Άρδην τ. 60-69, Άρδην τ.63, Αφιερώματα, Η προδοσία των διανοουμένων, Περιοδικό Άρδην, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Η διαμάχη Μάρξ-Μπακούνιν/Κροπότκιν

Συγγραφέας:

Αλ. Σκίντρα

Ο Μπακούνιν κριτικάρει κυρίως τις πολιτικές απόψεις του Μαρξ, δηλαδή ουσιαστικά το στόχο της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας, που καθίσταται «το μεγάλο έργο των εργαζόμενων τάξεων» και «το μεγάλο καθήκον του προλεταριάτου»1 και το αξίωμα της συγκρότησης του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη, που οδηγεί στη συγκέντρωση, σύμφωνα με τον Μπακούνιν, όλων των μέσων παραγωγής στα χέρια του κράτους, το οποίο ελέγχεται στην πραγματικότητα από μια «σοφή» μειοψηφία:
«Στο λαϊκό κράτος του κ. Μαρξ, μας λένε, δεν θα υπάρχει καμιά προνομιούχος τάξη. Όλοι θα είναι ίσοι, όχι μόνο από νομική και πολιτική, αλλά ακόμα και από οικονομική άποψη. Τουλάχιστον μας το υπόσχονται, αν και αμφιβάλλω πολύ, με τον τρόπο που ασχολούνται και τον δρόμο τον οποίο θέλουν να ακολουθήσουν, αν θα μπορέσουν να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους. Δεν θα υπάρχει λοιπόν πλέον τάξη αλλά μια κυβέρνηση, και προσέξτε το καλά, μια κυβέρνηση εξαιρετικά σύνθετη, που δεν θα αρκείται να κυβερνά και να διοικεί πολιτικά τις μάζες, όπως το κάνουν όλες οι κυβερνήσεις σήμερα, αλλά θα τις διοικεί και οικονομικά, συγκεντρώνοντας στα χέρια της την παραγωγή και την δίκαιη κατανομή του πλούτου, την καλλιέργεια της γης, την ίδρυση και επέκταση των εργοστασίων, την οργάνωση και διεύθυνση του εμπορίου, τέλος την επένδυση του κεφαλαίου στην παραγωγή από τον μοναδικό τραπεζίτη, το κράτος. Όλα αυτά θα απαιτήσουν τεράστιες επιστημονικές γνώσεις και πολλά κεφάλια ξέχειλα από μυαλό σ’ αυτή την κυβέρνηση. Θα είναι το βασίλειο της επιστημονικής διάνοιας, το πιο αριστοκρατικό, το πιο δεσποτικό, το πιο υπεροπτικό και το πιο μισαλλόδοξο από όλα τα καθεστώτα. Θα υπάρξει μια καινούργια τάξη, μια νέα ιεραρχία επιστημόνων, πραγματικών και φανταστικών, και ο κόσμος θα χωριστεί σε μια κυρίαρχη, στο όνομα της επιστήμης, μειοψηφία, και μια τεράστια πλειοψηφία που θα ζει στην άγνοια. Και τότε φυλαχτείτε από τις μάζες των άξεστων»!2
Αυτό το προφητικό όραμα δεν διατυπώνεται μονάχα σε κάποια μεμονωμένη παράγραφο των μπακουνικών κειμένων αλλά αποτελεί τον θεμέλιο λίθο των αντικρατικών θέσεων του ρώσου επαναστάτη, που εκφράζονται με ενάργεια στο βασικό του έργο Κρατισμός και Αναρχία:
«(…) Έτσι κανένα κράτος, όσο δημοκρατική κι αν είναι η μορφή του, ακόμη και η πιο κόκκινη πολιτική δημοκρατία, λαϊκό μόνο με την έννοια αυτού του ψεύδους που είναι γνωστό με το όνομα της αντιπροσώπευσης του λαού, δεν είναι σε θέση να δώσει στο λαό αυτό που έχει ανάγκη, δηλαδή την ελεύθερη οργάνωση των ίδιων του των συμφερόντων, από κάτω προς τα πάνω, χωρίς καμιά ανάμιξη, προστασία ή καταναγκασμό από τα πάνω, γιατί κάθε κράτος, ακόμη και το πιο δημοκρατικό, ακόμη και ψευδολαϊκό, όπως το κράτος που φαντάζεται ο κ. Μαρξ, δεν είναι τίποτε άλλο, στην ουσία του, από την διακυβέρνηση των μαζών, από πάνω προς τα κάτω, από μια σοφή και γι’ αυτό το λόγο προνομιούχο μειοψηφία, που ισχυρίζεται ότι καταλαβαίνει καλύτερα τα πραγματικά συμφέροντα του λαού απ’ ό,τι ο ίδιος ο λαός»3.
