Άρδην τ. 60-69, Άρδην τ.63, Αφιερώματα, Η προδοσία των διανοουμένων, Περιοδικό Άρδην, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Επιστήμη και Ιδεολογία

Συγγραφέας:

Γιώργος Καραμπελιάς

Μέρος Α΄: «De te fabula narratur»
Το πρώτο εμπόδιο στο οποίο σκόνταψε ο μαρξισμός στην ανάλυση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» υπήρξε το ζήτημα των νομικών μορφών ιδιοκτησίας. Πώς είναι δυνατόν η ιδιοκτησία να είναι «συλλογική», να έχει καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, και ταυτόχρονα να μην έχουμε σοσιαλισμό; Από αυτήν την α-πορία θα προέλθει και η θεωρία του Τρότσκι για τη διαφοροποίηση ανάμεσα στη σφαίρα της παραγωγής, όπου οι παραγωγικές σχέσεις παραμένουν σοσιαλιστικές, και τη σφαίρα της διανομής όπου η γραφειοκρατία «σφετερίζεται» ένα ποσοστό του προϊόντος. Ιδού γιατί η Σοβιετική Ένωση παρέμενε ένα «εκφυλισμένο εργατικό κράτος».
Χρειάστηκε όλη η μεταγενέστερη ανάπτυξη του «κριτικού μαρξισμού», ιδιαίτερα μετά την κρίση του σταλινισμού –με πρωτοπόρους στοχαστές που εγκατέλειψαν τον τροτσκισμό εμβαθύνοντας στην κριτική τους, όπως ο Βίκτωρ Σερζ, ο Μπάρναμ, ο Κλίγκα ο Ρίτσι, ο Λεφόρ, ο Καστοριάδης1– για να επισημανθεί πως, η φύση ενός καθεστώτος δεν κρίνεται από τις νομικές μορφές ιδιοκτησίας, αλλά από τις πραγματικές σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης στο επίπεδο της παραγωγής. [ ]
Η άρνηση του μαρξισμού μέχρι σήμερα να σχετικοποιήσει την οικονομική ερμηνεία της ιστορίας –μολονότι διαπιστώνει τα αδιέξοδα μιας καθαρά οικονομικής αντίληψης– απορρέει από τη φιλοσοφική του θέση πως η «ουσία» του ανθρώπου είναι η παραγωγική του δραστηριότητα. Συνέπεια αυτού του παραγωγικού μονισμού είναι η υποτίμηση του ρόλου των διανοουμένων και των διαχειριστών κάθε είδους, ακόμα και στη σκέψη του ίδιου του Μαρξ, που στο Κεφάλαιο τείνει να μεταφέρει το σχήμα της ανάπτυξης της αγγλικής αστικής τάξης και κοινωνίας μετά τη βιομηχανική επανάσταση σε όλο τον πλανήτη, στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον2: δύο είναι οι «κατ’ εξοχήν» κοινωνικές τάξεις σε όλες τις κοινωνίες, οι ιδιοκτητικές και οι τάξεις των άμεσων παραγωγών. Οι υπόλοιπες είναι δευτερεύουσες ή δευτερογενείς μορφές, υπολείμματα των παλαιότερων κοινωνικών σχηματισμών ή εξαρτήματα των κυρίαρχων τάξεων.
Εν τούτοις υπήρξαν κοινωνίες όπου οι διαχειριστικές ή οι στρατιωτικές τάξεις κυριαρχούσαν – όπως στην Αίγυπτο, την Μεσοποταμία ή την Κίνα, ενώ και στις σύγχρονες κοινωνίες ο ρόλος τους είναι σημαντικός. Παρόλο που ο ίδιος ο Μαρξ εξηγεί πως η ανάπτυξη του καπιταλισμού οδηγεί στην εξάλειψη των αστών-ιδιoκτητών, μέσα από τη συγκέντρωση της παραγωγής, και ο Ένγκελς μιλάει ήδη για «κρατικό καπιταλισμό», ωστόσο ποτέ δεν προχώρησαν αυτή την ανάλυσή τους μέχρι τις τελικές της συνέπειες: ότι δηλαδή, δεν είναι μόνο οι ιδιοκτητικές τάξεις που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο καπιταλισμό αλλά και οι διαχειριστικές. Καθώς μεγαλώνει η συγκέντρωση του κεφαλαίου και διευρύνεται η χρήση της επιστήμης στην παραγωγή και τη διαχείριση, ο ρόλος των κατόχων της γνώσης ενισχύεται διαρκώς. [ ]
Αν περάσουμε σε άλλες κοινωνικές μορφές, το μαρξιστικό σχήμα φαίνεται ακόμα πιο ανίσχυρο. [ ] Σε κοινωνίες όπως η Ινδία, η οποία διατήρησε ένα σύστημα καστών, που ισχύει για τρεις χιλιετίες, και ακόμα δεν έχει ανατραπεί ολοκληρωτικά, πώς εξηγείται η επιβίωσή τους και, ακόμα περισσότερο, η δημιουργία τους;3 Δεν αντιστοιχούσαν σε παρόμοιο στάδιο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, π.χ., με τη Αίγυπτο, τη Βαβυλώνα ή την Κίνα, ή ακόμα την… αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη; Γιατί λοιπόν οι κάστες; Αν δεν εισάγουμε στην ανάλυσή μας την κατάκτηση από ινδοευρωπαϊκά φύλα μιας ήδη αναπτυγμένης δραβιδικής κοινωνίας και την ανάγκη διαιώνισης της ηγεμονίας από τους νέους κατακτητές, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τίποτε. Μόνο αν λάβουμε υπόψη το σύστημα των καστών θα κατανοήσουμε γιατί οι μεγαλύτεροι καπιταλιστές είναι Πάρσι οι οποίοι, παρόλο που δεν ξεπερνούν τα δύο εκατομμύρια στα 1.100 εκατομμύρια των Ινδών, κατέχουν έναν εξέχοντα οικονομικό ρόλο, ακριβώς γιατί βρίσκονται εκτός του συστήματος των καστών και δεν συμμερίζονται την περιφρόνηση των εμπορικών και παραγωγικών δραστηριοτήτων που χαρακτηρίζει τον πολιτισμό των Ιντού4. Μήπως το ίδιο δεν συνέβη εν μέρει με τους Εβραίους; Ή πώς άραγε μπορούμε να κατανοήσουμε τη θεοκρατία στην Αίγυπτο;
