Διεθνή, Μέση Ανατολή, Ρήξη φ. 90-99, Ρήξη φ. 98

Παίζοντας τους δύσκολους στη Μ. Ανατολή



Barack Obama, Benjamin Netanyahu


Τον τελευταίο καιρό, πληθαίνουν οι φωνές από στελέχη του αμερικανικού κατεστημένου, που ζητούν μια θαρραλέα αναθεώρηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, που θα λάβει αποστάσεις από τον καταστροφικό σιωνισμό του Ισραήλ και τον ακραίο ουαχαμπιτισμό της Σαουδικής Αραβίας. Μια από αυτές είναι και του Στίβεν Μ. Γουόλτ, γνωστού για παλαιότερο κείμενο που είχε συνυπογράψει με τον Τζον Μιρσχάιμερ, που καυτηρίαζε τη μεγάλη επιρροή που διατηρεί το ισραηλινό λόμπι στην διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Δημοσιεύουμε στη Ρήξη ένα τελευταίο του κείμενο, που σχολιάζει τις εξελίξεις που έχουν να κάνουν με τη Συρία και το Ιράν από αυτή τη σκοπιά, περισσότερο για να δείξουμε την εσωτερική διχογνωμία που κυριαρχεί αυτή την εποχή στις ΗΠΑ: Από τη μία είναι το «Κόμμα του Τσαγιού», που πιέζει για αναδίπλωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στα δόγματα του Μπους (εξάλλου δεν είναι τυχαίο ότι σκέφτονται να προτείνουν την Κοντολίζα Ράις για μέλλουσα υποψήφια πρόεδρο των Ρεπουμπλικάνων), και από την άλλη φωνές όπως αυτή, που ζητάει εγκατάλειψη της αμερικανικής επιθετικότητας και υιοθέτηση ενός πιο συναινετικού προφίλ.
«Ρ»

