βιβλίο από τη δια­νό­ηση, αν και έγινε bestseller και κυκλο­φό­ρησε σε πολλά αντί­τυπα. Μέσα στην τελική τότε ανα­μέ­τρηση του προ­βλη­μα­τι­κού πλέον μαρ­ξι­σμού και της ανα­δυό­με­νης νεο­φι­λε­λεύ­θε­ρης αντε­πα­νά­στα­σης, ποιός είχε καιρό για τις “παρα­δο­ξο­λο­γίες” ενός άση­μου καθη­γητή, ο οποίος μάλι­στα δεν προ­συ­πέ­γραφε το καθο­λικά απο­δε­κτό ιδε­ο­λό­γημα της ανά­πτυ­ξης; Τώρα που η καλ­πά­ζουσα οικο­νο­μική, πολι­τική και κοι­νω­νική θύελλα έχει αρχί­σει να σαρώ­νει τη θρη­σκεία της ανά­πτυ­ξης, ο Σου­μά­χερ απο­κτά και­νούρ­γιο νόημα και ενδια­φέ­ρον. Μπο­ρείτε να βρείτε Το μικρό είναι όμορφο σε ελλη­νική μετά­φραση στα βιβλιοπωλεία.

Ίσως και εξαι­τίας της θητείας του ως επι­κε­φα­λής οικο­νο­μο­λό­γου του Βρε­τα­νι­κού Συμ­βου­λίου Άνθρακα, ο Σου­μά­χερ διείδε πολύ νωρίς τον ρόλο των μη ανα­νε­ώ­σι­μων ενερ­γεια­κών πόρων στη ραγδαία ανά­πτυξη του δυτι­κού κόσμου. Ταυ­τό­χρονα διέ­κρινε τους θανά­σι­μους κιν­δύ­νους από την ξέφρενη οικο­νο­μική επέ­κταση και τον γιγα­ντι­σμό του βιο­μη­χα­νι­κού τρό­που παρα­γω­γής και κατα­νά­λω­σης. Και από τότε, τη δεκα­ε­τία του ’70, δια­κή­ρυξε την ανά­γκη να απο­δε­σμευ­θούμε από αυτή την ενερ­γειακή εξάρ­τηση και να επι­στρέ­ψουμε σε ένα βιώ­σιμο τρόπο ζωής, σε μια φει­δωλή κοι­νω­νία, όπου πρω­τα­γω­νι­στικό ρόλο δεν θα παί­ζουν τα τερα­τώδη βιο­μη­χα­νικά συγκρο­τή­ματα, αλλά η μικρή επι­χεί­ρηση, η τοπική οικο­νο­μία, η μικρή αγρο­τική εκμε­τάλ­λευση, η ανθρώ­πι­νης κλί­μα­κας τεχνο­λο­γία, η καλά οργα­νω­μένη ανθρώ­πινη κοι­νό­τητα – το μικρό δηλαδή, που είναι βιώ­σιμο και γι’ αυτό όμορφο.

Σήμερα, που η κρυφή και η φανερή γεω­πο­λι­τική σύγκρουση για ενερ­γεια­κούς πόρους και πρώ­τες ύλες είναι κομ­μάτι πια της καθη­με­ρι­νό­τη­τάς μας και είναι σαφής πλέον η απαρχή της εξά­ντλη­σης των πετρε­λαϊ­κών απο­θε­μά­των (peak oil, κορύ­φωση της άντλη­σης πετρε­λαίου), μπο­ρούμε ίσως να δούμε κι εμείς το περί­γραμμα της “πραγ­μα­τι­κής ανθρώ­πι­νης οικο­νο­μίας”, όπως την ονο­μά­ζει ο John Michael Greer, δηλαδή,

τον κόσμο όπως είναι όταν οι ανθρώ­πι­νες κοι­νω­νίες δεν δια­θέ­τουν ανά πάσα στιγμή τερά­στιες ποσό­τη­τες εξαι­ρε­τικά συμπυ­κνω­μέ­νης ενέρ­γειας ώστε το πώς θα δια­νε­μη­θούν προς χρήση να γίνε­ται μεί­ζων παρά­γων οικο­νο­μι­κής αλλαγής.