Οι κυρίαρχες τάξεις, στη μακραίωνη ιστορία της ανθρωπότητας, ήταν πάντα εκείνες που εκμεταλλεύονταν και νέμονταν το προϊόν της υπερεργασίας των μαζών, αλλά η προέλευσή τους δεν ήταν πάντα –θα λέγαμε μάλιστα το αντίθετο– αποτέλεσμα της κυριαρχίας στον τομέα της παραγωγής. Οι κυρίαρχες τάξεις ήταν εκείνες που κατείχαν την πολιτική, τη στρατιωτική, την ιδεολογική και την οικονομική εξουσία. Οι κυρίαρχες τάξεις ήταν συνδεδεμένες με την ιδεολογική εξουσία – ιερατείο, φιλόσοφοι, διανοούμενοι και ψυχολόγοι σήμερα, τα πολιτικά κόμματα ως ιδεολογικοί μηχανισμοί, ο τύπος και τα μαζικά μέσα επικοινωνίας– με την πολιτική και στρατιωτική εξουσία –κράτος, στρατός– και τέλος με την παραγωγή. Μόνο σε μια ιστορική στιγμή, την εποχή της ανάπτυξης του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού, έγινε δυνατό να θεωρηθεί πως τα πάντα απορρέουν από την υλική παραγωγή και οι υπόλοιπες κυρίαρχες τάξεις δεν αποτελούσαν παρά «υπαλλήλους», «εποικοδόμημα» της παραγωγής.  [ ]
Αν έρθουμε στη σύγχρονη περίοδο, τη «μετα-μαρξιστική», θα δούμε πάλι αυτές τις «παράγωγες» και «ανύπαρκτες» τάξεις να καταλαμβάνουν την εξουσία, να υποτάσσουν τους παραγωγούς, να οδηγούν σε νέες κοινωνικές αντιθέσεις, όπου η παλιά αντίθεση αστών και προλετάριων υποκατεστάθη εν μέρει ή απόλυτα –σε ορισμένες χώρες– με την αντίθεση γραφειοκρατίας και εργαζομένων. [ ]
Χαρακτηριστικό των μαρξιστικών αναλύσεων, ακόμα και των «κριτικών μαρξιστών», είναι, είτε το ελάχιστο βάρος που προσδίδουν στη γραφειοκρατία είτε η άρνησή τους, ακόμα και όταν αποδέχονται τον όρο, να την ορίσουν ως ταξική κατηγορία. Την ίδια υπεκφυγή διαπιστώνουμε και από την πλευρά των ακαδημαϊκών, διανοουμένων, μανδαρίνων της επικοινωνίας και της πολιτικής, που διευθύνουν τις σύγχρονες κοινωνίες: υποβαθμίζουν συστηματικά την εξουσία τους και τη μεταθέτουν στους «αστούς». Καταβάλλουν κάθε προσπάθεια είτε να αποκρύπτουν την ύπαρξη της γραφειοκρατίας είτε να ελαχιστοποιούν τον ρόλο της, όταν υποχρεώνονται να αποδεχθούν την ύπαρξή της 5.
Στον βαθμό που για τον μαρξισμό οι διαχειριστικές τάξεις και στρώματα δεν συγκροτούν κάποια αυτόνομη τάξη, τίθεται το ερώτημα σε ποια ταξική κατηγορία ή στρώμα ανήκουν; Η κομβική σημασία του ζητήματος αναδεικνύεται τόσο μέσα από την ανάλυση της ταξικής υφής των σοσιαλιστικών κοινωνιών όσο και από δύο ευρύτατα διαδεδομένες θεωρητικές κατασκευές: τη γκραμσιανή θεωρία για τους «οργανικούς διανοούμενους» και την αλτουσεριανή αντιπαράθεση επιστήμης και ιδεολογίας.
Σύμφωνα με το κυρίαρχο μαρξιστικό σχήμα, οι διανοούμενοι, με την ευρεία έννοια του όρου, τάσσονται είτε με την αστική τάξη, στην πλειοψηφία τους, είτε με το προλεταριάτο, οι λιγότεροι, ενώ οι ίδιοι δεν διαθέτουν αυτόνομα ταξικά συμφέροντα. Ο Γκράμσι συστηματοποίησε τη μαρξιστική αντίληψη για τη διανόηση, στην οποία διακρίνει τους παραδοσιακούς διανοουμένους, που αναφέρονται σε παλιές κοινωνικές δομές –όπως π.χ. οι κληρικοί, οι δικηγόροι κλπ.– και τους οργανικούς διανοούμενους, που εκφράζουν τις νέες παραγωγικές και κοινωνικές δομές, μηχανικούς, οικονομολόγους κ.λπ.6 Κάθε βασική τάξη διαθέτει έτσι τους δικούς της «οργανικούς διανοούμενους». οι αστοί, το προλεταριάτο, οι μικροαστοί, ελέγχουν ένα τμήμα της διανόησης. Οι διανοούμενοι όχι μόνο δεν διαθέτουν αυτόνομα ταξικά συμφέροντα αλλά και κατανέμονται γύρω από τις βασικές τάξεις, ως εκφραστές τους – ο επαγγελματίας επαναστάτης του Λένιν είναι ο «οργανικός διανοούμενος» της εργατικής τάξης. Οι βασικές τάξεις λοιπόν εκφράζονται μέσω των διανοουμένων τους και δεν μπορεί να νοηθεί κάποια αντίθεση συμφερόντων μεταξύ της τάξης και των οργανικών της διανοούμενων. [ ]
Και όμως, είναι προφανές πως οποιαδήποτε ανατροπή ενός ταξικού καθεστώτος και η καθίδρυση μιας εξισωτικής κοινωνίας αναδεικνύει ως κομβικά τα προβλήματα της διαχείρισης. άλλωστε η σύγχρονη παραγωγή και κοινωνία απαιτούν ένα σχετικά υψηλό επίπεδο γνώσεων και ειδίκευσης. Και στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο δύο δυνατότητες διαχείρισης: η πρώτη είναι η κλασική, της ανάδειξης –ακόμα και μέσα από την ίδια την εργατική τάξη– ενός στρώματος διαχειριστών/«δια­νοουμένων», οι οποίοι αναλαμβάνουν να κατευθύνουν την παραγωγή και την κοινωνία. η δεύτερη είναι η σταδιακή κατάκτηση διαχειριστικών γνώσεων από τους ίδιους τους εργαζόμενους, οι οποίοι αναλαμβάνουν την αυτο-διαχείριση της παραγωγής και της κοινωνίας. Η πρώτη έγινε ήδη πράξη και σε όλες τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η δεύτερη αποτελεί το όραμα της υπέρβασης του ίδιου του σοσιαλισμού, έστω και αν συχνά χαρακτηρίζεται ως «αυτοδιαχειριστικός σοσιαλισμός».
