Άρδην τ. 60-69, Άρδην τ.63, Αφιερώματα, Η προδοσία των διανοουμένων, Περιοδικό Άρδην, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Η εκτροπή μιας αντιπαράθεσης

Συγγραφέας:

Γιώργος Ρακκάς

Είναι από τη μία οι δυνάμεις της «επιστημοσύνης», της «πολυπρισματικότητας», της «κριτικής σκέψης», της «αποδραματοποίησης», οι δυνάμεις που παλεύουν τον «εθνοκεντρισμό». Κι από την άλλη, μας λένε αυτοί οι περισπούδαστοι διανοούμενοι είναι ο «εσμός» των «εθνικιστών», των «μισαλλόδοξων» και των «παραδοσιοκεντρικών».
Ο στόχος τους δεν είναι μόνο να πλήξουν τον αντίπαλο χρησιμοποιώντας όλες τις εκδοχές της συκοφαντίας. Περισσότερο, επιθυμούν να εκτρέψουν τη διαμάχη μακριά από το πραγματικό της επίδικο, τις πολιτικές διαστάσεις του ζητήματος, γιατί εκεί, πραγματικά, τα γενικόλογα επιχειρήματα και η επίκληση αφηρημένων αρχών εξαντλούνται και ξεδιπλώνεται πλήρως η λειτουργία της «νέας ιστορίας» στην πράξη.

Διότι πρόκειται για μια θεωρητική κατασκευή που εκφράζει, στο επίπεδο της ιστοριογραφίας, τις απαιτήσεις των γεωπολιτικών συμφερόντων της παγκόσμιας και των περιφερειακών υπερδυνάμεων:
Οι ΗΠΑ και η Τουρκία αποσκοπούν στην αποδιάρθρωση της Βαλκανικής σ’ ένα ενιαίο, εθνικά αποχρωματισμένο, μωσαϊκό ασταθών κρατών, τις τύχες των οποίων θα διαχειρίζονται από κοινού, σε μια ισορροπία ρόλων και δυνάμεων. Οι Αμερικάνοι θα έχουν την υψηλή εποπτεία και η Τουρκία -στηριγμένη στον οικονομικό της δυναμισμό και την πολιτική της ισχύ- θα διασφαλίζει δια της ηγεμονίας στην περιοχή τη συνοχή της. Με τις εξελίξεις στην Μέση Ανατολή, την αναβάθμιση των Κούρδων του Ιράκ αλλά και τις προσπάθειες για την απομόνωση του Ιράν, το σενάριο αυτό φαίνεται να κερδίζει έδαφος για ακόμα έναν άλλο λόγο: η υλοποίησή του δίνει στην Τουρκία τα απαραίτητα ανταλλάγματα προκειμένου να «δεχθεί» την αναβάθμιση των Κούρδων στο Βόρειο Ιράκ.
Συγκεκριμένες ιστορικές αφηγήσεις παίζουν σ’ αυτό το σενάριο δύο πολύ διακριτούς ρόλους.
Αφ’ ενός, αποσκοπούν στο να συντηρήσουν τους ανταγωνισμούς μεταξύ των εθνοτήτων της περιοχής αναπαράγοντας την αστάθεια στα Βαλκάνια. Γι’ αυτόν τον λόγο, μη-κυβερνητικές οργανώσεις, ιδρύματα αλλά και επίσημοι φορείς (πρεσβείες κι επιτροπές) δίνουν ιδιαίτερο βάρος στη στήριξη και την καθοδήγηση των μειονοτικών σπουδών. Στόχος τους είναι η δημιουργία  στρατηγικών μειονοτήτων που θα παίζουν οιονεί διχαστικό ρόλο στην περιοχή.
Αφ’ ετέρου, προσβλέπουν να ελαχιστοποιήσουν τις επαναστατικές παραδόσεις και τις κληρονομιές της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας από τη μνήμη των λαών της Βαλκανικής. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται, για παράδειγμα, ο εξωραϊσμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα εκπαιδευτικά βιβλία της Ιστορίας και στα εγχειρίδια των δασκάλων του CDRSEE.