Ο Σου­μά­χερ όμως είδε τη μακρο­πρό­θε­σμη πραγ­μα­τική οικο­νο­μία των ανθρώ­πων εδώ και σαρά­ντα χρόνια…

Πρά­σινη ανά­πτυξη και πρά­σινα άλογα

Αν απο­φα­σί­σετε να δια­βά­σετε Το μικρό είναι όμορφο, μπαί­νετε σε έναν άλλο κόσμο, τον πραγ­μα­τικό κόσμο. Και θα πρέ­πει να ξεχά­σετε την έννοια ανά­πτυξη, τις σοφι­στείες των οικο­νο­μο­λό­γων και τους τελευ­ταί­ους δήθεν ενθου­σιώ­δεις αλα­λαγ­μούς του καταρ­ρέ­ο­ντος βιο­μη­χα­νι­σμού με τις ανοη­σίες περί “πρά­σι­νης ανά­πτυ­ξης”, “πρά­σι­νου καπι­τα­λι­σμού”, “πρά­σι­νης απα­σχό­λη­σης” και πρά­σι­νων αλό­γων. Όλα αυτά είναι φτηνή ξέπνοη προ­πα­γάνδα που, σε έναν απελ­πι­σμένο αγώνα οπι­σθο­φυ­λα­κών, προ­σπα­θεί να ξανα­ζω­ντα­νέ­ψει το κυνικό ήθος επε­κτα­τι­σμού και αρπα­κτι­κό­τη­τας των τελευ­ταίων τριών αιώ­νων. Η βασική ελπίδα των σημαιο­φό­ρων της “πρά­σι­νης ανά­πτυ­ξης” είναι το τεχνο­λο­γικό φιξάκι (ναι, ο όρος είναι παρ­μέ­νος από το λεξι­λό­γιο των πρε­ζο­νιών, επειδή έχουμε κι εδώ φαι­νό­μενα εξάρ­τη­σης και στέ­ρη­σης). Δεν μπο­ρεί, λένε οι εξαρ­τη­μέ­νοι της ανά­πτυ­ξης, όλο και κάποια τεχνο­λο­γική λύση θα βρε­θεί και το πρό­βλημα της ενέρ­γειας θα λυθεί ορι­στικά και διά παντός και θα μπο­ρούμε να κατα­να­λώ­νουμε, να κατα­να­λώ­νουμε, να κατα­να­λώ­νουμε όπως μέχρι πριν από λίγο. Απί­θα­νες τεχνι­κές “λύσεις” προ­τεί­νο­νται: Ψυχρή σύντηξη, θερμή σύντηξη, εκα­τομ­μύ­ρια ηλια­κές γεν­νή­τριες στη Σαχάρα, σού­περ ανε­μο­γεν­νή­τριες ή κυμα­το­γεν­νή­τριες, ενέρ­γεια μηδε­νι­κού σημείου ή τα ελλη­νικά προ­γράμ­ματα Ήλιος και άλλες φαντα­χτε­ρές “λύσεις” μέσα στο γενικό κλίμα του σημε­ρι­νού παρα­λη­ρή­μα­τος. Αυτή η παι­διά­στικη πίστη σε μαγι­κές λύσεις και από μηχα­νής τεχνο­λο­γι­κούς θεούς που θα σώσουν τάχα τον καταρ­ρέ­ο­ντα πολι­τι­σμό μας από τις συνέ­πειες της αδη­φα­γίας του, αυτή η κραυ­γα­λέα άγνοια του δεύ­τε­ρου νόμου της θερ­μο­δυ­να­μι­κής, απλώς απο­κα­λύ­πτει πόσο ανυ­πο­ψί­α­στοι είναι οι περισ­σό­τε­ροι για τα οικο­νο­μικά της ενέρ­γειας και την έκταση και το βάθος της πολι­τι­σμι­κής κατάρ­ρευ­σης που επι­συμ­βαί­νει γύρω και μέσα μας.