Στο φως της ιστορικής εμπειρίας μπορούμε να διαπιστώσουμε την ορθότητα αυτής της ανάλυσης του κράτους, ακόμα και του «εργατικού», του πιο «κόκκινου» που μπορεί να υπάρξει, που κυριαρχείται από μια «σοφή μειοψηφία» η οποία φαίνεται να καταλαβαίνει καλύτερα τα «πραγματικά συμφέροντα του λαού απ’ ό,τι ο ίδιος ο λαός». [ ]
Στο ερώτημα του Μπακούνιν: «Αν το προλεταριάτο γίνει κυρίαρχη τάξη, ποιόν θα κυριαρχεί; Αυτό λοιπόν σημαίνει ότι θα υπάρχει ακόμη μια τάξη υποταγμένη σ’ αυτήν τη νέα κυρίαρχη τάξη, σ’ αυτό το νέο κράτος»4, ο Μαρξ απαντά: [ ]
Τι σημαίνει «το προλεταριάτο οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη; Σημαίνει μήπως ότι αυτό θα αναλαμβάνει στο σύνολό του τη διεύθυνση των δημοσίων υποθέσεων;» Το σχόλιο του Μαρξ είναι διδακτικό: «Η εκτελεστική επιτροπή ενός συνδικάτου αποτελείται από ολόκληρο το συνδικάτο; Μπορεί κάθε καταμερισμός εργασίας να εξαλειφθεί μέσα σε ένα εργοστάσιο και μαζί του και οι διάφορες λειτουργίες που πηγάζουν απ’ αυτόν; Και σύμφωνα με το σχήμα ‘από κάτω προς τα πάνω’ του Μπακούνιν, μπορούν όλα να τοποθετηθούν ‘επάνω’; Τότε δεν θα υπάρχει πια τίποτε κάτω».
Έχουμε μάθει από τότε ότι όχι μόνο η «εκτελεστική επιτροπή ενός συνδικάτου», ή πολύ περισσότερο ενός «προλεταριακού» κόμματος, μπορεί να αντιπροσωπεύει όλα του τα μέλη, αποφασίζοντας γι’ αυτά, σε όλα και για όλα, αλλά ακόμα να ενσαρκώνεται σε ένα μόνο «έξοχο» μέλος, που αποτελεί αυτό μόνο του το «πάνω», αφού το «κάτω» έχει πια εξαντληθεί.
Είναι εκπληκτική, όπως μπορούμε να δούμε, η τύφλωση του Μαρξ σε σχέση με τον προνομιούχο ρόλο που θα έπαιζε μια μειοψηφία, γραφειοκρατική και σοσιαλιστική, στους κόλπους του κράτους. Είναι ακόμα πιο έκδηλη σε σχέση με το παρακάτω απόσπασμα του Μπακούνιν:
«Η διακυβέρνηση της τεράστιας πλειοψηφίας των λαϊκών μαζών από μια προνομιούχο μειοψηφία. Αλλά αυτή η μειοψηφία, λένε οι μαρξιστές, θα αποτελείται από εργάτες. Ναι, βέβαια, από πρώην εργάτες, που όμως από τη στιγμή που θα γίνουν κυβερνήτες ή αντιπρόσωποι του λαού, θα πάψουν να είναι εργάτες και θα βαλθούν να κοιτάνε τον κόσμο του προλεταριάτου από το ύψος του κράτους, χωρίς να αντιπροσωπεύουν πια το λαό, αλλά τους εαυτούς τους και την πρόθεσή τους να τον κυβερνήσουν. Όποιος αμφιβάλλει δεν γνωρίζει την ανθρώπινη φύση».
«Αυτοί οι εκλεγμένοι θα είναι, αντίθετα, αυθεντικοί σοσιαλιστές και επιπλέον επιστήμονες»5.
Ο Μαρξ του απαντά με ένα σόφισμα: οι εργάτες δεν θα πάψουν να είναι εργάτες «όπως όσο ένας σημερινός εργοστασιάρχης δεν παύει να είναι καπιταλιστής επειδή γίνεται δημοτικός σύμβουλος!».
Και στη συνέχεια, πάντα πάνω στο ίδιο απόσπασμα: «Αν μοναχά ο Μπακούνιν γνώριζε το ρόλο ενός διαχειριστή σε ένα συνεταιριστικό εργατικό εργοστάσιο, όλα του τα φεουδαλικά παραληρήματα θα πήγαιναν στο διάβολο. Αν είχε την ευκαιρία να αναρωτηθεί: ποια μορφή μπορούν να πάρουν οι διευθυντικές λειτουργίες στη βάση αυτού του εργατικού κράτους, αφού του αρέσει να το αποκαλεί έτσι;».