Σε γενικές γραμμές, όπως η «οικονομία της αγοράς» απαιτεί και «κοινωνίες της αγοράς», έτσι και ένα «αυτοκρατορικό μέλλον» προϋποθέτει την κατασκευή ενός «αυτοκρατορικού παρελθόντος» που θα προκαταλαμβάνει τις συνειδήσεις και εν τέλει τη σκέψη των λαών της περιοχής.  Βεβαίως, όλα αυτά τοποθετούνται σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο κι επομένως συμπληρώνονται από παραμέτρους οι οποίες λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο σ’ ένα ευρύτερο από το περιφερειακό, δηλαδή διεθνές, επίπεδο.
Όλα αυτά καταδεικνύουν πλήρως τον επιλεκτικό χαρακτήρα που χαρακτηρίζει τις «αρχές» και την «επιστημολογική βάση» της «νέας ιστορίας». Μιλάει για «αποδραματοποίηση της εθνικής μνήμης» ενώ στην ουσία προσβλέπει στην «αποδραματοποίηση» συγκεκριμένων «εθνικών ιστοριών» ενισχύοντας παράλληλα άλλες. Υποβαθμίζει, για παράδειγμα, τις γενοκτονίες των Ποντίων, των Ελλήνων και των Αρμενίων από τους Νεότουρκους, ενώ ταυτόχρονα μετέχει πλήρως σε ό,τι αφορά την αφήγηση της Βιομηχανίας του Ολοκαυτώματος, σε μια «παράδοξη» συγχρονία με τα ανά τον κόσμο σιωνιστικά λόμπι. Υποβαθμίζει τον ρόλο και την εικόνα μορφών της Ελληνικής Επανάστασης (ο Κολοκοτρώνης και η «γενοκτονία» της Τριπολιτσάς), ενώ υιοθετεί πλήρως την αφήγηση του τουρκικού εθνικισμού για τον Κεμάλ Ατατούρκ. Και βεβαίως, προσβλέπει στην ιστορική υποβάθμιση όλων των Επαναστάσεων  (λόγου χάρη, το βιβλίο της Στ΄ Δημοτικού, «προσπερνάει» πέρα από την Ελληνική, και τη Γαλλική Επανάσταση), ενώ ταυτόχρονα «απαλύνει» την εικόνα καταπιεστικών θεσμών (Ιερά Συμμαχία) και εκμεταλλευτικών σχέσεων (Αποικιοκρατία).
Η συνέπεια με τη «θεωρία»
Όλα αυτά βεβαίως είναι απολύτως συνεπή με το γενικότερο θεωρητικό υπόβαθρο των «νέων ιστορικών». Ας μην ξεχνάμε ότι οι τελευταίοι ασπάζονται με θέρμη την κυρίαρχη ακαδημαϊκή προσέγγιση περί των εθνών ως «φαντασιακών κοινοτήτων». Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλές εκδοχές αυτής της θεωρητικής κατασκευής. Κάποιος, θα μπορούσε να τις συναντήσει στα έργα των Ε. Χομπσμπάουμ, Ε. Γκέλνερ, Μπ. Άντερσον και σε πιο εξειδικευμένο, «βαλκανικό» πεδίο, σ’ αυτά των Μ. Χρόχ και Μ. Τοντόροβα. Σε γενικές γραμμές, πέρα από τις δευτερεύουσες διαφοροποιήσεις και τις διαβαθμίσεις των επιχειρημάτων, η άποψη αυτή υποστηρίζει πως η εθνική ταυτότητα αποτελεί μία κατασκευή των ελίτ, στην προσπάθειά τους να διασφαλίσουν την ενότητα στα νεότευκτα κράτη τους. Η τελευταία επιτεύχθηκε όταν η εκπαίδευση, μαζί με τους υπόλοιπους ιδεολογικούς μηχανισμούς, τις εφημερίδες, τη λογοτεχνία κ.ο.κ., διαμόρφωσε μια συνείδηση εθνική ομογενοποιώντας το πολιτιστικό μωσαϊκό των διαφορετικοτήτων που χαρακτήριζε τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα – κυρίως τις αγροτικές μάζες.
