Άρδην τ.86, Περιοδικό Άρδην

Η υπέρβαση του πνευματικού εκπασοκισμού

του Γιώργου Καραμπελιά

Άρδην τ.86

Η κρίση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, δεν έχει μέχρι σήμερα αναλυθεί επαρκώς, με συνέπεια να κυριαρχεί ακόμα και στην αντιπολίτευση απέναντι στην τρόικα και τη νέα κατοχή, μια μορφή πασοκικού-μεταπολιτευτικού λαϊκισμού, η οποία συσκοτίζει την πραγματικότητα.
Όπως τονίζουμε εδώ και δεκαετίες, η χειρότερη κληρονομιά που μας άφησε το ΠΑΣΟΚ είναι η αποβαρβάρωση και η υποβάθμιση του πνευματικού επιπέδου και της σκέψης του ελληνικού λαού. αυτό που προσφυώς έχει χαρακτηριστεί ως η πασοκοποίηση των Ελλήνων. Αυτή η βαθιά διαστροφή στηρίζεται στο διπλό σύστημα σκέψης και πράξης  –που ούτως ή άλλως ενδημούσε στη χώρα μας εξαιτίας των περιπετειών που έχει περάσει επί αιώνες ο λαός μας– το οποίο εγκαθίδρυσε και επέβαλε ως κυρίαρχο για τη μεταπολιτευτική περίοδο το ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή, άλλα διακηρύσσουμε και τα αντίθετα πράττουμε, άλλα υποστηρίζουμε τη μία ημέρα και τα εντελώς αντίθετα την επομένη: «Όχι στην ΕΟΚ των μονοπωλίων», «Έξω οι βάσεις του θανάτου». Κολωνακιώτες και φοιτητές του Πολυτεχνείου μπορούσαν να ισχυρίζονται πως «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», ενώ πανεπιστημιακοί της Αριστεράς υπεράσπιζαν αταλάντευτα τις «αθάνατες ιδέες του μαρξισμού», ενισχυόμενοι από δεκάδες προγράμματα και ιδρύματα τραπεζών. Άκαπνοι συνδικαλιστές, αναλωθέντες σε δεκαετίες ουζοποσίας και «αγώνων», καταλαμβάνουν υπουργικούς θώκους, «επαναστάτες» δημοσιογράφοι εισπράττουν πολλαπλά αντιμίσθια από πληθώρα αφεντικών, «αντιεξουσιαστές» απολαμβάνουν αργομισθίες σε κρατικά ιδρύματα και υπάλληλοι πολυεθνικών τραπεζών ευαγγελίζονται νέα αντάρτικα!
Και όλα αυτά σε μια εποχή που οι Έλληνες, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία τους, έζησαν σε ομαλές πολιτικές συνθήκες και υπό καθεστώς σχετικής συλλογικής ευημερίας, και δεν υπήρχε καμία δικαιολογία γι’ αυτόν το γενικευμένο και αχαλίνωτο μεταμορφισμό. Διάγουμε υπό ένα καθεστώς συλλογικής απάτης/αυταπάτης χωρίς προηγούμενο, που μόνο ίσως κωμωδοί όπως ο Χάρυ Κλυν με τη γνωστή ατάκα του, «το κρασί παλιό, το τυρί μουχλιασμένο, το χαβιάρι μαύρο, ο αστακός ψόφιος», μπορούν να αποδώσουν. Πρόκειται κυριολεκτικώς για γενοκτονία εννοιών, αξιών, της ίδιας της σκέψης εντέλει. Μέσα σε αυτό το γενικευμένο κομφούζιο και την ελαστικοποίηση συνειδήσεων και ταυτοτήτων, οι Έλληνες κινδυνεύουν να χάσουν την ίδια τους την κρίση και την ευθυκρισία.
Εντούτοις, σήμερα, όλοι συμφωνούν, φραστικά, πως βρισκόμαστε μπροστά στην τελεσίδικη κρίση αυτού του μοντέλου: Η «μεταπολίτευση πρέπει να λάβει τέλος». Στην πραγματικότητα όμως ελάχιστοι από εκείνους που έχουν πρόσβαση στον δημόσιο λόγο,  το εννοούν πραγματικά. Αντίθετα μάλλον εννοούν ότι ο κρυφός τους πόθος είναι το πώς θα διαιωνιστεί! Και αυτό διαφαίνεται στην πλειοψηφία των τοποθετήσεων, αναφορικά με την οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα.
Τωόντι, ξεκινούν από μια αρχική –ορθή– παραδοχή πως η κυβέρνηση Παπανδρέου παρέσυρε την Ελλάδα σε μια «αναίτια» επιτάχυνση και επιδείνωση της κρίσης. Ωστόσο, στη συνέχεια, στηριγμένοι σε αυτή ακριβώς την παραδοχή, οδηγούνται σε μια ουσιαστική άρνηση του δομικού χαρακτήρα της παρούσας κρίσης, άρνηση που εδράζεται σε μια βαθύτατα ριζωμένη πεποίθηση/αυταπάτη πως, εντέλει ως δια μαγείας, μπορούμε να αποφύγουμε τις συνέπειές της.