Όταν ο Μπακούνιν αποκαλεί την «κυβερνητική εξουσία των σοφών» την πιο «βαριά, την πιο καταθλιπτική και την πιο περιφρονητέα που θα μπορούσε να υπάρχει», ο Μαρξ σημειώνει: «Τι ονειροπόλημα!» Αντιλαμβανόμαστε ότι επιμένει να είναι «περήφανος στ’ αυτιά» και αρνείται να αποδεχθεί την παραμικρή πιθανότητα γραφειοκρατικού και δικτατορικού εκφυλισμού από τη μεριά των «προλετάριων» ή «σοσιαλιστών» υπευθύνων, ή ακόμη μιας μειοψηφίας που μιλά στο όνομά τους και που θα κατελάμβανε πολιτικές λειτουργίες στους οργανισμούς του κράτους ή τους εργατικούς συνεταιρισμούς. Η διαφθορά από την εξουσία του φαίνεται παραλογισμός, ένα «ονειροπόλημα χωροδεσπότη». Εκπληκτικό.
Συνεχίζει τον μονόλογο ενός κουφού όταν ο Μπακούνιν αμφισβητεί τον πρόσκαιρο χαρακτήρα αυτής της «κυβερνητικής εξουσίας των διανοουμένων»: «Όχι αγαπητέ μου! Η ταξική κυριαρχία των εργατών πάνω στα ανυπότακτα στρώματα του παλιού κόσμου δεν μπορεί να διαρκέσει παρά τόσο όσο τα οικονομικά θεμέλια της ταξικής τους ύπαρξης δεν εκμηδενίζονται». Πράγμα που αφήνει την πόρτα ανοιχτή σε όλες τις καταχρηστικές εκδοχές και συντηρεί όλες τις ασάφειες πάνω στη φύση αυτής της «ταξικής κυριαρχίας». Πολύ περισσότερο που ολοκληρώνει το σχόλιό του με μια λέξη από τις πιο διφορούμενες: «ανοησία», αναφορικά με την «ελεύθερη οργάνωση των εργαζόμενων μαζών από κάτω προς τα πάνω», του Μπακούνιν.
Αυτή η «μαρξιστική» άποψη δεν μπορεί παρά να προκαλεί μεγάλες αμφιβολίες για την ταξική φύση της διδακτορίας του «προλεταριάτου», για τη διάρκειά της, όπως και για το ενδεχόμενο ενός μελλοντικού μαρασμού του «εργατικού» κράτους.
Δεν μπορούμε να αρνηθούμε την πραγματική θέληση του Μαρξ να θέσει τέλος στην προλεταριακή υπόσταση, αλλά είναι θεμιτό να αναρωτηθούμε μήπως έμεινε αιχμάλωτος του ανταγωνιστικού του δίπολου καπιταλιστές-εργάτες χωρίς να κατορθώσει να αντιληφθεί μια τρίτη κοινωνική δύναμη που θα χρησιμοποιούσε την ιδεολογία του για δικό της λογαριασμό. Ή ακόμη, ότι ίσως ο Μαρξ πολύ απλά αφομοίωσε καλά τον μεσσιανισμό των ουτοπικών σοσιαλιστών που προηγήθηκαν ώστε ο καθοδηγητικός ρόλος «αυτών που γνωρίζουν» –αυτό που ο Μπακούνιν αποκαλεί η «επιστημονική διανόηση» (σκεπτόμενος τον ίδιο τον Μαρξ)– να είναι αυτονόητος γι’ αυτόν: μόνο εκείνοι που είναι ικανοί να καταλάβουν τον επιστημονικό σοσιαλισμό μπορούν να έχουν την «αρμοδιότητα» να οδηγήσουν το προλεταριάτο και την ανθρωπότητα ολόκληρη στο δρόμο του κομμουνισμού. Όπως το κράτος, έτσι και ο κυρίαρχος ρόλος τους είναι καταδικασμένος να «μαραθεί» μόνο σε ένα αόριστο μέλλον, όταν θα εξαλειφθούν οι διαφορές ανάμεσα στη χειρωνακτική και τη διανοητική εργασία. Μπορούμε λοιπόν να καταλάβουμε γιατί ο Μαρξ αποφεύγει να δώσει συνταγές για το πώς «θα κάνουμε τις χύτρες του μέλλοντος να βράσουν».
