Άρδην τ. 60-69, Άρδην τ.63, Αφιερώματα, Η προδοσία των διανοουμένων, Περιοδικό Άρδην, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Η απολογία της υποτέλειας

Συγγραφέας:

Σπύρος Κουτρούλης

«Αντιεθνικιστές» και αντιδραστικοί συναντιούνται στην άποψη ότι η αριστερά δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι πατριωτική δηλαδή δεν μπορεί και δεν πρέπει να υπερασπίζεται την εδαφική ακεραιότητα και τον πολιτισμό μιας χώρας, ενός τόπου.
Όπως είναι ρατσισμός να θεωρείς ότι τα έθνη προσδιορίζονται από βιολογικούς παράγοντες και γι’ αυτό υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές, έτσι είναι ρατσισμός να αρνείσαι την δυνατότητα κάθε έθνους να αυτοπροσδιορίζεται και να προσπαθείς με την κουκούλα της παγκοσμιοποίησης να καλύψεις ή και να εξαφανίσεις υπαρκτές πολιτιστικές διαφορές. Κάθε έθνος θα πρέπει να διατηρεί τα στοιχεία της ταυτότητας τους, αλλά και παράλληλα να προσπαθεί να την εμπλουτίζει με την επικοινωνία με άλλους πολιτισμούς και τον διάλογο με άλλα έθνη.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του A. Γαβριηλίδη «Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού» (Ρίτσος – Ελύτης – Θεοδωράκης – Σβορώνος) (Εκδ. Futura, σελ.320), που γνώρισε προνομιακή προβολή από την εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (9/9/2006). Στόχος του βιβλίου είναι η αριστερά, ειδικότερα δε η αριστερά που συνδυάζει τον αντιιμπεριαλισμό με τον πατριωτισμό. Την προέλευση του βιβλίου μπορούμε να την αναγνωρίσουμε, στις περισσότερο συγκεκριμένες κριτικές του Γ. Μηλιού στον Δ. Σαββόπουλο, στον Γ. Μαρκόπουλο, στον Μ. Κατράκη που είχαν δημοσιευθεί στην δεκαετία του ’80 στο περιοδικό «Σχολιαστής».
Όπως και η συντηρητική σκέψη, ο Γαβριηλίδης θεωρεί ότι η Ελλάδα ανήκει στην Δύση. Ενώ εμφανίζεται ως υπερασπιστής της «ουσίας» της αριστεράς, των ιερών δογμάτων της, ανεξάρτητα από την εμπειρική τους επιβεβαίωση, καταλήγει σε μία νεοσυντηρητική επιχειρηματολογία, που ταυτίζει την αριστερά με τον φασισμό και τον εθνικισμό, ενώ υπερασπίζεται τελικά με σαφή τρόπο την πολιτική των ΗΠΑ. Θεωρώ ότι οι σκέψεις του δεν διαθέτουν την αναγκαία φιλοσοφική και φιλολογική τεκμηρίωση. Το χειρότερο δε ότι στο πλαίσιο μιας τρέχουσας πολιτικής διαμάχης δυσφημούνται σημαντικοί στοχαστές σαν τον Σβορώνο και τον Γ. Ρίτσο.
Όπως είδαμε στις αντιαποικιακές επαναστάσεις (Κύπρος, Αλγερία, Παλαιστίνη, Βιετνάμ, Κίνα, Κούβα) η αντίσταση υλοποιείται πολλές φορές μέσα από τον εθνισμό και τις θρησκείες. Ο Γαβριηλίδης αντί να επικρίνει τον ιμπεριαλισμό, την πλανητική κυριαρχία των ΗΠΑ, επικρίνει τα αντιστεκόμενα έθνη. Μετά την «Αυτοκρατορία» του Negri, είναι προφανές ότι πολλοί που προέρχονται από την αριστερά, βρίσκονται σε μεγάλη σύγχυση. Προσπαθούν δε αυτή την σύγχυση να την μεταδώσουν, ώστε ο χώρος που θα πρέπει να είναι ο κριτής κάθε εξουσίας, να γίνει απολογητής της ισχυρότερης και αλαζονικότερης σήμερα εξουσίας των ΗΠΑ.
Για παράδειγμα ο Γαβριηλίδης αγνοεί την θετική αποτίμηση του πόνου όχι μόνο στην δική μας παράδοση, αλλά και στις ανατολικές θρησκείες και στον Σοπενχάουερ. Με πολύ ευκολία χαρακτηρίζει τον Ελύτη εθνικιστή κ.λπ., αγνοώντας τις θετικές αποτιμήσεις του έργου του από κάθε άλλο παρά εθνικιστές όπως είναι ο Νίκος Δήμου και ο Νάνος Βαλαωρίτης. Επίσης στην ίδια κατηγορία θέτει και τον Π. Γιαννόπουλο, αγνοώντας επίσης σημαντικές μελέτες που τον θέτουν στην πραγματική του διάσταση σαν την μελέτη του Σωτήρη Γουνελά «Ο Π. Γιαννόπουλος στις αρχές του αιώνα» ( Σ. Γουνελά «Η κρίση του πολιτισμού» Εκδ. Αρμός σελ. 266).