Ποια είναι η κυρίαρχη –συνωμοσιολογικού χαρακτήρα– ερμηνεία της κρίσης; Πως η κρίση αποτελεί συνέπεια της βούλησης ορισμένων κύκλων – είτε κάποιων χωρών, είτε του «παγκόσμιου κεφαλαίου»– να πλήξουν καίρια την Ελλάδα και επομένως κάποιες κινήσεις απόρριψης των σχεδιασμών των πιστωτών μας θα μπορούσαν να οδηγήσουν είτε σε άρση των συνεπειών της είτε –ακόμα περισσότερο– σε μια άμεση επαναστατική μετεξέλιξη.
Όλοι θυμόμαστε πως, στην αρχική φάση της κρίσης, τόσο το ΚΚΕ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ μιλούσαν για «κατασκευασμένη κρίση», που σκόπευε απλώς να χαλιναγωγήσει το «λαϊκό κίνημα», ξεχνώντας πως τα αμέσως προηγούμενα χρόνια μια τεράστια κρίση είχε πλήξει ήδη το τραπεζικό σύστημα ολόκληρης της Δύσης. Όταν βέβαια βάθυνε και η κρίση του δημόσιου χρέους και άρχισε να επεκτείνεται σε περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, για να φτάσει στην ίδια την Αμερική, η συνωμοσιολογική λογική μεταφέρθηκε σε κάποιους τραπεζικούς ή χρηματιστικούς κύκλους που επιθυμούν την καταστροφή των εθνικών οικονομιών και την ανάληψη της διακυβέρνησης του πλανήτη από τους ίδιους.
Όχι βέβαια πως δεν υπάρχουν τέτοιοι παράγοντες και αντίστοιχες παράμετροι στην κρίση: Και βέβαια ο ΓΑΠ, σε συνεργασία με το ΔΝΤ, προσπάθησε να επιβάλει ως αναπόφευκτα κάποια μέτρα λιτότητας και ελαστικοποίησης της εργασίας που πίστευε –ορθώς– ότι δεν θα μπορούσε να επιβάλει μέσα από την κανονική διαδικασία διακυβέρνησης. Χρειαζόταν μια πολιτική-σοκ. Ωστόσο, από αυτό το σημείο έως την άρνηση της κρίσης χρέους, παραγωγικότητας και παραγωγής της ελληνικής οικονομίας,  υπάρχει μία τεράστια απόσταση. Αλλά είναι πιο εύκολο να πιστέψουμε πως για όλα ευθύνεται το «δόγμα του σοκ» που εφάρμοσε ο «αποστάτης του σοσιαλισμού» ΓΑΠ, ως πράκτορας των ξένων δυνάμεων και επομένως θα αρκούσε μια αλλαγή διακυβέρνησης και ένα άλλο «μείγμα πολιτικής» για να ξεφύγουμε από αυτήν.
Το ίδιο ισχύει με τους οίκους αξιολόγησης και τους μηχανισμούς που αναπτύσσονται γύρω από το χρηματιστήριο. Προφανώς κάποιοι κερδίζουν από την κρίση και τη χρήση των πληροφοριών, ή τις κατευθυνόμενες πληροφορίες, που τους βοηθούν να κερδίσουν αμύθητα ποσά μέσα από χρηματιστηριακές κομπίνες. Ωστόσο αυτά δεν αρκούν για να ερμηνεύσουν την υποβάθμιση της πιστοληπτικής δυνατότητας των ΗΠΑ, διότι πίσω της κρύβεται μια υπερχρεωμένη αμερικανική οικονομία και η κρίση ενός μοντέλου που  από το 1980 εφαρμόζεται σε όλη τη Δύση, εκείνου της «ανάπτυξης» μέσω του χρηματοοικονομικού τομέα και της υποβάθμισης του παραγωγικού. Οι ΗΠΑ από το 1980 έως σήμερα εμφανίζουν αρνητικό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών. Τριάντα χρόνια μετά, και αφού η παραγωγή έχει μεταφερθεί στην Κίνα –που το 2010 ξεπέρασε για πρώτη φορά τη βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ– και την Ασία, και ενώ μεσολάβησαν τρεις αποτυχημένοι στην ουσία πόλεμοι, η Δύση βρίσκεται στο σύνολό της υπερχρεωμένη – τόσο η ιδιωτική οικονομία όσο και τα κράτη. Η Δύση είναι υποχρεωμένη να αναπροσαρμόσει το οικονομικό και το κοινωνικό της μοντέλο για να μπορέσει να επιβιώσει στη «νέα εποχή».