Οι διανοούμενοι μπορούν εν τέλει να είναι «κριτικοί» σε ο,τιδήποτε εκτός από την ταξική τους υπόσταση! Αυτό είναι ίσως το ιδιαίτερο ταξικό γνώρισμα-αυταπάτη των διανοουμένων: η άρνηση της ταξικότητάς τους. Η τόσο απλή και αυταπόδεικτη, σήμερα, θέση πως η κοινωνία δεν χωρίζεται μόνον σε ιδιοκτητικές και πληβειακές τάξεις αλλά υπάρχει και μια άλλη σημαντική ταξική κατηγορία, οι τάξεις-φορείς της γνώσης και της διαχείρισης, είτε πρόκειται για το ιερατείο, τους στρατιωτικούς, τους «μάνατζερς», ή την ακαδημαϊκή ελίτ, εξακολουθεί να συσκοτίζεται και να αποκρύβεται κάτω από τόνους μαρξιστικών και «νεομαρξιστικών» βιβλίων, που μιλούν για τα «ενδιάμεσα στρώματα», τη «νέα μικροαστική τάξη», ακόμα και τη γραφειοκρατία: οι διανοούμενοι, ως φορείς της γνώσης και της αυτογνωσίας της κοινωνίας, απέκρυψαν με συστηματικό τρόπο την αλήθεια σε ό,τι αφορά στον ίδιο τον εαυτό τους.
Το μυστήριο λοιπόν αυτής της πολύ «καθυστερημένης» και ατελούς κριτικής της γραφειοκρατίας έγκειται στην ταξική ιδιοτέλεια. [ ]
Προφανώς, βέβαια, το πρόβλημα της σχέσης λαού και διανοουμένων είναι πραγματικό και η απάντηση ανέφικτη εάν εγκλωβιστούμε στη μεσσιανική αντίληψη ενός αστραπιαίου επαναστατικού περάσματος από τις ταξικές στις αταξικές κοινωνίες, όπως υποστήριζε ο επαναστατικός μαρξισμός. διότι η ανισότητα των γνωστικών επιπέδων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, στο εσωτερικό των κοινωνικών τάξεων, και οι διαφοροποιήσεις μεταξύ φύλων, περιοχών, χωρών, ηπείρων, πολιτισμών, είναι τόσο μεγάλες, ώστε αναπαράγουν ή δημιουργούν νέες κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Η μετάβαση σε εξισωτικές κοινωνικές μορφές αποτελεί μια ολόκληρη ιστορική περίοδο και συνιστά, πιθανώς, μια διαδικασία χωρίς τέλος και τελείωση. Προϋποθέτει δε, όπως το έθετε φιλοσοφικά ο νεαρός Μαρξ, τη «συγχώνευση όλης της κοινωνίας» στο προλεταριάτο, δηλαδή τη σταδιακή απορρόφηση του… εγκεφάλου από την καρδιά!
Στο μεταξύ, στον «κόσμο των δακρύων», τον τραγικό ελληνικό –και σεξπηρικό– κόσμο μας, που αναδύεται μετά την εξάντληση του εβραϊκού προφητισμού, θα συνεχίζεται η αντιπαράθεση στην οικονομία, την κοινωνία, τη φιλοσοφία, τον πολιτισμό. Οι λαϊκές τάξεις, οι πληβείοι, οι αγρότες, θα συνεχίζουν να συμμαχούν με τα μισθωτά και τα μικροϊδιοκτητικά διανοούμενα στρώματα, απέναντι στις ανώτερες ιδιοκτητικές και διανοούμενες τάξεις και τις διαχειριστικές ελίτ και θα συγκροτούνται αντίπαλα κοινωνικά και πολιτισμικά στρατόπεδα – και μάλιστα όχι πάντα ταυτόσημα. [ ] Προλετάριοι και διανοούμενοι θα συνεχίσουν να συμμαχούν και να αντιπαρατίθενται, χωρίς να απαιτείται πλέον μια θεωρία που θα θέλει να εξαλείψει τις πραγματικές αντιθέσεις μεταξύ τους, όσο αυτές συνεχίζουν να υπάρχουν, ενώ, στη μακρά διάρκεια, η έμφαση θα δίνεται στην υπέρβαση των διαχωρισμών της γνώσης, της μυθικής «ένωσης» «φιλοσοφίας και προλεταριάτου», «Πανεπιστημίου και λαού» – για να το θέσουμε με τους όρους του… Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Μέρος Β΄: Αλτουσέρ και Έλληνες διανοούμενοι
Τι είναι όμως εκείνο που νομιμοποιεί την απαίτηση της ηγεμονίας των διανοουμένων επί του προλεταριάτου αν όχι το γεγονός ότι αποτελούν τον εκπρόσωπο και τον φορέα της «φιλοσοφίας» και των «αντικειμενικών νόμων της ιστορικής κίνησης», απέναντι σε ένα προλεταριάτο που, στην καλύτερη περίπτωση –σύμφωνα με τον Λένιν του Τι να κάνουμε–, δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια ενός αυθόρμητου συνδικαλισμού;
Η πλέον πρόσφατη «φιλοσοφική» εκδοχή αυτής της απαίτησης υπήρξε ο αλτουσεριανός μαρξισμός, δηλαδή μια εκδοχή μαρξισμού προσαρμοσμένη στις ανάγκες μιας θεωρίας που δεν κυριαρχεί πλέον στο εργατικό κίνημα αλλά στα… Πανεπιστήμια. Γι’ αυτό και το πρόταγμα της «μαρξιστικής επιστήμης» θα πάψει να έχει ως σημείο αναφοράς τον Ιστορικό και Διαλεκτικό υλισμό του Ιωσήφ Στάλιν και θα αναφέρεται –τουλάχιστον στα ελληνικά Πανεπιστήμια– στο Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο του Λουί Αλτουσέρ.