Αυτά τα επι­χει­ρή­ματα περί “πρά­σι­νης ανά­πτυ­ξης”, λέει ο John Michael Greer στο μπλογκ του The Archidruide’s Report,

βασί­ζο­νται σε ένα από τα δόγ­ματα της μοντέρ­νας θρη­σκείας της προ­ό­δου, το άρθρο πίστεως ότι η συσ­σώ­ρευση τεχνι­κής γνώ­σης ήταν εκείνο που έδωσε στον βιο­μη­χα­νικό κόσμο τρεις αιώ­νες πρω­το­φα­νούς πλού­του. Εφό­σον η τεχνική γνώση συνε­χί­ζει να συσ­σω­ρεύ­ε­ται, λέει αυτή η πεποί­θηση, πρέ­πει να περι­μέ­νουμε περισ­σό­τερα από τα ίδια στο μέλ­λον. Στην πραγ­μα­τι­κό­τητα όμως ο βασι­κός παρά­γο­ντας που οδή­γησε στην ανά­δυση του βιο­μη­χα­νι­κού πολι­τι­σμού και έκανε εφι­κτούς τους σπά­τα­λους τρό­πους ζωής του πρό­σφα­του παρελ­θό­ντος, ήταν η αψη­φι­σιά με την οποία τα απο­θέ­ματα των ορυ­κτών καυ­σί­μων της γης εξο­ρύ­χθη­καν και κάη­καν τους λίγους τελευ­ταί­ους αιώ­νες. Η έκρηξη τεχνι­κής γνώ­σης ήταν συνέ­πεια αυτού του γεγο­νό­τος και όχι αιτία του.

Αν μπο­ρούμε να βρούμε κάτι καλό (αν είναι δυνα­τόν!) στη σημε­ρινή κατάρ­ρευση, ιδιαί­τερα σ’ αυτή την τρελή χώρα που ζούμε, αυτό είναι η προ­σγεί­ωσή μας στην πραγ­μα­τι­κό­τητα. Η πρώτη παραί­σθηση που βλέ­πουμε να χάνε­ται είναι η πίστη μας στο χρε­ω­στικό χρήμα, στην εικο­νική δηλαδή πραγ­μα­τι­κό­τητα της ψευδο-ευημερίας που έστη­σαν τις τελευ­ταίες δεκα­ε­τίες οι τρα­πε­ζί­τες, οι ταχυ­δα­κτυ­λουρ­γοί του δανει­κού πλού­του. Ακο­λου­θεί η διά­λυση της πολι­τι­κής παραί­σθη­σης ή εν πάση περι­πτώ­σει των τελευ­ταίων κου­ρε­λιών πολι­τι­κής ιδε­ο­λο­γίας και αφε­λούς πίστης που επι­μέ­νουν να επι­ζούν μέσα στη σημε­ρινή κόλαση πολι­τι­κής δια­φθο­ράς, απά­της, ιδιο­τέ­λειας, ψεύ­δους, αρπα­κτι­κό­τη­τας και ατι­μίας. Κι όταν θα σβή­σουν και οι τελευ­ταίες αυτα­πά­τες μας για αδια­τά­ρα­κτη πρό­οδο και ανά­πτυξη σε ένα λεη­λα­τη­μένο κόσμο, τότε θα είμα­στε έτοι­μοι για τον γεν­ναίο και­νούρ­γιο κόσμο του 17ου αιώνα που μας περι­μέ­νει. Αυτό βέβαια δεν θα γίνει αύριο, αλλά θα πάρει τον χρόνο του. Ο Σου­μά­χερ με το βιβλίο του είναι απλώς ένα πρώτο βήμα σ’ αυτή τη δύσκολη και δυσά­ρε­στη πορεία. Η κοι­νω­νία της αφθο­νίας έχει τελειώ­σει – και μαζί της πολλά άλλα ηχηρά παρόμοια.