Λέγεται ότι, κάποιοι από τους συμμάχους της Αμερικής στη Μέση Ανατολή, δεν είναι διόλου ευχαριστημένοι με τις ΗΠΑ. Προφανώς, αναφέρομαι στη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, που ανησυχούν για τις συνομιλίες των ΗΠΑ με το Ιράν, ενώ δυσαρεστήθηκαν από την απροθυμία του Ομπάμα να αναμειχθεί στο συριακό αδιέξοδο. Αλλά, όσοι από εμάς εξέφραζαν μια πιο στρατηγική αντίληψη για τα αμερικανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή, καλωσορίζουν αυτές τις εξελίξεις.
Ας ξεκινήσουμε με τα αμερικανικά συμφέροντα. Οι ΗΠΑ έχουν τρεις βασικούς στρατηγικούς στόχους στην περιοχή. Πρώτον, επιθυμούμε να συνεχίσει το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο του Κόλπου να διοχετεύεται στις παγκόσμιες αγορές. Μια ανακοπή της ενεργειακής ροής από τον Περσικό Κόλπο θα οδηγούσε στην αύξηση των τιμών και θα έπληττε την ακόμα εύθραυστη παγκόσμια οικονομία. Δεύτερον, θέλουμε να αποθαρρύνουμε τις χώρες της Μέσης Ανατολής να αναπτύξουν Όπλα Μαζικής Καταστροφής, και ειδικότερα πυρηνικά όπλα. (Θα ήταν καλύτερα εάν οι ΗΠΑ είχαν αποτρέψει το Ισραήλ από την απόκτηση πυρηνικής βόμβας, αλλά αυτό το άλογο έφυγε από τον στάβλο κατά την δεκαετία του 1960). Τρίτον, επιθυμούμε να μειώσουμε τη βία των εξτρεμιστών, που εκφράζεται κυρίως μέσω της τρομοκρατίας. (Αυτή η απειλή υπερτονίζεται, κατά τη γνώμη μου, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται κιόλας).
Οι προϋποθέσεις για την επίτευξη αυτών των στόχων είναι δύο: Να διατηρηθεί μια ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή, και να κρατήσουμε την αμερικανική στρατιωτική παρουσία σε ελάχιστα επίπεδα. Εάν ένα περιφερειακό κράτος καταστεί πολύ ισχυρό, ή αν μια εξωτερική δύναμη αποκτήσει τη δυνατότητα να παρέμβει στην περιοχή, τότε μπορεί να κυριαρχήσει πάνω στις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες και να ελέγξει την προσφορά ενέργειας. Ανησυχίες τέτοιου τύπου οδήγησαν τις ΗΠΑ να αναπτύξουν τη Δύναμη Άμεσης Επέμβασης κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970, και μας έκαναν να πάρουμε το μέρος του Ιράκ στη σύγκρουση με το Ιράν κατά τη δεκαετία του 1980. Μας οδήγησαν επίσης στην άμεση στρατιωτική επέμβαση, για να διώξουμε το Ιράκ από το Κουβέιτ το 1991.
Ταυτόχρονα, η υπερβολική εμπλοκή και στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ απειλεί τους στρατηγικούς μας στόχους. Είτε διότι ενθαρρύνει κάποια κράτη να αποκτήσουν όπλα μαζικής καταστροφής, είτε πυροδοτώντας την αντιαμερικανική τρομοκρατία. Γι’ αυτόν το λόγο,  πολιτικές όπως αυτή της «διπλής αντιμετώπισης» του 1990, ή η καταστροφική προσπάθεια της κυβέρνησης Μπους για «περιφερειακό μετασχηματισμό», αποτέλεσαν στρατηγικά σφάλματα. Δεδομένης της απροσδόκητης αστάθειας που εξαπλώθηκε στην περιοχή μετά το ξέσπασμα της «Αραβικής Άνοιξης», υπάρχει ακόμα ένας σοβαρός λόγος για να διατηρούν σε χαμηλά επίπεδα την παρουσία τους οι ΗΠΑ, ειδάλλως θα θεωρηθεί ότι είμαστε μια αρπακτική ιμπεριαλιστική δύναμη, συνηθισμένη να επεμβαίνει στα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα της περιοχής.
Μια προσέγγιση από την σκοπιά της ισορροπίας δυνάμεων (ή, αν προτιμάτε, της ισορροπίας των απειλών) αναδεικνύει το κόστος των «ειδικών σχέσεων» για τις ΗΠΑ με το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία. Εφόσον παίζεις το παιχνίδι της ισορροπίας των δυνάμεων, επιθυμείς να μεγιστοποιήσεις τη διπλωματική ευελιξία και να αποφύγεις την υπερβολική προσήλωση σε κάποιον συγκεκριμένο σύμμαχο. Όπως λέγονταν για την Αγγλία, κατά το ζενίθ της δικής της ισορροπίας δυνάμεων, είχε «όχι μόνιμους φίλους, αλλά μόνιμα συμφέροντα».