Ο Λουί Αλτουσέρ, στα κείμενά του της δεκαετίας του 1960, χαρακτηρίζει ως «ιδεολογία», δηλαδή «ψευδή συνείδηση» και στρεβλή αναπαράσταση, όλες τις κοινωνικές, φιλοσοφικές, και λοιπές αντιλήψεις των ανθρώπων, εκτός από τον «επιστημονικό» μαρξισμό ο οποίος, και μόνον αυτός, συγκροτεί μία νέα «επιστήμη», την «επιστήμη της ιστορίας» και όχι πλέον κάποια ιδεολογία… [ ]
Μια ιδεολογική αναπαράσταση, ο αλτουσεριανός μαρξισμός, αυτοανακηρύσσεται σε φυσική επιστήμη και υποκαθιστά το αλάθητο των παλαιών θρησκειών. Στην πραγματικότητα, όλες οι κοσμοαντιλήψεις και κοσμοθεωρίες είναι ταυτόχρονα «επιστημονικές» –διότι εμπεριέχουν αληθινά στοιχεία, έστω και τα ελάχιστα– και κατ’ ανάγκην «ιδεολογικές», διότι δεν μπορεί να υπάρξει ανθρώπινη απόφανση η οποία να μη χρωματίζεται από την οπτική ή τα ιστορικά όρια αυτού που την εκφέρει. περιέχουν δηλαδή μεγαλύτερο ή μικρότερο μέρος αλήθειας και ψεύδους. Ακόμα και αν δεχθούμε ότι ο μαρξισμός υπήρξε, για κάποια ιστορική στιγμή, πλησιέστερα στην «επιστημονική» αλήθεια, δεν έπαυε ταυτόχρονα να αποτελεί μια ιδεολογία. Πρόκειται για μια πανθομολογούμενη κοινοτοπία, ωστόσο, σύμφωνα με τον Αλτουσέρ της δεκαετίας του 1960 και τους σημερινούς Έλληνες μαθητές του, κάτι τέτοιο ισχύει για όλες τις προηγούμενες φιλοσοφίες εκτός από τον μαρξισμό, που μόνος αυτός συνιστά την «καθαρή επιστήμη»:
Ολόκληρη η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας δεν κυριαρχείται από το «πρόβλημα της γνώσης» αλλά από την ιδεολογική λύση, δηλαδή τη λύση που προκαταβολικά επιβάλλουν πρακτικά, ηθικά και πολιτικά «συμφέροντα», ξένα προς την πραγματικότητα της γνώσης7.
Όλοι λοιπόν οι φιλόσοφοι επηρεάζονταν από την «ιδεολογία» τους εκτός από τους «μαρξιστές-επιστήμονες», για τους οποίους η «ιδεολογία αποτελεί την προϊστορία μιας επιστήμης»8 και μόνο. Οι τελευταίοι μάλιστα δεν έχουν ανάγκη από το κριτήριο της πρακτικής, διότι η «Μαρξιστική Επιστήμη» έχει κατασκευάσει μια δική της πρακτική, τη «θεωρητική πρακτική», στο εσωτερικό της οποίας κρίνεται η επιστημονικότητα και όχι σύμφωνα με την αντιστοιχία της προς τη χυδαία πραγματικότητα:
Γιατί η θεωρητική πρακτική είναι η ίδια κριτήριο του εαυτού της, περικλείει τους απαιτούμενους τίτλους εγκυρότητας της ποιότητας του προϊόντος του[ ]. Η θεωρία του Μαρξ μπόρεσε να εφαρμοστεί με επιτυχία επειδή ήταν «αληθινή». Δεν είναι αληθινή επειδή εφαρμόστηκε με επιτυχία[ ]. Τους τίτλους  γνώσης δεν τους δίνει στη γνώση που παρήγαγε ο Μαρξ η κατοπινή ιστορική πρακτική: το κριτήριο της αλήθειας των γνώσεων που παρήγαγε η θεωρητική πρακτική του Μαρξ το παρέχει η ίδια η θεωρητική του πρακτική, δηλαδή η αποδεικτική αξία, οι επιστημονικοί τίτλοι των μορφών που εξασφάλισαν την παραγωγή αυτών των γνώσεων9.
Σε αντίθεση δηλαδή με το παραδοσιακό μαρξικό σχήμα του Ένγκελς πως «η πραγματικότητα της πουτίγκας αποδεικνύεται γιατί μπορούμε να τη φάμε», ο μαρξισμός είναι εκ κατασκευής «αληθής» και ως εκ τούτου μπορεί να εφαρμοστεί με επιτυχία! [Και παραμένει «αληθής» και μπορεί να συνεχίσει να διδάσκεται αδιατάρακτα στα Πανεπιστήμια, παρά τις αποτυχημένες πρακτικές εφαρμογές του και την κατάρρευση πολλών από τις θεωρητικές του προϋποθέσεις, αρκεί που παραμένει αληθινός ως προς την εσωτερική του λογική!] Η αλήθεια του κρίνεται επί τη βάσει των «επιστημονικών προϋποθέσεών» του, είναι δηλαδή αυτοαναφορική και δεν κινδυνεύει από καμία ιστορική διάψευση.