Δεν θα σταθούμε εδώ στο περιεχόμενο της άποψης αυτής. Θα συγκρατήσουμε μοναχά τη σημασία που δίνει αυτή η προσέγγιση στους εκπαιδευτικούς και τους άλλους επίσημους ιδεολογικούς μηχανισμούς στη διαμόρφωση και την αναπαραγωγή της εθνικής ταυτότητας. Κι αυτό θα το κάνουμε, προκειμένου να δείξουμε ότι, αυτή τη φορά, ξεκινούν από την ίδια αφετηρία για να επιτύχουν το αντίθετο αποτέλεσμα: προσδοκούν στην υποχώρηση των εθνικών συνειδήσεων, γι’ αυτό και εφορμούν για τον έλεγχο των εκπαιδευτικών και των άλλων ιδεολογικών μηχανισμών. Αν μη τι άλλο, οι «νέοι ιστορικοί» είναι συνεπείς με τη θεωρία που πρεσβεύουν.
…«Τα εργαλεία»
Πέρα όμως από τα απαραίτητα θεωρητικά ερείσματα, η εμπλοκή στους ιδεολογικούς μηχανισμούς απαιτεί και ορισμένα «πολιτικά εργαλεία» που θα επιτρέψουν σε φορείς αυτού του ρεύματος να μετασχηματίσουν το περιεχόμενό τους. Η συγγραφή βιβλίων και διδακτορικών, τα συνέδρια και τα μεταπτυχιακά δεν αρκούν από μόνα τους για να αλλάξουν τα βιβλία του σχολείου. Χρειάζεται και το κατάλληλο πολιτικό-νομικό πλαίσιο που θα επιτρέψει την αλλαγή τους.
Σ’ αυτό το πεδίο, οι «αναθεωρητικές δυνάμεις» βρήκαν ποικίλα ερείσματα, τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο. Ας μην ξεχνάμε ότι, ούτως ή άλλως, ζούμε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης όπου το κυρίαρχο μοντέλο ευνοεί σε γενικές γραμμές την αποψίλωση των κοινωνιών από κάθε συλλογική ταυτότητα, στην προσπάθειά του να διαμορφώσει ένα μοναχικό πλήθος ατόμων-καταναλωτών. Επομένως, από κάθε άποψη, το ευρύτερο διεθνές κλίμα ευνοεί σαφέστατα κάθε προσπάθεια απο-εθνικοποίησης.
Από εκεί και πέρα, υπάρχουν συγκεκριμένα κείμενα, οδηγίες υπερεθνικών και περιφερειακών οργανισμών που αναφέρονται ειδικότερα στην ιστορία και που ενισχύουν το εγχείρημα της «αναθεώρησης». Όπως υπάρχει και εκδηλωμένο ενδιαφέρον μη-κυβερνητικών οργανώσεων και επίσημων κρατικών φορέων αμερικανικών και δυτικο-ευρωπαϊκών κρατών που συγκαταλέγουν στις δραστηριότητές τους κυρίως την ενασχόληση με την Ιστορία. Είναι το δίκτυο που έχουμε επανειλημμένα περιγράψει μέσα από τις στήλες του Άρδην, που δρα στην Ανατολική και τη Νοτιο-Ανατολική Ευρώπη και περιλαμβάνει μεγιστάνες τύπου Σόρος, πολυεθνικές επιχειρήσεις, αμερικανικές υπηρεσίες κ.ά.