Ο Μπακούνιν πρόσφερε τον «ουσιαστικό μυελό» της κριτικής στον Μαρξ και είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Μακάισκι στηρίζεται σιωπηρά σ’ αυτήν. Είναι επίσης πολύ πιθανό ότι γνώριζε την κριτική του Κροπότκιν, ειδικότερα αυτήν που περιέχεται στο έργο του Η κατάκτηση του ψωμιού (1892):
«Για να σώσουν αυτό το σύστημα (της μισθωτής εργασίας), οι σημερινοί κάτοχοι του κεφαλαίου θα ήταν έτοιμοι να κάνουν κάποιους συμβιβασμούς: να μοιραστούν για παράδειγμα ένα μέρος των προνομίων τους με τους εργαζόμενους, ή να καθιερώσουν μια μισθολογική κλίμακα που θα τους υποχρεώνει να αυξάνουν τους μισθούς όταν αυξάνουν τα κέρδη: εν ολίγοις συγκατατίθενται σε μερικές θυσίες διασφαλίζοντας το δικαίωμα να διαχειρίζονται την βιομηχανία και να καρπώνονται τα κέρδη.»
«Ο κολεκτιβισμός (μαρξισμός), όπως ξέρουμε, επιφέρει σ’ αυτό το καθεστώς σημαντικές αλλαγές, αλλά δεν παύει να συντηρεί τη μισθωτή εργασία. Μοναχά το κράτος, δηλαδή η αντιπροσωπευτική κυβέρνηση, εθνική ή κοινοτική, υποκαθιστά το αφεντικό. Είναι τώρα οι αντιπρόσωποι του έθνους ή της κοινότητας και οι εκπρόσωποί τους, οι υπάλληλοί τους, που γίνονται διαχειριστές της βιομηχανίας. Είναι επίσης αυτοί που κρατούν για τον εαυτό τους το δικαίωμα να χρησιμοποιούν προς το συμφέρον όλων την υπεραξία της παραγωγής. Πέρα απ’ αυτό, καθιερώνουν μέσα σ’ αυτό το σύστημα μια πολύ λεπτή διαφορά, αλλά με μεγάλες συνέπειες, ανάμεσα στην εργασία του χειρώνακτα και αυτή του ανθρώπου που έχει ήδη ειδικευτεί: η εργασία του χειρώνακτα στα μάτια του κολεκτιβιστή (μαρξιστή) δεν είναι παρά μια απλή εργασία ενώ ο τεχνίτης, ο μηχανικός, ο επιστήμονας κλπ, κάνουν αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί σύνθετη εργασία και έχουν δικαίωμα σε έναν υψηλότερο μισθό. Αλλά όλοι είναι ‘μισθωτοί του κράτους’, όλοι είναι ‘υπάλληλοι’, λένε τελικά για να χρυσώσουν το χάπι».
Ο Κροπότκιν θυμίζει στη συνέχεια μια στοιχειώδη, βέβαια, αλήθεια αλλά, δυστυχώς, φοβερά επίκαιρη.
«Λοιπόν, η πιο μεγάλη υπηρεσία που θα μπορέσει να προσφέρει στην ανθρωπότητα η ερχόμενη επανάσταση θα είναι η δημιουργία μιας κατάστασης στην οποία κάθε σύστημα μισθωτής εργασίας θα γίνει αδύνατο, ανεφάρμοστο, και όπου θα επιβληθεί σαν μόνη αποδεκτή λύση ο κομμουνισμός, η άρνηση της μισθωτής εργασίας»6.
***

1. Εναρκτήριος λόγος της Διεθνούς Ένωσης Εργαζομένων, γραμμένος από τον Μαρξ. Βλ. Marx, Œuvres, Économie, όπ.π. τ. Ι, σελ.467 και καταστατικό, όπ.π., σελ. 472.
2. «Lettre aux compagnons du Jura» in Archives Bakounine, Λέιντεν, 1965, τ. ΙΙΙ, σελ. 204.
3. Όπ.π., 1967, τ. IV, σελ. 219-220.
4. Όπ.π., σελ. 346-347.
5. Ουτσένιγι, στα ρώσικα σημαίνει τον πολυμαθή, το σοφό, τον επιστήμονα, και γενικά κάθε άνθρωπο που έχει ανώτερη μόρφωση ή μεγάλη κουλτούρα. Αυτός ο όρος ανταποκρίνεται στον «πολιτισμένο, μορφωμένο κόσμο», για τον οποίο μιλά ο Μακάισκι.
6. Piotr Kropotkine, La Conquête du pain, Παρίσι, Stock, 1932, σελ. 73-74.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*