Ο σταλινικός ή αλτουσεριανός μαρξισμός, ως μία νέα «επιστημονική» θρησκεία, υποκαθιστά όλες τις άλλες «ψευδείς» θρησκείες και αναπαραστάσεις. Σε αυτή την αξίωση της απόλυτης, «επιστημονικής» αλήθειας, θεμελιώνεται ο ολοκληρωτισμός και ο επιστημονισμός των διανοουμένων ελίτ, ως φορέων της «επιστήμης» και του «φωτός» έναντι του σκότους και της «ιδεολογίας». [ ]
Ο Άγγλος ιστορικός Ε. Π. Τόμσον, ο συγγραφέας ενός από τα σημαντικότερα ιστορικά έργα του 20ού αιώνα, της Διαμόρφωσης της εργατικής τάξης στην Αγγλία, μαρξιστής ο ίδιος, θα γράψει ένα εκτεταμένο δοκίμιο κριτικής στον αλτουσερισμό και τη «θεωρητική πρακτική» του, την Ένδεια της Θεωρίας, όπου θα υπογραμμίσει τα θεολογικά χαρακτηριστικά του αλτουσερισμού:
…ο αλτουσεριανός «μαρξισμός» είναι ένα καπρίτσιο διανοουμένων, αλλά δεν σημαίνει γι’ αυτό ότι θα εξαφανιστεί και εύκολα. Οι ιστορικοί οφείλουν να γνωρίζουν ότι τα καπρίτσια [ ] μπορούν να επιδείξουν εκπληκτική επιρροή και μακροβιότητα. [ ] Υποστηρίζω πως αυτή η συγκεκριμένη μόδα έχει πλέον εγκατασταθεί για τα καλά σε ένα ιδιαίτερο κοινωνικό στρώμα, την αστική λούμπεν-διανόηση: επίδοξους διανοούμενους τους οποίους η ερασιτεχνική διανοητική προπαίδειά τους τούς αφοπλίζει απέναντι σε προφανείς παραλογισμούς και στοιχειώδεις φιλοσοφικές γκάφες [ ] και ταυτόχρονα αστική, γιατί, παρόλο που πολλοί από αυτούς θα ήθελαν να είναι «επαναστάτες», αποτελούν τα προϊόντα μιας ορισμένης «συγκυρίας» που έσπασε τους δεσμούς μεταξύ της διανόησης και της πρακτικής εμπειρίας (τόσο μέσα στα πολιτικά κινήματα όσο και μέσα από τον απόλυτο διαχωρισμό που επιβάλλουν οι σύγχρονες θεσμικές δομές), και έτσι είναι ικανοί να εκτελούν φανταστικά επαναστατικά ψυχοδράματα,[ ] ενώ στην πραγματικότητα επιστρέφουν σε μια πολύ παλιά παράδοση του αστικού ελιτισμού στον οποίο ταιριάζει η αλτουσεριανή θεωρία. [ ] Ο αλτουσεριανός μαρξισμός είναι όχι μόνο ένας ιδεαλισμός αλλά διαθέτει πολλά από τα χαρακτηριστικά μιας θεολογίας10.
Όποιος γνωρίζει, και στο ελάχιστο, την ελληνική «σκηνή» της αριστερής διανόησης, θα μείνει κατάπληκτος από την ακρίβεια της περιγραφής, όπως και από την πρόβλεψη του Τόμσον για τη μακροβιότητα μιας μόδας. Εικοσιπέντε χρόνια μετά τη δημοσίευση αυτού του αποσπάσματος, ο αλτουσεριανός μαρξισμός συνεχίζει να ζει και να βασιλεύει στα ελληνικά Πανεπιστήμια11.
Και παραμένει τόσον αδιατάρακτος ώστε μπορεί να παραβλέπει, ή ίσως και να απορρίπτει, την ίδια τη βαθύτατη αυτοκριτική, θεωρητική και προσωπική, στην οποία προέβη ο ύστερος Αλτουσέρ, ανασκευάζοντας στην ουσία τις ίδιες τις θεωρητικές του προκείμενες. Δηλαδή, οι μαθητές του τον αντάμειψαν με το ίδιο νόμισμα με το οποίο είχε ο ίδιος πληρώσει τον Μαρξ – για λογαριασμό του οποίου ανέλαβε να κατασκευάσει μια φιλοσοφία, άσχετα με το τι σκεπτόταν ο ίδιος o Μαρξ12! Γεγονός που δέχεται ο Αλτουσέρ σε μεταγενέστερο κείμενό του, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα και την αποτυχία του εγχειρήματος:
[ ] του αποδώσαμε μια φιλοσοφία κυριαρχούμενη από «την ατμόσφαιρα της εποχής», στρουκτουραλιστικής καί μπασελαριανής έμπνευσης, η οποία, όσο κι αν παίρνει υπόψη της ορισμένες πλευρές της σκέψης του Μαρξ, ωστόσο δεν νομίζω ότι μπορεί να ονομασθεί μαρξιστική φιλοσοφία. [ ]
Θα μπορούσα να πω ότι, κατά μια ορισμένη έννοια, ο Ραιημόν Αρόν είχε κάποιο δίκιο. Κατασκευάσαμε μια φιλοσοφία του Μαρξ «φανταστική», που δεν υπήρχε μέσα στο έργο του – αν βέβαια περιοριστούμε αυστηρά στο γράμμα των κειμένων του13.
Κατά τον ίδιο τρόπο, οι αλτουσεριανοί διανοούμενοι, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, παραβλέπουν τον ίδιο τον Αλτουσέρ. Και όμως αυτός, ήδη στο πρώτο «αυτοκριτικό» του έργο, στα Στοιχεία Αυτοκριτικής, το οποίο εξεδόθη το 1972 στη Γαλλία, θα παραδεχθεί από το προοίμιο πως «παρασύρθηκ(ε) σε μια ρασιοναλιστική ερμηνεία της (επιστημολογικής) ‘τομής’, αντιπαραθέτοντας την αλήθεια και το σφάλμα με τη μορφή της [ ] αντίθεσης ‘της’ επιστήμης και ‘της’ ιδεολογίας εν γένει»14:
Αυτό το «σφάλμα» της ρασιοναλιστικής αντίθεσης ανάμεσα στην επιστήμη (τις αλήθειες) και την ιδεολογία (τα σφάλματα), το θεωρητικοποίησα (  ) με τρεις μορφές:
1. ένα (θεωρησιακό) σχεδίασμα θεωρίας για τη διαφορά μεταξύ της επιστήμης και της ιδεολογίας, εν γένει.
2. την κατηγορία «θεωρητική πρακτική» (στο μέτρο που, μέσα στο υπάρχον πλαίσιο, τοποθετούσε τη φιλοσοφική πρακτική στο επίπεδο της επιστημονικής πρακτικής).
3. τη (θεωρησιακή) θέση περί φιλοσοφίας, ως «Θεωρίας της θεωρητικής πρακτικής» – που ήταν και το αποκορύφωμα αυτής της θεωρητιστικής τάσης15.