Η πραγ­μα­τική οικο­νο­μία της μόνι­μης ανθρώ­πι­νης φτώχειας

Με την πρώτη εντα­τική καπι­τα­λι­στική εκμε­τάλ­λευση των ορυ­χείων άνθρακα και μεταλ­λι­κών ορυ­κτών στη βόρεια Ευρώπη και τη Λατι­νική Αμε­ρική πριν τέσ­σε­ρις ή πέντε αιώ­νες έχουμε και την καθιέ­ρωση της ιδε­ο­λο­γίας του ουμα­νι­σμού, δηλαδή της ιδέας ότι ο άνθρω­πος είναι το κέντρο του σύμπα­ντος, το άλας της γης, κάτι ξεχω­ρι­στό από την υπό­λοιπη φύση και συνε­πώς έχει δικαί­ωμα να τη λεη­λα­τεί. Από εκεί και πέρα αρχί­ζει ο μεγά­λος δυτι­κός χορός των παραι­σθή­σεων, που τελικά οδή­γησε στη σημε­ρινή κατάρ­ρευση. Ο ουμα­νι­σμός μαζί με τη θρη­σκεία της προ­ό­δου και τα άφθονα ορυ­κτά καύ­σιμα απο­τέ­λεσε τη βάση της εικο­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας του δυτι­κού και σήμερα παγκο­σμιο­ποι­η­μέ­νου πολι­τι­σμού, που θεο­ποί­ησε τον αχα­λί­νωτο εγω­ι­σμό και τις παραι­σθή­σεις μεγα­λείου της κυρί­αρ­χης ελίτ. Αλλά ο πολυ­δια­φη­μι­σμέ­νος θρί­αμ­βος του βιο­μη­χα­νι­κού πολι­τι­σμού ήταν απλά και μόνο ένα ξέφρενο όργιο αρπα­γής, λεη­λα­σίας και κατα­σπα­τά­λη­σης των φυσι­κών πόρων της γης – και μαζι­κής σφα­γής και εξαν­δρα­πο­δι­σμού όσων λαών και κοι­νω­νι­κών τάξεων είχαν την ατυ­χία να βρε­θούν στο δρόμο των “πολι­τι­σμέ­νων”. Δεν έχει παρά να δια­βά­σει κανείς την ιστο­ρία της ισπα­νι­κής αυτο­κρα­το­ρίας, και της βρε­τα­νι­κής φυσικά και της γαλ­λι­κής και όλων των άλλων ιμπε­ρια­λι­σμών, για να δει πάνω σε ποιες κτη­νώ­δεις βάσεις θεμε­λιώ­θηκε η “ανω­τε­ρό­τητα” της Δύσης.

Σήμερα, στο λυκό­φως του κακο­ρί­ζι­κου δυτι­κού πολι­τι­σμού, έχουμε το πικρό προ­νό­μιο να βλέ­πουμε να ξανάρ­χε­ται η διά παντός συν­θήκη του ανθρώ­που, η πραγ­μα­τική οικο­νο­μία της μόνι­μης ανθρώ­πι­νης φτώ­χειας, που μέχρι τώρα κρυ­βό­ταν πίσω από τον εγω­ι­στικό ουμα­νι­σμό, την κατα­σπα­τά­ληση ανα­ντι­κα­τά­στα­των ενερ­γεια­κών πόρων και πρώ­των υλών, τις φρε­να­πά­τες για τεχνο­λο­γικά φιξά­κια και την εικο­νική πραγ­μα­τι­κό­τητα του δανει­κού χρή­μα­τος. Ξαφ­νικά έχουμε βρε­θεί μπρο­στά στις συνέ­πειες των συλ­λο­γι­κών μας πρά­ξεων και απο­φά­σεων. Τα ορυ­κτά καύ­σιμα παύ­ουν να είναι εύκολα και φτηνά στην εξό­ρυξη (peak oil), οι στρα­τη­γι­κού χαρα­κτήρα πρώ­τες ύλες έχουν αρχί­σει να σπα­νί­ζουν, ο υπερ­πλη­θυ­σμός (7 δισε­κα­τομ­μύ­ρια άνθρω­ποι σήμερα) συνε­χί­ζει την αυξη­τική καμπύλη του, το οικο­λο­γικό απο­τύ­πωμα του ανθρώ­που ξεπερνά κατά 40% την έκταση του πλα­νήτη! Η πραγ­μα­τική οικο­νο­μία του ανθρώ­που, η προ­αιώ­νια οικο­νο­μία των ορίων και των περιο­ρι­σμών, αρχί­ζει να επι­βάλ­λει την αλή­θεια της μέσα από την ολο­ένα και οξύ­τερη χρη­μα­το­πι­στω­τική κρίση και τη δια­φαι­νό­μενη στον ορί­ζο­ντα γεω­πο­λι­τική σύγκρουση. Στην πραγ­μα­τική οικο­νο­μία, γρά­φει ο Greer,