Υπάρχει η διακήρυξη της UNESCO του 1995 η οποία δίνει ιδιαίτερο βάρος στον ρόλο της εκπαίδευσης «στην εμπέδωση της ειρήνης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας στα Βαλκάνια», αλλά και η οδηγία (1283/1996- άρθρα 1,2,3,4,10 & 14) του Συμβουλίου της Ευρώπης [Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να γνωρίσει το παρελθόν του, καθώς και το δικαίωμα να απαρνηθεί το παρελθόν που του επιβάλλεται (…). Το μάθημα της Ιστορίας (…) έχει την δυνατότητα να προωθήσει τη μεγαλύτερη δυνατή διακατανόηση, ανοχή και εμπιστοσύνη μεταξύ των ατόμων αλλά και των λαών της Ευρώπης (…) Το περιεχόμενο των προγραμμάτων του βιβλίου της Ιστορίας (…) πρέπει να περιλαμβάνει τη μελέτη όλων των πτυχών των κοινωνιών. Πρέπει να διδάσκεται τόσο η τοπική όσο και η εθνική ιστορία –χωρίς η δεύτερη να μετατρέπεται σε μηχανισμό εγχάραξης της εθνικιστικής ιδεολογίας– όσο και η Ιστορία των μειονοτήτων. Τα αμφιλεγόμενα, ευαίσθητα και τραγικά γεγονότα πρέπει να εξισορροπούνται από τις θετικές αλληλεπιδράσεις…].
Βεβαίως, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει πως ο λόγος των διεθνών οδηγιών και των διακηρύξεων που αναφέραμε είναι αρκετά αμφίσημος ώστε να συνεπάγεται την άμεση ενίσχυση της αναθεώρησης της Ιστορίας στην κατεύθυνση που βιώνουμε σήμερα. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι οι διακηρύξεις και οι οδηγίες υλοποιούνται και εισακούονται υπό το πρίσμα της εκάστοτε πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής συγκυρίας. Όπως την εποχή εκείνη, σε μια έξαρση της οργουελιανής ρητορικής, η «ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η δημοκρατία στα Βαλκάνια» σήμανε τις βόμβες του ΝΑΤΟ και την αμερικανική νεο-αποικιοκρατία, έτσι και το «δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να γνωρίσει το παρελθόν του» υποδηλώνει τη δυνατότητα κάθε Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να υπογράφει φετφάδες για το πώς κάθε λαός θα διαμορφώνει την ιστορική του συνείδηση (εξ ου και η εμμονή στο «πρέπει να») αλλά και την εξουσία του κάθε ακαδημαϊκού ιστοριογράφου να περνάει τις συλλογικές μνήμες από το δικαστήριο της «νέας μεθόδου», για να εγκρίνει, με την βούλα της κυρίαρχης πολιτικής τάξης, το τι επιτρέπεται να θυμόμαστε και το τι όχι. Για τα περί «εγχάραξης της εθνικιστικής ιδεολογίας», γνωρίζουμε πλέον ότι κι αυτός ο όρος υπόκειται κατ’ εξοχήν στους κανόνες της επιλεκτικής χρήσης, συνιστά πλέον απροκάλυπτη πρόφαση: ο αμερικανικός ή ο ισραηλινός εθνικισμός, ο ευρωκεντρισμός είναι τάσεις ευπρόσδεκτες, ενώ «η κόλαση είναι οι άλλοι», οι Βαλκάνιοι, οι Λατινοαμερικάνοι και οι λαοί της Μέσης Ανατολής. Και η εργαλειακή χρήση αυτού του όρου είναι επικίνδυνη για έναν ακόμη λόγο, γιατί αυτός καθίσταται κενός και άρα αδύναμος να εκφράσει τον κίνδυνο που ελλοχεύει πίσω από τις πραγματικές εκφράσεις του φαινομένου.  