Ο Αλτουσέρ καταρρίπτει εδώ, λίγα χρόνια μόλις μετά τη διατύπωσή της, τη θεωρία της αντίθεσης ιδεολογίας και επιστήμης «εν γένει». Και όμως, όπως επισήμανε ο Τόμσον αρκετά χρόνια μετά, ο αλτουσερισμός συνέχιζε ακάθεκτος να καταγγέλλει την «ιδεολογία εν γένει» ως ψευδή συνείδηση, παρά την ανασκευή του βασικότερου επιχειρήματός του από τον ίδιο τον ιδρυτή που, στα μεταγενέστερα έργα του, [ ] θα απορρίψει «όλο τον υλισμό της ορθολογικής παράδοσης» και θα αντιπαραθέσει τον υλισμό του «αστάθμητου» του Επίκουρου, του Μαρξ και του Χάιντεγκερ στον «αναγνωρισμένο» υλισμό των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν:
Πρόθεσή μου είναι να επιμείνω στην ύπαρξη μιας υλιστικής παράδοσης που η ιστορία της φιλοσοφίας δεν έχει αναγνωρίσει. Πρόκειται για τη φιλοσοφική παράδοση των Επίκουρου, Δημόκριτου, Machiavelli, Hobbes, Rousseau (του δεύτερου Λόγου), Marx και Heidegger, με τις κατηγορίες που αυτοί υποστήριξαν: του κενού, του ορίου, του περιθωρίου, της έλλειψης κέντρου, της μετατόπισης του κέντρου προς το περιθώριο (και αντιθέτως) και της ελευθερίας. Υλισμός της συνάντησης, της συντυχίας, υλισμός του αστάθμητου εν ολίγοις, που έρχεται σε αντίθεση ακόμη και προς αναγνωρισμένους υλισμούς, συμπεριλαμβανόμενου του υλισμού που αποδίδεται στον Μαρξ, τον Ένγκελς, τον Λένιν, ο οποίος, όπως κάθε υλισμός της ορθολογικής παράδοσης, είναι ένας υλισμός της αναγκαιότητας και της τελεολογίας, μια μορφή δηλαδή μεταμφιεσμένου ιδεαλισμού16.
Η «αναγκαιότητα» και η τελεολογία του κατεστημένου μαρξισμού –και του αλτουσεριανού– αναγνωρίζονται πλέον ως μια μορφή ιδεαλισμού και μάλιστα θρησκευτικής υφής. Η καθολική κρίση του μαρξισμού ως κανονιστικής θεωρίας και «επιστήμης των επιστημών», όπως προεβλήθη για μεγάλο διάστημα υπό το σχήμα του διαλεκτικού υλισμού, είναι πανθομολογούμενη. Επισημαίνεται και πάλι από τον ίδιο.
Αν ο μαρξισμός του Μανιφέστου και ενός μεγάλου μέρους του Κεφαλαίου είναι νεκρός, [ ] μπορούμε ωστόσο να βρούμε σε αυτόν πολλά για να στοχαστούμε την πραγματικότητα του καπιταλισμού, της πάλης των τάξεων 17.
Ολοκληρώνοντας, ο Αλτουσέρ, μια διαδικασία αυτοκριτικής επανεκτίμησης του «αλτουσεριανού μαρξισμού», φθάνει στην αυτονόητη κατάληξη ενός ειλικρινούς θεωρητικού αναστοχασμού: στη διαπίστωση πως «ο μαρξισμός είναι νεκρός» –προφανώς ως καθολικό σύστημα– με την παράλληλη διαπίστωση πως ο μαρξισμός εξακολουθεί να αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για να μελετήσουμε τη σύγχρονη πραγματικότητα. Απαραίτητο αλλά όχι επαρκές.
Αν αναφερθήκαμε τόσο αναλυτικά στις ξεπερασμένες πια θεωρητικές απόψεις του πρώιμου Αλτουσέρ, το κάναμε για δύο λόγους:
Πρώτον, διότι οφείλαμε μια αποκατάσταση στη μνήμη του, που έχει δυστυχώς ταυτιστεί με τους άμουσους, ημιμαθείς και ιδιοτελείς «μαθητές» του18. Ο Αλτουσέρ, με το μεταγενέστερο έργο του, απέδειξε πως διέθετε μια φιλοσοφική στόφα και ένα αξιοσημείωτο διανοητικό θάρρος, για να απορρίψει σχεδόν στο σύνολό του τον… «αλτουσεριανό μαρξισμό».
Δεύτερο και κυριότερο, διότι η Ελλάδα αποτελεί την τελευταία χώρα της Ευρώπης όπου η ακαδημαϊκή σκέψη δεν τολμάει να αμφισβητήσει ούτε καν τον κωδικοποιημένο μαρξισμό και όπου το «μαρξιστικό κατεστημένο», χωρίς φυσικά καμιά ουσιαστική μαρξιστική παραγωγή, περιίπταται αδιατάρακτο πάνω από το τέλμα των ακαδημαϊκών ιδεών. Η Ελλάδα είναι η τελευταία χώρα όπου οι «μαρξιστές» υπάλληλοι των Πανεπιστημίων, των κομμάτων και των εκδοτικών οίκων, επιβάλλουν ουσιαστικά λογοκρισία σε κάθε κριτική σκέψη. Η τελευταία χώρα όπου ο αλτουσεριανός δομιστικός «μαρξισμός» της δεκαετίας του 1960 όχι απλώς βρίσκει υποστηρικτές στους κύκλους της διανόησης αλλά διδάσκεται στα πανεπιστήμια19.
Ο Παναγιώτης Σωτήρης, σε πρόσφατη διδακτορική διατριβή του για το έργο του Αλτουσέρ, υποβάλλει σε κριτική τον… ώριμο Αλτουσέρ, για «νομιναλιστικές παρεκκλίσεις» και άρνηση της τελεολογίας20, [ ] και παρά τις αυτοκριτικές διαπιστώσεις του Αλτουσέρ για τη σχέση ιδεολογίας και επιστήμης, τα «Συμπεράσματα» της ίδιας διατριβής επιμένουν κατ’ εξοχήν στον διαφορισμό επιστήμης (την οποία κατέχουν οι «μαρξιστές επιστήμονες») και ιδεολογίας:
Η ιδεολογία αντιτίθεται στην επιστήμη[ ]. Η επιστήμη στηρίζεται στην αρχή ότι δεν υπάρχουν έτοιμες απαντήσεις, ενώ η ιδεολογία χαρακτηρίζεται από το αυτονόητο των απαντήσεων, που δεν βιώνονται ως απαντήσεις αλλά ως η ίδια η πραγματικότητα. Θα μπορούσαμε επομένως να πούμε ότι η ιδεολογία δεν δέχεται τις τομές, οι τομές την αποδιαρθρώνουν 21.