Αν όλα αυτά συνδυαστούν με τη μεγέθυνση της οικολογικής κρίσης, που επιβαρύνει υπέρμετρα και αυξητικά την κερδοφορία του συνολικού κεφαλαίου, τότε καθίσταται προφανές πως η κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι απλώς συγκυριακή, ούτε μόνο μια συνωμοσία του χρηματιστικού κεφαλαίου –πράγμα βέβαια που δεν αναιρεί, αντίθετα πυροδοτεί τη συνωμοτική δράση των ελίτ–, αλλά η σημαντικότερη και καθολικότατη κρίση του δυτικού καπιταλισμού, ίσως σε ολόκληρη την ιστορία του. Διότι αφορά στο τέλος μιας δυτικής ηγεμονίας, που αρχίζει από τη Βενετία και την απομύζηση του Βυζαντίου στα τέλη του 11ου αι. και την ανατροπή της σχέσης Μητροπόλεις-Τρίτος Κόσμος, πάνω στην οποία κινήθηκε επί οκτώ αιώνες ο δυτικός ιμπεριαλισμός.
Αυτά τα προφανή και πανθομολογούμενα –εκτός Ελλάδας– δεδομένα, μάταια θα τα αναζητήσει κανείς ως στοιχεία του προβληματισμού στις περισσότερες ελληνικές παρεμβάσεις και τοποθετήσεις γύρω από την κρίση. Στην καλύτερη περίπτωση, επισημαίνεται ο παρασιτικός χαρακτήρας της ελληνικής οικονομίας, αλλά απουσιάζει ένας προβληματισμός για το συνολικό, παγκόσμιο πλαίσιό της. Καθόλου τυχαία, εξάλλου, μπεστ σέλερ στην Ελλάδα θα γίνει ένα βιβλίο όπως της Ναόμι Κλάιν –εξαίρετο σε ό,τι αφορά στον τρόπο που στήνεται ο μηχανισμός για τα μέτρα-σοκ από τη διεθνή ελιτ–,  δεν αφορά ωστόσο το υπαρκτό υπόβαθρο της κρίσης.
Ο «δαίμονας» του νεοφιλελευθερισμού
Το κυριότερο επιχείρημα, ιδιαίτερα της Αριστεράς, αλλά όχι μόνο, είναι πως η κατάρρευση που βιώνουμε αποτελεί μια «κρίση του νεοφιλευθερισμού», γεγονός που, εκ του αντιθέτου, αναβαθμίζει τις λεγόμενες κεϋνσιανές ή σοσιαλδημοκαρτικές πολιτικές, ενίσχυσης της ζήτησης, έτσι ώστε «να πάρει μπροστά  η οικονομία». Η διαμάχη ανάμεσα στην κεϋνσιανή και τη φιλελεύθερη στρατηγική διαρκεί εδώ και τριάντα χρόνια, από τότε που πρώτη η Θάτσερ στην Αγγλία έσπασε την κεϋνσιανή συναίνεση της Δύσης, επιβάλλοντας για πρώτη φορά μια νεοφιλελεύθερη στρατηγική συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, ιδιωτικοποιήσεων, ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων, απορύθμισης του τραπεζικού τομέα κ.λπ. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει ο Ρέιγκαν στις ΗΠΑ, σταδιακώς δε η κίνηση θα γενικευθεί  στο σύνολο του δυτικού κόσμου. Στη δεκαετία του 1990 μάλιστα –μετά και την κατάρρευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου– ο νεοφιλευθερισμός θα πάψει να έχει ουσιαστικούς αντιπάλους στο εσωτερικό των πολιτικών δυνάμεων της Δύσης, μια και σε αυτόν θα προσχωρήσουν και οι, κατά τεκμήριο αντίπαλοί του, σοσιαλδημοκράτες. Στη Γερμανία, κάστρο της σοσιαλδημοκρατίας και της κεϋνσιανής ρύθμισης, οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις του Σρέντερ, συνεπικουρούμενες από τους Πράσινους του Φίσερ, θα επιβάλουν μια πολιτική λιτότητας και περιστολών, με αποτέλεσμα ένα μέρος του κόμματος, υπό τον Λαφοντέν, να αποχωρήσει, και η εξουσία να περάσει στους Χριστιανοδημοκράτες. Ανάλογη πορεία θα εγκαινιάσει δειλά-δειλά και στην Ελλάδα ο Σημίτης.
Έκτοτε η κομμουνιστογενής Αριστερά, η αριστερή σοσιαλδημοκρατία, καθώς και η Άκρα Αριστερά εγκαινιάζουν μια έντονη πολεμική ενάντια στη σοσιαλδημοκρατία, για την «προδοσία» της, την εγκατάλειψη του κεϋνσιανισμού και την υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Το ίδιο γίνεται κατά κόρον εδώ και δεκαπέντε χρόνια στην Ελλάδα, όπου θεωρείται πως η εγκατάλειψη του κοινωνικού χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατίας, είναι αποτέλεσμα είτε των πιέσεων της ΕΕ –από το ΚΚΕ– είτε του «κεφαλαίου», είτε και των δύο μαζί, είτε τέλος έκφραση της κοινωνικής μετάλλαξης των στελεχών των σοσιαλιστικών κομμάτων. Προφανώς όλα αυτά ισχύουν: Η ΕΕ και το κεφάλαιο πιέζουν για νεοφιλελεύθερες πολιτικές και ο κομματικός μηχανισμός του ΠΑΣΟΚ έχει υποστεί μετάλλαξη, έχοντας μεταβληθεί στη νέα ελίτ της εξουσίας. Εντούτοις, δεν αρκούν για να εξηγήσουν για ποιο λόγο δεν κατέστη δυνατή η ανάδειξη κάποιας αξιόπιστης εναλλακτικής πολιτικής δύναμης, για πάρα πολλά χρόνια, και γιατί κυριάρχησε μια ομοφωνία νεκροταφείου σε ολόκληρη την κοινωνία. Και η απάντηση –ως συνήθως– ήταν προφανής, αλλά δυσκολοπρόφερτη: απλούστατα, διότι ο νεοφιλελευθερισμός ήταν πλέον μονόδρομος  για το κεφάλαιο σε ολόκληρη της Δύση!