Είναι περίεργο αν ο Ρίτσος, ο Ζαχαριάδης, ο Σβορώνος, ο Θεοδωράκης υπήρξαν εθνικιστές και μάλιστα ακραίοι, γιατί επέλεξαν να στρατευθούν στην αριστερά και να υποστούν διώξεις, εξορίες, βασανιστήρια ενώ κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι σε ένα ακροδεξιό ή συντηρητικό πολιτικό μόρφωμα όπως έπραξαν άλλοι πρώην αριστεροί όπως ο Α. Χουρμούλιος, ο Σ. Κωνσταντόπουλος, ο Θ. Παπακωνσταντίνου, ο Γεωργαλάς. Όμως αυτά τα συμπεράσματα βγαίνουν όταν ο εθνισμός ταυτίζεται με τον εθνικισμό και όταν παραβλέπεται το γεγονός ότι στην διάρκεια της κατοχής η αριστερά υπερασπίστηκε τον ελληνισμό, ενώ ποιητές όπως ο Ρίτσος δεν έμειναν ασυγκίνητοι από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Κυπρίων και την θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου.
Ο Γαβριηλίδης αντιιστορικά ταυτίζει το νεο-ελληνικό κράτος με την νεοελληνική κοινωνία ενώ πρόκειται για διακριτές και σε πολλές περιπτώσεις αντιμαχόμενες οντότητες. Επικρίνει τα πάθη του λαϊκού πολιτισμού όπως τα διηγούνται οι ποιητές. Έτσι ο αντιεθνισμός σταδιακά λαμβάνει την μορφή ελιτισμού.
Οι βαρύτατες επικρίσεις στο έργο του Ν. Σβορώνου (διαφορικός ρατσισμός) δεν αξίζουν κανενός σχολιασμού. Αρκεί να διαβάσουμε τα κείμενα του Σ. Ασδραχά και του Νάσου Βαγενά για να πειστούμε ότι έχουν το βάρος, που έχει μία συκοφαντία. Άλλωστε ο Γαβριηλίδης θεωρεί ανυπέρβλητο «το μπλοκάρισμα που προέκυψε στους Έλληνες αριστερούς από τη «μέθεξή τους στον αντιστασιακό αγώνα του ’40-’44» (σελ. 179).
Έτσι μία μεταμοντέρνα ρητορεία, αναμειγνύεται με την φρασεολογία του Negri περί «αυτοκρατορίας», περί «αποεδαφικοποίησης», περί «πλήθους», περί «νομάδων» με ένα δήθεν αριστερό πουριτανισμό που υπερασπίζεται την καθαρότητα του αριστερού λόγου. Το αποτέλεσμα είναι σαφές: αντιδραστικά – νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα με αριστερό περιτύλιγμα, υπεράσπιση της τυχοδιωκτικής πολιτικής του αμερικανισμού.
Έτσι ειρωνεύεται το ΚΚΕ, τους μαοϊκούς που επισημαίνουν τον αρνητικό ρόλο των «μεγάλων δυνάμεων» έναντι του νεοελληνικού κράτους, την αριστερά συνολικά που είχε «συγκροτήσει την υποκειμενικότητά της κατά μία λογική συμβατή με την καταστροφολογία της και τον εθνικισμό» (σελ. 67), την Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας (Κ.Ο.Ε) για ένα κείμενο που επικρίνει τις αμερικάνικες επεμβάσεις στο Ιράκ, στην Παλαιστίνη, στην Κύπρο, στην πρώην Γιουγκοσλαβία, τον Αλαβάνο τον θεωρεί σχεδόν αντισημίτη, ενώ ως απλά κακοί μαρξιστές θεωρούνται ο Λαφαζάνης και ο Βεργόπουλος. Επίσης θεωρεί ότι ο όρος «νέα τάξη» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τις ΗΠΑ αν και πρώτος ο πρόεδρος Ρήγκαν το χρησιμοποίησε, για να χαρακτηρίσει τις πολιτικές των ΗΠΑ, ακόμη κι αν ο όρος αυτός παρέπεμπε άμεσα στην ναζιστική ρητορική.