Έτσι οι ιδεολογίες αποτελούν αναγκαστικά «ψευδή συνείδηση» και αντιπαρατίθενται στην επιστήμη, σε πλήρη αντίθεση με τις απόψεις του ίδιου του Αλθουσέρ ο οποίος, σε ερώτηση για την «ιδεολογική ή μη» φύση του ανθρώπου, υπήρξε κατηγορηματικός:
Ερ. Απ’ αυτά που λέτε συνάγεται ότι ό άνθρωπος είναι, εκ φύσεως, Ιδεολογικό ον;
Απ. Απολύτως, ένα Ιδεολογικό ζώον. Θεωρώ ότι η Ιδεολογία διαθέτει χαρακτήρα υπερ-ιστορικό, ότι υπήρχε και θα υπάρχει πάντα. Μπορεί να αλλάξει το «περιεχόμενό» της, αλλά ποτέ δεν θ’ αλλάξει λειτουργικά. Αν πάμε στις απαρχές των χρόνων, θα διαπιστώσουμε ότι ό άνθρωπος ζούσε πάντοτε κάτω από ιδεολογικές κοινωνικές σχέσεις22[ ].
Μέσα στη σημερινή ιδεολογική συγκυρία, το κύριο έργο μας συνίσταται στο να συγκροτήσουμε τον πυρήνα μιας φιλοσοφίας αυθεντικά υλιστικής και μιας ορθής φιλοσοφικής στρατηγικής, σωστής, ώστε να ξεπηδήσει μια προοδευτική Ιδεολογία23.
Αν όμως ο «ώριμος Αλτουσέρ», έχοντας εγκαταλείψει τον παιδαριώδη επιστη­μο­νισμό της δεκαετίας του 1960, θέτει ως στόχο της «υλιστικής φιλοσοφίας» την ανάδυση μιας «προοδευτικής Ιδεολογίας», οι Έλληνες «αλτουσεριανοί», είκοσι χρόνια μετά, εξακολουθούν να καταγγέλλουν την «ιδεολογία» ως οι νόμιμοι εκπρόσωποι της «επιστήμης». Και, προφανώς, απορρίπτουν, ρητά ή άρρητα, ακόμα και την «προλεταριακή ιδεολογία». Η «επιστήμη του ιστορικού υλισμού», της οποίας εκφραστές είναι οι «επαναστάτες» διανοούμενοι ή ίσως και οι κομματικοί γραφειοκράτες, δεν ταυτίζεται ούτε απορρέει από το προλεταριακό κίνημα και την ιδεολογία του, αλλά έχει «εσωτερικά προς το θεωρητικό σώμα πρωτόκολλα (sic) αντικειμενικότητας»24, είναι δηλαδή αυτοαναφορική και εκτός ιδεολογικής δέσμευσης:
Ο ένας πόλος είναι η διακριτότητα, η ριζική και πραγματική διαφορά ανάμεσα σε επιστήμη και ιδεολογία, η ανοικειότητα της θεωρίας του ιστορικού υλισμού απέναντι στο ίδιο το προλεταριακό κίνημα του οποίου το αντικειμενικό συμφέρον υπηρετεί. Είναι ο πόλος που δηλώνει δύο κρίσιμες θέσεις: πρώτον, ότι ο ιστορικός υλισμός δεν προκύπτει αναγκαστικά μέσα από την προλεταριακή ιδεολογία, δεύτερον, ότι η τομή του ιστορικού υλισμού θα μπορούσε και να μην είχε λάβει χώρα25.
Οι φορείς της «επιστήμης» δρουν αδέσμευτοι από οποιαδήποτε ιδεολογία! Αποτελούν, ως είδος υπερανθρώπων, το έσχατο κατάλοιπο των αυταπατών του επιστημονισμού του 19ου αιώνα, …στις απαρχές του 21ου! Διότι βέβαια, το ιδεολόγημα ότι κοινωνικές επιστήμες και ιδεολογία διαχωρίζονται με σινικό τείχος μεταξύ τους, θεωρείται σήμερα αναχρονιστικό, και άκρως «ιδεολογικό» – έκφραση ενός ιδιαίτερου κοινωνικού στρώματος, των κομματικών γραφειοκρατών και των επαγγελματιών μαρξιστών διανοουμένων, που επιχείρησαν σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή να υποκαταστήσουν την πίστη στην θρησκευτική Παρουσία με την πίστη στην Επιστήμη, αποκαθαρμένη από οποιαδήποτε ιδεολογική σκωρία.
Και όμως ο ίδιος ο μέντορας των Ελλήνων αντι-ιδεολόγων θα θυμίζει πως: «ο άνθρωπος είναι ένα Ιδεολογικό ζώον. [ ] Η Ιδεολογία διαθέτει χαρακτήρα υπερ-ιστορικό, υπήρχε και θα υπάρχει πάντα»26. Η ιδεολογία δεν είναι η «ψευδής συνείδηση» των ανθρώπων αλλά το σύνολο των αντιλήψεών τους για τον κόσμο, λιγότερο ή περισσότερο επιστημονικών. Και προφανώς, όλες οι επιστημονικές θεωρίες κινούνται μέσα σε ιδεολογικά πλαίσια, άλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι «ψευδείς» αλλά ότι η αλήθεια τους «χρωματίζεται» και παράγεται μέσα στη γενικότερη ιδεολογία της εποχής, των τάξεων, των ανθρώπων, των εθνικών ή φυλετικών ομάδων κ.ο.κ.
ù

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Καραμπελιά,  Η θεμελιώδης Παρέκκλιση, σσ. 142-170, Αθήνα 2004

1. Βλέπε Β. Σερζ, ό.π., Τζ. Μπάρναμ, Η επανάσταση των διευθυντών, Κάλβος, Αθήνα, 1970, Anton Ciliga, Au pays dy mensonge éconcertant, εκδ. 10-18, Παρίσι 1977, Claude Lefort, Éléments d’ une critique de la ureaucratie, Gallimard, Παρίσι 1979, Κ. Καστοριάδης, Η γραφειοκρατική κοινωνία, Ι Αμφορέας, Αθήνα 1977, ΙΙ, Βέργος Αθήνα 1979.