Ο νεοφιλελευθερισμός, κατέστη αναγκαίος για να θεραπεύσει τη βαθύτατη κρίση που ταλάνιζε τη δυτική οικονομία σε όλη τη δεκαετία του 1970. Οι κεϋνσιανές πολιτικές έχουν ως προϋπόθεση την ανάπτυξη, έτσι ώστε και τα κέρδη του κεφαλαίου να αυξάνονται και παράλληλα να διευρύνεται το κοινωνικό κράτος. Όμως, η αναστάτωση που προκάλεσε η εργατική και νεολαιίστικη εξέγερση των δεκαετιών 1960-1970, καθώς και η εξέγερση των λαών του Τρίτου Κόσμου –ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και πετρελαϊκή κρίση του 1973–, οδήγησε σε μια παρατεταμένη κρίση και σε μια κοινωνική ισορροπία μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τη δραστική μείωση των κερδών. Η απάντηση του κεφαλαίου υπήρξε διττή: αποβιομηχανοποίηση, ελαστικοποίηση της εργασίας και σταδιακή συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους στο εσωτερικό, με ταυτόχρονη εξαγωγή ενός αυξανόμενου ποσοστού της βιομηχανικής παραγωγής στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Παράλληλα, μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), κατεδαφίζει τη δασμολογική προστασία και δημιουργεί, ιδιαίτερα μετά την πτώση του Τείχους, μια παγκόσμια ενοποιημένη αγορά.
Έτσι, για τρεις τουλάχιστον δεκαετίες, προκειμένου να ξεπεράσει την κρίση κερδοφορίας στις μητροπόλεις, η Δύση χρηματοδοτεί τη μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής στην Ανατολή, υιοθετεί μια γενικευμένη απορύθμιση και οικοδομεί ένα τερατώδες και πολυδαίδαλο χρηματοπιστωτικό σύστημα, μια και ένα αυξανόμενο μέρος των κερδών παράγεται από αυτό το σύστημα και όχι από τη μεταποιητική βιομηχανία. Γι’ αυτό και ο νεοφιλελευθερισμός κατέστη κυριολεκτικά μονόδρομος για το δυτικό κεφάλαιο.
Για να μπορέσει όμως να συντηρήσει το κράτος και το επίπεδο κατανάλωσης, μεταβάλλεται σε μια οικονομία γενικευμένου καταναλωτικού δανεισμού. Όχι του παραγωγικού δανεισμού των επιχειρήσεων, που δανείζονται από τις τράπεζες για να διευρύνουν την παραγωγή τους, ούτε καν ενός κρατικού δανεισμού που αποσκοπεί στην ανάπτυξη των υποδομών, αλλά κατ’ εξοχήν ενός δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού, καταναλωτικά προσανατολισμένου.
Αυτό το μοντέλο της κατευθυνόμενης «παγκοσμιοποίησης» και του δανεισμού κάποτε θα έφθανε στα όριά του, ενώ οι χώρες του άλλοτε Τρίτου Κόσμου έπαψαν να αποτελούν απλώς εργαστήρια συναρμολόγησης καταναλωτικών προϊόντων και μεταβάλλονται σταδιακά σε παραγωγούς και προϊόντων που βρίσκονται ψηλά στην τεχνολογική αλυσίδα: η Κίνα, επί παραδείγματι, παράγει πλέον τα ταχύτερα τρένα στον κόσμο και όχι μόνο φτηνά υφάσματα, ενώ η Βραζιλία αεροπλάνα εξαιρετικά ανταγωνιστικά στην παγκόσμια αγορά. Κατά συνέπεια, τα ελλείμματα του ισοζυγίου εμπορικών ανταλλαγών των χωρών της Δύσης –εκτός Γερμανίας και Ιαπωνίας– έγιναν εκρηκτικά, ενώ διογκώθηκε το ιδιωτικό και δημόσιο χρέος σε βαθμό που δεν είναι πλέον διαχειρίσιμο. Το αποτέλεσμα είναι μια αλυσιδωτή κρίση, που εγκαινιάστηκε με το σπάσιμο της φούσκας των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ, επεκτάθηκε στις τράπεζες όλου του δυτικού κόσμου και, μετά το 2009, μετατράπηκε σε κρίση δημόσιου δανεισμού, με πρώτα θύματα την Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία. και είναι βέβαιο πως, με τον έναν ή άλλο τρόπο, θα επεκταθεί και σε άλλες δυτικές οικονομίες, ενώ η ίδια η Αμερική μοιάζει να συνταράζεται συθέμελα.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα
Προφανώς, εκείνες οι χώρες που επλήγησαν περισσότερο από αυτή την κρίση υπήρξαν οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, και κατ’ εξοχήν η Ελλάδα, οι οποίες, ενώ συμμετέχουν  στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, δεν διαθέτουν τις παραγωγικές δυνατότητες των ισχυρότερων ευρωπαϊκών χωρών, με αποτέλεσμα, μπροστά στην κρίση, να εμφανίζονται εντελώς γυμνές, έχοντας απολέσει και το έσχατο εργαλείο οικονομικής πολιτικής, δηλαδή τη νομισματική αυτονομία. Ιδιαίτερα η Ελλάδα, που, όπως έχουμε αναλύσει, αποτελεί μια «παρασιτική απόφυση»της Δύσης και όχι οργανικό μέρος της, μια χώρα αποικιοποιημένη και ταυτόχρονα ενταγμένη, για λόγους γεωπολιτικούς, στον ευρωπαϊκό πυρήνα, υφίσταται με τον πιο σαρωτικό τρόπο τις συνέπειες της κρίσης, τόσο γιατί η παραγωγική της βάση έχει σχεδόν εξανεμιστεί, όσο και διότι αντιμετωπίζεται από τους δυτικούς της εταίρους ως οιονεί αποικία τους.
Η Ελλάδα, όντας υποχρεωμένη για γεωπολιτικούς λόγους να συμμετέχει στην ΕΕ, είχε κάνει το κεφαλαιώδες λάθος, εξαιτίας του ευρωκεντρισμού, του εθνομηδενισμού και της ανικανότητας των ελίτ της, να προχωρήσει ένα βήμα πάρα πέρα και να εισέλθει στο σκληρό πυρήνα της Δύσης, με την ένταξη στη ζώνη του ευρώ, ενώ αντίθετα έπρεπε να διατηρήσει αποστάσεις που θα της επέτρεπαν μεγαλύτερη αυτονομία και ευελιξία μπροστά στην κρίση της Δύσης. Έχοντας ενταχθεί στον σκληρό πυρήνα, γεγονός για το οποίο πανηγύριζαν κεχηνότες και ηλιθίως οι απαίδευτες «εκσυγχρονιστικές» ελίτ, δεν έχει τη δυνατότητα σήμερα να αρχίσει μια αυτοδύναμη πορεία ανασυγκρότησης της οικονομίας της, παρά μόνο αν και εφόσον περάσει από τα καβδιανά δίκρανα της πτώχευσης, της στάσης πληρωμών, της  πιθανής κατάρρευσης. Γι’ αυτό και η κατάσταση μοιάζει τόσο απελπιστική και αδιέξοδη.
Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει δυνατότητα να κόψουμε δρόμο και να επανέλθουμε στην προτέρα κατάσταση με κανένα τρόπο. Ούτε με το διαφορετικό «μείγμα πολιτικής» του Σαμαρά, ούτε με τις εύκολες παρόλες για έξοδο από το ευρώ σήμερα, όπως υποστηρίζει ο Λαπαβίτσας, ο Λαφαζάνης κ.ά. Διότι μια τέτοια έξοδος –που είναι πολύ πιθανό να μας επιβληθεί– θα έχει για χρόνια αρνητικές οικονομικές συνέπειες και ανυπολόγιστες γεωπολιτικές. Και είναι εντυπωσιακό, άνθρωποι που επισημαίνουν τον κίνδυνο του νεοθωμανισμού, να αγνοούν πως η έξοδος της Ελλάδας σήμερα από την Ευρωζώνη και την ΕΕ θα σήμαινε την παράδοσή μας στον νέο περιφερειακό τομεάρχη που καραδοκεί.
Αυτή ακριβώς τη λογική χαρακτηρίζουμε ότι διαπνέεται από το διπλό σύστημα λόγου σκέψης και πράξης που επισημάναμε. Πρέπει λοιπόν να γίνει ξεκάθαρο πως δεν υπάρχει πλέον άλλος δρόμος από εκείνον της σταδιακής οικοδόμησης ενός νέου μοντέλου οικονομίας και κοινωνίας,  που θα αντιστοιχεί στις νέες παγκόσμιες και περιφερειακές συνθήκες και όπου η Ελλάδα θα κατακτήσει σταδιακά επίπεδα αυτονομίας, ικανά να μας οδηγήσουν όντως σε μια διαφορετική οικονομική και κοινωνική πρόταση.  Αλλά πάνω σε αυτά θα συνεχίσουμε στο επόμενο σημείωμά μας.