οι κυριό­τε­ροι περιο­ρι­σμοί στην παρα­γωγή πλού­του είναι τα σκληρά φυσικά όρια στην ετή­σια παρα­γωγή ενερ­γεια­κών πόρων και πρώ­των υλών. Ακόμα και ύστερα από δύο δισε­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια εξε­λι­κτι­κών βελ­τιώ­σεων, η φωτο­σύν­θεση μετα­τρέ­πει μόνο το ένα τοις εκατό της ηλια­κής ενέρ­γειας που πέφτει στα φύλλα σε χημική ενέρ­γεια η οποία μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί για άλλους σκο­πούς, κι αυτό μόνο όταν υπάρ­χουν κι άλλες προ­ϋ­πο­θέ­σεις – νερό, θρε­πτι­κές ουσίες στο χώμα κ.ο.κ. Εκτός από κάποια λίγη ενέρ­γεια από τον άνεμο και το νερό που πέφτει, αυτή η μικρο­ροή ενέρ­γειας από τη φωτο­σύν­θεση είναι όλη κι όλη η ενέρ­γεια που έχει στη διά­θεσή της η μη βιο­μη­χα­νική κοι­νω­νία. Κι αυτό είναι όλο κι όλο το καύ­σιμο το οποίο κινεί το σύνολο της ανθρώ­πι­νης και ζωι­κής μυϊ­κής δύνα­μης που εργά­ζε­ται στα χωρά­φια, που σκά­βει στα ορυ­χεία, που κινεί τα εργα­λεία κάθε επαγ­γέλ­μα­τος και κάνει οτι­δή­ποτε άλλο παρά­γει πλούτο. Κι αυτός είναι ο λόγος που οι περισ­σό­τε­ροι άνθρω­ποι στις μη βιο­μη­χα­νι­κές κοι­νω­νίες έχουν τόσο λίγα. Το υφι­στά­μενο ενερ­γειακό από­θεμά τους και οι άλλοι πόροι που μπο­ρούν να εξο­ρυ­χθούν και να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν μ’ αυτή την ενέρ­γεια δεν επι­τρέ­πουν περισσότερα.

Έτσι, ενώ η βαθιά οικο­νο­μική κρίση υφαί­νει ολό­γυρά μας τον ιστό της και οι ελλεί­ψεις πόρων και ενερ­γεια­κών πρώ­των υλών αρχί­ζουν να αμφι­σβη­τούν ριζικά τις ψευ­δο­βε­βαιό­τη­τες μιας δήθεν ασφα­λούς ζωής, μόνος ρεα­λι­στι­κός πολι­τι­κός στό­χος γίνε­ται πλέον η προ­ε­τοι­μα­σία της κοι­νω­νίας για την επι­στροφή της στην προ­αιώ­νια πραγ­μα­τική οικο­νο­μία του ανθρώ­που. Είναι ένας πολύ δύσκο­λος στό­χος, και ίσως ανέ­φι­κτος, γιατί πάει κόντρα στις βασι­κές παρα­δο­χές του σημε­ρι­νού πολι­τι­σμού – τη θρη­σκεία της ανά­πτυ­ξης, την τυφλή πίστη σε τεχνο­λο­γι­κές λύσεις, το κυρί­αρχο ήθος της επέ­κτα­σης, της αρπα­κτι­κό­τη­τας, της απλη­στίας. Και το πιθα­νό­τερο είναι πως ίσως δεν υπάρ­χει πλέον χρό­νος για βαθ­μιαίες προ­σαρ­μο­γές καθώς τα σύν­νεφα της οικο­νο­μι­κής και κοι­νω­νι­κής κατάρ­ρευ­σης πυκνώ­νουν και το φάσμα μιας βίαιης γεω­πο­λι­τι­κής σύγκρου­σης υψώ­νει το κεφάλι του.

Επι­στροφή στα βασικά

Όπως και να ’χει, είτε έχουμε χρόνο είτε δεν έχουμε, είμα­στε υπο­χρε­ω­μέ­νοι να επι­στρέ­ψουμε στα βασικά. Πρέ­πει επει­γό­ντως να βρούμε σοβα­ρές πολι­τι­κές λύσεις στο πρό­βλημα των βασι­κών ανα­γκών της κοι­νω­νίας μέσα σε συν­θή­κες μειού­με­νων ενερ­γεια­κών απο­θε­μά­των και συρ­ρι­κνού­με­νων κεφα­λαίων και πιστώ­σεων, συνε­χούς απλού­στευ­σης των παρα­γω­γι­κών δια­δι­κα­σιών, στα­θε­ρής επι­στρο­φής στις τοπι­κές αγο­ρές και βαθ­μιαίου περιο­ρι­σμού των παρα­σι­τι­κών απα­σχο­λή­σεων (γρα­φειο­κρα­τίες και υπη­ρε­σίες). Με απλά λόγια, το βασικό πολι­τικό ζήτημα από εδώ και πέρα είναι πώς θα τρα­φούν, θα ντυ­θούν, θα στε­γα­στούν και θα εργα­στούν οι άνθρω­ποι καθώς θα επι­στρέ­φουν στις συν­θή­κες της πραγ­μα­τι­κής οικο­νο­μίας της μόνι­μης ανθρώ­πι­νης φτώχειας.