Τέλος, για τα «τραγικά γεγονότα» που πρέπει να «εξισορροπούνται», από τις «θετικές επιδράσεις» αναρωτιέται κανείς πως μπορεί να εντάξει σ’ αυτήν τη διαλεκτική ιστορικά φαινόμενα όπως αυτό της αποικιοκρατίας. Και τι σημαίνει «εξισορροπώ» μια ιστορική πραγματικότητα που επισφραγίζεται από την ανισότητα και την αδικία; Μήπως «εξωραΐζω»;
Τέλος, υπάρχουν και ειλημμένες πολιτικές αποφάσεις που ευνοούν την αναθεώρηση της ιστορίας: αναφερόμαστε στις περιώνυμες συναντήσεις «χαμηλής πολιτικής» του Γιώργου Παπανδρέου με τον Ισμαήλ Τζέμ, όπου και καθορίστηκε η επανασυγγραφή των βιβλίων της ιστορίας σε κατευθύνσεις που δεν απειλούν την «ελληνοτουρκική φιλία». Ασφαλώς, το ιδιαίτερο βάρος που έχουν για την χώρα οι «ελληνοτουρκικές σχέσεις» δίνει και την καθοριστική πολιτική ώθηση στην αναθεώρηση των σχολικών βιβλίων.
Η συνωμοσιολογία, τα κίνητρα και οι προθέσεις
Συνήθως, εγκαλούμαστε έναντι όλων αυτών περί συνωμοσιολογίας. Δεν είναι δυνατόν, μας λένε, να υπάρχει ένα δίκτυο που να ξεκινάει από το αμερικανικό ΥΠΕΞ και να καταλήγει στις… έδρες του ελληνικού πανεπιστημίου, όπως δεν είναι δυνατόν  να υφίσταται ένα σχέδιο που να περιλαμβάνει τη συνειδητή εμπλοκή χιλιάδων ανθρώπων, από την… Κοντολίζα Ράις στον… Αντώνη Λιάκο.
Πρόκειται, βεβαίως, περί –ακούσιας;– παρανόησης. Όταν περιγράφουμε αυτήν την κατάσταση, μιλάμε για την πολιτική συγκυρία που εξελίσσεται, για τους σχεδιασμούς των κυρίαρχων και για το πώς όλα αυτά πλαισιώνουν ένα συγκεκριμένο εγχείρημα, δεν κάνουμε δίκες κινήτρων και προθέσεων.  Λέμε ότι, στις βασικές του αρχές, το περιεχόμενο τηςιστορικής αναθεώρησης συμβαδίζει με τις κατευθύνσεις που τείνει να πάρει η διεθνής τάξης. Αδιάφορο, εν τέλει είναι το εάν υπάρχει πρόθεση ή όχι από πλευράς των Ιστορικών, των ακαδημαϊκών. Προφανώς, σε άλλους υφίσταται πρόθεση και σε άλλους, όχι. Ως ιστορικοί, όμως, θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι οι ιδέες λειτουργούν στην πράξη σε στενή αλληλεπίδραση με τα «συμφραζόμενα» της συγκυρίας, ότι η πολιτικές πραγματικότητες τροφοδοτούν την εξέλιξή τους. Και υπ’ αυτήν την έννοια, θα περιμέναμε από «επιστήμονες» έναν ελάχιστο «αναστοχασμό» (sic!) σε σχέση με τις πολιτικές συνέπειες των ιδεών τους. Όταν αυτός γίνεται (περίπτωση Λιάκου), υπάρχει –αν μη τι άλλο!– ειλικρίνεια στην ομολογία της σύμπλευσής του με την πολιτική των ισχυρών (βλ. Σχέδιο Ανάν). Όταν αυτός απουσιάζει, τότε προφανώς έχουμε να κάνουμε μ’ ένα τόσο θεμελιώδες έλλειμμα στη μέθοδο, που υποδηλώνει την ύπαρξη αυτών που ο Λένιν κατονόμασε ως «χρήσιμους ηλιθίους».

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*