2. Αυτή η αντίληψή του είναι κυρίαρχη τόσο στο «Μανιφέστο» όσο και στην «Εισαγωγή της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας» που αποτέλεσαν τις βάσεις για την εκλαϊκευση του μαρξισμού, παρόλο που μεταγενέστερα, στην επιστολή του στον Ν. Μιχαηλόφσκι, το 1877, θα υποστηρίξει πως η ανάλυσή του ισχύει μόνο για την Αγγλία και τη Δυτική Ευρώπη.
3. Βλέπε Louis Dumont, Ηomo Hierarhicus, Essai sur l’histoire des castes, Παρίσι, Gallimard, 1966.
4. Για τη σύγχρονη Ινδία, βλέπε Christophe Jaffrelot (επιμ), L’ Inde contemporaine, de 1950 à nos jours, Παρίσι, Fayard 1996, σ. 742 και Bipan Chandra, Indias Struggle for independence, Νέο Δελχί, Penguin Books, 1988.
5. Στην Ελλάδα, είναι πάρα πολλοί οι «διανοούμενοι» που διαθέτουν ευρύτερη εξουσία και συχνά μεγαλύτερα εισοδήματα και κοινωνική θέση από πολλούς από τους «αστούς» που καταγγέλλουν. Όμως –κατά το προηγούμενο των αγγέλων που στερούνται φύλου– δεν ανήκουν σε κάποια τάξη, είναι υπεράνω τάξεων ή, πράγμα που στην πράξη είναι ταυτόσημο, αυτοχαρακτηρίζονται «μικροαστοί» –στην σπάνια περίπτωση κάποιας «κρίσης συνείδησης»–, συσκοτίζοντας έτσι την ιδιαίτερη ταξική τους ταυτότητα.

6. Βλέπε Αντόνιο Γκράμσι, Οι διανοούμενοι, Στοχαστής, Αθήνα 1972, A. Gramsci, Note sul Machiavelli, Editori Riuniti, Ρώμη 1971, και Oeuvres choisies, Ėditions Sociales, Παρίσι, 1959.
7. Βλέπε, Λουί Αλτουσέρ, «Από το Κεφάλαιο στη φιλοσοφία του Μαρξ», στο Louis Althusser, Εtienne Balibar, Roger Establet, Pierre Macherey, Jacques Rancière, Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003,  σ. 72.
8. Ό.π., σ. 62.
9. Ό.π., σσ. 82-83.
10. E.P. Thomson, The Poverty of Theory & Other Essays, Merlin, Λονδίνο 1978, σσ. 3-4.
11. Διότι ίσως, σε μια χώρα που κυβερνάται από λούμπεν-πολιτικούς και κυριαρχείται από μια λούμπεν-μεγαλοαστική τάξη, μια «λούμπεν-διανόηση» έχει μεγαλύτερες προϋποθέσεις να παραμείνει ηγεμονική.

12. Ο Αλτουσέρ όντως επαναλαμβάνει πολύ συχνά, πως ο «ώριμος» Μαρξ δεν είχε δημιουργήσει μία φιλοσοφία. Αυτή απλώς συνάγεται από το έργο του, και μάλιστα το Κεφάλαιο, το οποία ανέλαβαν να αναγνώσουν φιλοσοφικά οι συγγραφείς του Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο [Βλ. ό.π., σσ. 14-15].
13. Λουί Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά, Εκδόσεις ο Πολίτης, Αθήνα 1994, σσ. 29-30.
14. Λουί Αλτουσέρ, Στοιχεία αυτοκριτικής, Πολύτυπο, Αθήνα 1983.
15. Στοιχεία αυτοκριτικής, ό.π., σ. 39.
16. Φιλοσοφικά, ό.π., σ.35
17. Ό. π., σσ. 193-4
18. Και δεδομένου ότι ο συγγραφέας αυτού του δοκιμίου, σε ανύποπτη εποχή –το 1973, στο πρώτο βιβλίο μου, Το Τέλος του Παλιού Κόσμου– υπέβαλε σε μια καταιγιστική κριτική τον συγγραφέα του Για τον Μαρξ και να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, μέσα στο κλίμα της αντιθεωρησιακής κριτικής της εποχής στο Παρίσι, αισθάνομαι πως θα πρέπει εν μέρει να ανασκευάσω ορισμένους οξείς νεανικούς χαρακτηρισμούς.

19. Τον Νοέμβριο του 2003, οργανώθηκε ημερίδα από την Εταιρεία «Νίκος Πουλαντζάς» με τον εύγλωττο τίτλο «Να διαβάζουμε τον Αλτουσέρ», με εισηγητές τους: Γεράσιμο Βώκο, Άγγελο Ελεφάντη, Σπύρο Λαπατσιώρα, Γιάννη Μηλιό, Αριστείδη Μπαλτά, Χαράλαμπο Νούτσο, Γιώργο Φουρτούνη, Νίκο Χατζηνικολάου. Οι ομιλητές, με εξαίρεση τον Άγγελο Ελεφάντη, δεν αναφέρθηκαν στα μετά το 1970 κείμενα του συγγραφέα, που υποβάλλουν σε μια γενικευμένη κριτική τις παλαιότερες απόψεις του, αλλά επέμειναν στα κείμενα του 1960, που εξακολουθούν να διδάσκονται στα ελληνικά Πανεπιστήμια. Ο καθηγητής του Πολυτεχνείου, Γιάννης Μηλιός, σε εισήγηση με θέμα  «‘Το Κεφάλαιο’ του Καρλ Μαρξ μετά τον Αλτουσέρ», υποστηρίζει πως το Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο αποτελεί «το σημαντικότερο ίσως έργο του Γάλλου φιλοσόφου», παραβλέποντας όλη τη μεταγενέστερη θεωρητική αυτοκριτική του. [Βλ. περ. Θέσεις, τεύχος 86, Ιανουάριος Μάρτιος 2004, σ. 12].
20. Βλ. Παναγιώτη Σωτήρη, «Η πρόκληση του νομιναλισμού και ο Λουί Αλτουσέρ», Θέσεις, τ. 86, Ιανουάριος-Μάρτιος 2004, σσ. 31-55.
21. Ό.π., σ.504.
22. Λουί Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά, ό. π., σ. 61.
23. Ό. π., σ. 67.
24. Παναγιώτης Σωτήρης, ό.π., σ.528.
25. Ό.π., σσ.528-529.
26. Λουί Αλτουσέρ, Φιλοσοφικά, ό. π.. σ. 61.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*