Είναι φανερό πως σε συν­θή­κες πραγ­μα­τι­κής οικο­νο­μίας η εξα­σφά­λιση των προς το ζην μέσω βιο­μη­χα­νι­κών λύσεων δεν είναι μόνο ανέ­φι­κτη, είναι και ασύμ­φορη. Χωρίς το φτηνό και άφθονο πετρέ­λαιο και τις πολύ­πλο­κες παρα­γω­γι­κές, οικο­νο­μι­κές και πολι­τι­κές μεγα-δομές που επέ­τρεψε, οι άνθρω­ποι χρειά­ζο­νται απλά εργα­λεία κατα­νοητά απ’ όλους, μικρές ποσό­τη­τες μυϊ­κής ενέρ­γειας (ανθρώ­πι­νης και ζωι­κής), τοπι­κές αγο­ρές και πολύ περιο­ρι­σμένη πίστωση – πράγ­ματα δηλαδή στον αντί­ποδα του σημε­ρι­νού βιο­μη­χα­νι­σμού. Στο κάτω κάτω της γρα­φής, σε συν­θή­κες πραγ­μα­τι­κής οικο­νο­μίας “ο ουρα­νός αρχί­ζει απ’ το ψωμί” και κανείς δεν σκέ­φτε­ται κυκλο­τρό­νια και διαστημόπλοια.

Πριν σαρά­ντα χρό­νια ο Σου­μά­χερ είδε την ανα­πό­φευ­κτη κατά­ληξη του βιο­μη­χα­νι­σμού και την επι­στροφή στην πραγ­μα­τική οικο­νο­μία με την εξά­ντληση των ανα­ντι­κα­τά­στα­των ορυ­κτών ενερ­γεια­κών απο­θε­μά­των. Και ήταν ο πρώ­τος που ειση­γή­θηκε την “ενδιά­μεση τεχνο­λο­γία” (αργό­τερα ο όρος έγινε “σωστή τεχνο­λο­γία”), δηλαδή σχε­τικά απλές τεχνο­λο­γίες που κινού­νται με τοπικά δια­θέ­σιμη ενέρ­γεια (ήλιο, αέρα, ποτά­μια, μυϊκή δύναμη) και κατα­σκευά­ζο­νται με τοπικά υλικά για να προ­σφέ­ρουν εισό­δημα και καλύ­τε­ρες συν­θή­κες ζωής. Βέβαια, ο Σου­μά­χερ και οι νεα­ροί ακτι­βι­στές που τον ακο­λού­θη­σαν έβλε­παν τότε τη “σωστή τεχνο­λο­γία” τους να εφαρ­μό­ζε­ται στον Τρίτο και όχι στον Πρώτο Κόσμο τους κι ένα κύμα φιλαν­θρω­πι­κών σχε­δια­στι­κών πρω­το­βου­λιών ξέσπασε σε πανε­πι­στή­μια και ιδρύ­ματα και προ­σέ­φερε πολ­λές πρω­τό­τυ­πες και δημιουρ­γι­κές λύσεις σε τρι­το­κο­σμι­κές χώρες. Με μια τρο­μερή ιστο­ρική ειρω­νεία, όμως, βλέ­πουμε τώρα τον Πρώτο Κόσμο σε μια μοι­ραία τρι­το­κο­σμική πορεία, οπότε αυτές οι σχε­δια­στι­κές πρω­το­βου­λίες ίσως απο­δει­χτούν χρή­σι­μες και για τον ίδιο.