Σήμερα, οι ΗΠΑ διατηρούν τόσο στενούς δεσμούς με το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία, που σχετίζονται και κατηγορούνται για τους δικούς τους λανθασμένους χειρισμούς. Συγκεκριμένα, θεωρείται ότι είμαστε συνυπεύθυνοι για τη σκληρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το Ισραήλ τους Παλαιστινίους υπηκόους του, αλλά και ως κύριος προστάτης της παρακμάζουσας σαουδικής μοναρχίας, οι αρχές διακυβέρνησης της οποίας βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με τις δικές μας. Εξάλλου, η προάσπιση αυτών των «ειδικών σχέσεων» έχει μειώσει την επιρροή των ΗΠΑ πάνω και στους δύο εταίρους: Οι Σαουδάραβες έχουν επανειλημμένα χώσει τη μύτη τους σε ζητήματα αντιτρομοκρατίας, ενώ το Ισραήλ συνεχίζει να εξαπλώνει τους οικισμούς και απειλεί, ή έχει χρησιμοποιήσει την ισχύ του με ενοχλητική συχνότητα, και τρόπους που επιδεινώνουν τις σχέσεις των ΗΠΑ με την υπόλοιπη περιοχή.
Οι συνομιλίες με το Ιράν και η ανάλήψη μιας πιο υπεύθυνης προσέγγισης για τις επεμβάσεις στην ευρύτερη περιοχή αποτελούν καλοδεχούμενες εξελίξεις. Η οικοδόμηση μιας σχέσης συνεννόησης με την Τεχεράνη θα ήταν προς όφελος των αμερικανικών συμφερόντων. Όχι μόνον θα προκαλούσε τη συνεργασία σε ζητήματα που οι ΗΠΑ και το Ιράν διατηρούν κοινά συμφέροντα (όπως στο Αφγανιστάν), αλλά από μόνο του το γεγονός ότι οι ΗΠΑ και το Ιράν συνομιλούν μεταξύ τους εποικοδομητικά, θα έκανε και τους άλλους συμμάχους μας στην περιοχή πιο δεκτικούς στις ανησυχίες και τα αιτήματά μας.
Δεν θέλω να υπερεκτιμήσω αυτή την τάση ώστε να διογκώσω τα πιθανά οφέλη της: Δεν πρόκειται να εγκαταλείψουμε τους παρόντες συμμάχους μας, ή να ανατρέψουμε απότομα τις μακροχρόνιες περιφερειακές μας δεσμεύσεις. Αλλά, μια μεγαλύτερη απόσταση από το Τελ Αβίβ και το Ριάντ και ένας ανοιχτός δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ της Ουάσινγκτον και της Τεχεράνης, θα μεγιστοποιούσε μακροχρόνια την αμερικανική επιρροή και μόχλευση. Εξάλλου όταν προσκολλείσαι τόσο στενά σε κάποιον σύμμαχο (όπως κάποτε οι ΗΠΑ με τον Σάχη της Περσίας), παθαίνεις μεγαλύτερη ζημιά αν συμβεί κάτι σε αυτόν.
Επειδή οι ΗΠΑ δεν αποτελούν δύναμη της Μέσης Ανατολής και επειδή ο πρωταρχικός μας στόχος είναι μια περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων, έχουμε την πολυτέλεια «να κάνουμε τους δύσκολους». Γι’ αυτόν το λόγο, δεν είναι και τόσο κακό να δυσανασχετήσουν και λίγο οι σύμμαχοι των ΗΠΑ. Μην ξεχνάμε πως είναι πιο αδύναμοι από τις ΗΠΑ και αντιμετωπίζουν πιο άμεσες απειλές. Εάν επιθυμούν να συνεχίσουν να απολαμβάνουν την προστασία και την υποστήριξη των ΗΠΑ, και ανησυχούν ότι η προσοχή μας μπορεί και να μειωθεί, ίσως να κάνουν κάτι περισσότερο για να διατηρούν τις ΗΠΑ ευχαριστημένες.


*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του περιοδικού Foreign Policy (fp.com), 28/10/2013

Ένα Σχόλιο

  1. Προς ενίσχυση της άποψης που εκφέρεται στο άρθρο είναι και το γεγονός ότι σε περίπου τρία έτη από τώρα, δηλ. ενώ ο Ομπάμα θα είναι ακόμα πρόεδρος άνευ απροόπτου, οι ΗΠΑ όχι μόνο θα είναι ενεργειακά απεξαρτημένες από τη Σ. Αραβία κλπ. αλλά θα είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο ξεπερνώντας τόσο τη Σ. Αραβία όσο και τη Ρωσσία.
    http://www.bloomberg.com/news/2013-11-12/u-s-nears-energy-independence-by-2035-on-shale-boom-iea-says.html
    Αυτό θα εξασθενήσει δραματικά αν όχι εκμηδενίσει το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα που οι μέχρι τώρα μεγάλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες είχαν να εκβιάζουν τον υπόλοιπο κόσμο με την απειλή πρόκλησης τεχνητής ενεργειακής κρίσης….

Γράψτε απάντηση στο Common sense Ακύρωση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*