22 Σχόλια

  1. Εξαίρετο άρθρο, συγχαρητήρια. Είναι η πρώτη φορά που αναδεικνύεται τόσο καθαρά η αναδιανεμητική δράση (εκούσια ή ακούσια) του νεοφιλελευθερισμού σε διεθνές επίπεδο. Πως δηλ. πλούτος, επενδύσεις κλπ. έφυγαν για πρώτη φορά από τη Δύση και μετακινήθηκαν στην Άπω Ανατολή σε χώρες που ήταν υπανάπτυκτες και μέλη του Τρίτου Κόσμου. Το παράδειγμα της Κίνας είναι εκπληκτικό: μια χώρα που τη δεκαετία του 70 διαβιούσε σε κατάσταση λιμού, απόλυτης εξαθλίωσης και φτώχειας, λόγω των «λουλουδιών» και των «μεγάλων αλμάτων» του «(στραβο)τιμιονέρη», να ανταγωνίζεται σήμερα σε τεχνολογία και οικονομική δύναμη την Αμερική. Και μάλιστα εφόσον πλέον η πίστωση προς τους λαούς και τις χώρες της Δύσης στέρεψε, το επόμενο βήμα είναι να δοθεί η δυνατότητα στις μεγάλες λαϊκές μάζες και των παραγωγικών χωρών της Άπω Ανατολής να αυξήσουν την καταναλωτική τους δαπάνη για να καλύψουν τις απώλειες σε αγοραστική δύναμη των λαών της Δύσης. Με άλλα λόγια η αναδιανομή του παγκόσμιου πλούτου μεταξύ Πρώτου και Τρίτου Κόσμου ήδη συντελείται καθώς και η εξισορρόπηση του βιοτικού επιπέδου σε παγκόσμια κλίμακα.