Κοι­νό­τη­τες συνεργασίας

Αλλά η όποια τεχνο­λο­γία μόνη της δεν φτά­νει. Μέσα από οδύ­νες και δοκι­μα­σίες, νέοι κοι­νω­νι­κοί σχη­μα­τι­σμοί ανα­πό­φευ­κτα θα ανα­πτυ­χθούν πάνω στην καταρ­ρέ­ουσα βιο­μη­χα­νική βάση. Και οι κοι­νό­τη­τες συνερ­γα­σίας που θα δημιουρ­γη­θούν στη­ριγ­μέ­νες στα νέα (παλαιά) αυτά εργα­λεία – τη “σωστή τεχνο­λο­γία” των επι­γό­νων του Σου­μά­χερ ή τη “λαο­τε­χνο­λο­γία”, όπως την ονο­μάζω σε άλλα κεί­μενά μου – μάλ­λον θα γίνουν οι πυρή­νες μιας νέας κοι­νω­νι­κής και πολι­τι­κής οργά­νω­σης βασι­σμέ­νης στην απο­κέ­ντρωση, την τοπι­κό­τητα, την πρω­το­γενή παρα­γωγή, τη λιτό­τητα, τις ανα­νε­ού­με­νες πηγές ενέρ­γειας, τη στενή ανθρώ­πινη συνερ­γα­σία και (ω, παρά­λογη προ­σω­πική μου ελπίδα!) τη δια­φύ­λαξη της γνώ­σης και της τέχνης του παρελ­θό­ντος. Αυτοί οι μετα­σχη­μα­τι­σμοί συνε­πά­γο­νται την εξα­φά­νιση του ανθρω­πο­λο­γι­κού τύπου που ονο­μά­ζουμε κατα­να­λωτή, την επα­νεκ­παί­δευση εκα­τομ­μυ­ρίων άχρη­στων πρώην κατα­να­λω­τών και κατα­να­λω­τριών (ή όσων επι­ζή­σουν) στις ξεχα­σμέ­νες τέχνες της επι­βί­ω­σης και τον επα­νε­ποι­κι­σμό της εγκα­τα­λειμ­μέ­νης υπαί­θρου – με δυό λόγια, την απο­βιο­μη­χά­νιση του νου.

Αν υπάρ­χει μια ελπίδα να περι­σω­θεί κάτι απ’ τον ανθρώ­πινο πολι­τι­σμό, αυτή είναι οι τοπι­κές κοι­νό­τη­τες συνερ­γα­σίας και τα ανθρώ­πι­νης κλί­μα­κας εργα­λεία τους. Αυτές τις κοι­νό­τη­τες, αυτή τη γήινη τεχνο­λο­γία, αυτή την απε­ξάρ­τηση από το ιδε­ο­λό­γημα της ανά­πτυ­ξης και το αρπα­κτικό ήθος της οικο­νο­μι­κής επέ­κτα­σης θα ’πρεπε να θεμε­λιώ­νουμε τώρα. Αυτό θα ’πρεπε να είναι ο κεντρι­κός στό­χος της όποιας κυβερ­νη­τι­κής πολι­τι­κής: Η αλλαγή του μοντέ­λου οικο­νο­μι­κής και κοι­νω­νι­κής οργά­νω­σης, έστω και σε πει­ρα­μα­τική, εθε­λο­ντική και εκπαι­δευ­τική βάση. Αλλά οι κυβερ­νή­σεις είναι δέσμιες της παλιάς πολι­τι­κής και οικο­νο­μι­κής τάξης πραγ­μά­των. Δεν μπο­ρούμε να περι­μέ­νουμε τίποτα από τις κυβερ­νή­σεις, το κρά­τος και τις “πολι­τι­κές δυνά­μεις”, ειδικά σήμερα που όλοι αυτοί χορεύ­ουν σαν υπνω­τι­σμέ­νοι στον σκοπό που παί­ζει ο τρα­πε­ζί­της και η μαύρη μαγεία του δανει­κού χρήματος.

Απο­μέ­νει η πρω­το­βου­λία των λίγων πολι­τών που έχουν επί­γνωση του ιστο­ρι­κού ρήγ­μα­τος μέσα στο οποίο έχουμε βρε­θεί. Θα μπο­ρέ­σουν αυτοί οι λίγοι, το άλας της γης, να γίνουν ο οδη­γός μιας κακο­μα­θη­μέ­νης και εγω­ι­στι­κής κοι­νω­νίας (και κατα­δι­κα­σμέ­νης αν δεν αλλά­ξει) προς ένα βιώ­σιμο και ανε­κτό μέλλον;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*