Ο Γαβριηλίδης θεωρεί ότι ο αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα «έχει προσλάβει, ποσοτικά και ποιοτικά, μία σημασία που δεν έχει σε κανένα άλλο κράτος (ούτε καν στο Βιετνάμ, το οποίο συγκριτικά υπέστη πολύ χειρότερα και πολύ πιο πρόσφατα δεινά από τις ΗΠΑ» (σελ. 273). Το άμεσο συμπέρασμα αυτής της πρότασης είναι ότι ο αντιαμερικανισμός θα πρέπει τουλάχιστον να περιοριστεί. Στην συνέχεια υπερασπίζεται τους «Ανδριανόπουλο, Σωμερίτη, Τζανετάκο, Γεώργιο, Νικόλαο Παπανδρέου» από τα επικριτικά σχόλια του συγγραφέα Ν. Κουνενή σχετικά με την στάση που έλαβαν για τον πόλεμο στο Ιράκ. Στην συνέχεια προσπαθεί να συνδέσει τον αντιαμερικανισμό με τον ρατσισμό και την ξενοφοβία (σελ. 278), ενώ όπως είναι αναμενόμενο υπερασπίζεται το αμερικανο-αγγλικής εμπνεύσεως σχέδιο Ανάν. Κατά περίεργο τρόπο τελικά έχουμε την ανιαρή επανάληψη ψυχροπολεμικών ιδεολογημάτων –που εκφωνούνται είτε από αντιδραστικούς στοχαστές ή μεταμεληθέντες αριστερούς- όπου η αριστερά γενικώς ταυτίζεται με τον φασισμό. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο υπονομεύονται όλες οι δυνατότητες και τα όπλα των λαών για αντίσταση, ενώ με μεγάλη ευκολία συκοφαντούνται σημαντικοί στοχαστές, που σε πολλές περιπτώσεις σφράγισαν το έργο τους με προσωπικές θυσίες.
Παρόμοιας –αλλά μικρότερης έκτασης- ανακρίβειες περιέχονται στο βιβλίο του Σ. Μαρκέτου «Πώς φίλησα τον Μουσσολίνι! Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού» (Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006). Καταρχήν θεωρούνται τα αντάρτικα σώματα που πολεμούσαν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από την Οθωμανική Κυριαρχία ως τρομοκράτες, ενώ με μεγάλη ευκολία χαρακτηρίζει τον Π. Γιαννόπουλο και τον Ι. Δραγούμη ως προδρόμους του ελληνικού φασισμού. Ειδικά για τον δεύτερο πέρα από τις σκέψεις που έχω διατυπώσει στο «Εθνισμός και κοινοτισμός» (Εναλλακτικές Εκδόσεις) σημειώνω ότι ο Γιάννης Κορδάτος έγραψε ότι «ο Δραγούμης ήτανε για μένα μία εξαιρετική φυσιογνωμία, ένας ηγέτης με μέλλον», ένας «εξαιρετικός άνθρωπος, ευγενικός στοχαστής, τίμιος πολιτικός, φανατικός ιδεαλιστής» ενώ επίσης γράφει ότι «διάβασα το βιβλίο του ‘Όσοι ζωντανοί’, που κυκλοφορούσε τότες, και επηρεάστηκα πολύ, γι’ αυτό άρχισα να θαυμάζω τον πατριώτη και τον αγωνιστή» (Νέα Εστία», τ.342, 15/3/1941). Επίσης ο Νίκος Γιαννιός έγραφε ότι ο Δραγούμης πρωτοστατούσε στην δημοσίευση σοσιαλιστικών άρθρων στην εφημερίδα «Λαός», ενώ τόνιζε ότι το «συστηματοποιημένο εθνικισμό του “Ίδα”, θα προτιμούσαμε, ακόμη και μείς οι σοσιαλιστές (Νέα Εστία, τ. 342 15/3/1941, αναδημοσιεύθηκαν στην «Νέα Κοινωνιολογία» τ. 28, φθινόπωρο 1999). Θετική αποτίμηση του έργου του Ι. Δραγούμη διατυπώνει ο Γ. Θεοτοκάς στο «Ελεύθερο Πνεύμα» και σε άλλα δοκίμιά του, επιμένοντας περισσότερο στην υπόδειξη του «εσωτερικού ανθρώπου» στο έργο του Δραγούμη. Ενώ ο Κωστής Μοσκώφ τέλος επεσήμανε τον ρόλο του Δραγούμη στην Βαλκανική Ομοσπονδία: «Μέσα στον εθνικιστικό παλμό, που πηγάζει από το απελευθερωτικό κίνημα των λαών πολύ περισσότερο απ’ ό,τι από τα συμφέροντα της ντόπιας ή της διεθνούς τους ιδεολογικής ηγεσίας, μόνο λίγοι ονειροπόλοι –ο Ίωνας Δραγούμης, ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης εμμένουν στον ομοσπονδισμό σαν την σωτήρια λύση στο πρόβλημα των λαών «της καθ’ ημάς Ανατολής» (Κ. Μοσκώφ, «Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης – η διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα» Εκδ. Καστανιώτη, Γ’ έκδοση σελ. 380».

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*