  2. Μην είσαι αφελής. Τον τελευταίο αιώνα τουλάχιστον οι ανισότητες σε παγκόσμιο επίπεδο συνεχώς αυξάνονται ασταμάτητα. Αμάν πια με εσάς τους υπερασπιστές της νέας τάξης, της παγκοσμιοποίησης και της νέας εποχής. Έχετε καταντήσει πλέον γελοίοι. Και η πλάκα είναι ότι πολλοί προέρχεστε από την αριστερά.

  3. Αγαπητέ Μπάμπη,

    Η διαπιστώση που άμεσα μπορεί να γίνει με βάση το κείμενο, και θεωρώντας ότι η ανάλυσή του είναι ορθή, είναι πως ο νεοφιλελευθερισμός λειτούργησε τις περασμένες δεκαετίες, χωρίς να το έχει ως στόχο ενδεχομένως, υπέρ των χωρών αυτού του οποίου αποκαλούσαμε υπανάπτυκτες χώρες του Τρίτου Κόσμου. Όπως καθαρά λέει το κείμενο, επενδύσεις, τεχνογνωσία, δραστηριότητα κλπ. μεταφέρθηκαν από τον Πρώτο Κόσμο (κατά βάση τη Δύση δηλ.) στον Τρίτο μέσω των υπερκαπιταλιστών του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των πολυεθνικών με σκοπό να υπερκεράσουν τα αυξημένα κόστη εργασίας στον Πρώτο. Τώρα, δε, που οι Δυτικοί μειώνουν τη δαπάνη κατανάλωσης είναι φυσικό να ενισχυθεί αυτή στον Τρίτο Κόσμο για να διατηρηθεί η κερδοφορία των επενδύσεων. Τυπικό παράδειγμα πέραν της Κίνας, όπως διάβασα το πρωί, η Τουρκία: αύξηση ΑΕΠ περίπου 9% και άλμα του μέσου εισοδήματος από $8500 το 2009 σε πάνω από $10000 το 2011. Δεν είναι αυτό αναδιανομή του πλούτου σε διεθνές επίπεδο κι υπέρ των ασθενέστερων;
    ΥΓ: Η παρουσίαση κι η διαπίστωση των γεγονότων χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις και πρόσημα δεν είναι υπεράσπιση μιας κατάστασης και μίας ιδεολογίας. Είναι αντίθετα απαραίτητο στοιχείο ρεαλισμού κι ευθύνης και προαπαιτούμενο για σωστό σχεδιασμό του μέλλοντος.

  4. Δεν είναι αναδιανομή του πλούτου υπέρ των ασθενέστερων. Είναι αναδιανομή των ασθενέστερων – σκέτο. Κάμποσα εκατομμύρια νέα μεσαία στρώματα στην Κίνα και την Ινδία από την μία, κάμποσα εκατομμύρια άστεγοι στην Αμερική από την άλλη. Και εδώ που τα λέμε, με την κρίση, η καταναλωτική ευμάρεια μάλλον θα μειωθεί παρά θα αυξηθεί.
    Επίσης η μεταφορά της παραγωγής από τον πρώτο κόσμο στον τρίτο συνοδεύεται και από κάμποσες καταστροφές – οικονομικές, κοινωνικές, οικολογικές. Η αύξηση της καταναλωτικής ευμάρειας των ανερχώμενων ελίτ του τρίτου κόσμου συνοδεύεται και από παραγκουπόλεις εκατομμυρίων εξαθλιωμένων.

    • Είναι αναδιανομή υπέρ των ασθενέστερων χωρών ότι και να πούμε. Και οι πληθυσμοί επίσης δεν είναι συγκρίσιμοι: Στην Ελλάδα πέφτει το επίπεδο ζωής για όλο τον πληθυσμό ας πούμε 10εκ. και στην Τουρκία ανεβαίνει για 80 ή έστω 50-40εκ. αν όχι για όλους. Αναλογία 4:1 τουλάχιστον. Όσον αφορά την καταναλωτική ευμάρεια ούτε θα αυξηθεί ούτε θα μειωθεί: απλά θα εξισωθεί και θα ισορροπηθεί.
      Τα άλλα που λες για καταστροφές είναι γενικά κι αόριστα. Επιπλέον κανείς δεν εξασφαλίζει ότι αν η μεταφορά της παραγωγής και του πλούτου δε γινόταν δεν θα είχαμε περισσότερες καταστροφές όλων των ειδών. Ή ότι δεν θα υπήρχαν παραγκουπόλεις. Για παράδειγμα δες τι είχε γίνει στην Κίνα με τις αλλοπρόσαλες πολιτικές του «μεγάλου τιμονιέρη» του Μάο. Τότε σίγουρα υπήρχε περισσότερη εξαθλίωση και φτώχεια ακόμα και σε απόλυτους αριθμούς παρά το ότι ο πληθυσμός της Κίνας ήταν περίπου μισός…
      Σημασία έχει ότι τώρα για δις κόσμου υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες για καλύτερη ζωή όσο κι αν εμείς στη Δύση (και ειδικά στην Ελλάδα που είναι η παρασιτική απόφυση της Δύσης) καγχάζουμε ή γκρινιάζουμε γι’αυτό.

  5. Κι εγώ συμφωνώ ότι είναι μια αναδιανομή στο επίπεδο του πλανητικού συστήματος, που κρύβει μέσα της ιστορικούς μετασχηματισμούς (όπως για παράδειγμα η άρση της διαίρεσης μεταξύ Πρώτου και Τρίτου κόσμου).

    Τώρα, το αν εξελιχθεί σε μια κατάσταση που θα επιτρέψει στους λαούς να διεκδικήσουν μια καλύτερη ζωή, είναι ένα ζήτημα ολίγον διαφορετικό. Θα εξαρτηθεί από το ποιά μοντέλα θα επικρατήσουν στην Κίνα και άλλου, στο αν αυτά θα επιτρέπουν μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη και οικολογική ισορροπία. Κι αυτό γιατί, εάν απλά το χάσμα Βορρά-Νότου αμβλυνθεί με όρους δυτικού μοντέλου, τότε υπάρχει ο κίνδυνος μιας κοινωνικής και οικολογικής κατάρρευσης σε πλανητική κλίμακα, και ένα σενάριο «λυσσαλέων αγώνων ανακατανομής» που έλεγε και ο Κονδύλης…

  6. Γιώργο ουσιαστικά συμφωνώ. Δεν ισχυρίζομαι ότι η ιστορία σταμάτησε ή ότι γνωρίζω τι θα γίνει στο μέλλον. Απλά σε συμπλήρωμα του εξαιρετικού άρθρου, λέω ότι, ακούσια ίσως, ο νεοφιλελευθερισμός κι η παγκοσμιοποίηση στάθηκαν οι καλύτεροι σύμμαχοι των λαών κι εθνών του Τρίτου Κόσμου στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν τη θέση τους στο παγκόσμιο στερέωμα και να φθάσουν να συνομιλούν με τον τέως Πρώτο Κόσμο σαν ίσος προς ίσο. Δυστυχώς για 20 έτη και πλέον αυτή η πραγματική εξέλιξη αγνοήθηκε στην Ελλάδα λόγω αριστερών αγκυλώσεων και ψευδαισθήσεων που ακόμα μας ταλανίζουν και μας ταλαιπωρούν. Όσον αφορά το δυτικό μοντέλο δε νομίζω ότι θα είναι εκείνο που θα καθοδηγήσει το μέλλον των αναπτυσσομένων χωρών. Ούτε η Κίνα ούτε η Ινδία ούτε ακόμα κι η Τουρκία φαίνονται να προχωρούν προς κάτι τέτοιο. Αλλά ίδωμεν.

  7. Α η Κίνα δεν προχωράει προς το δυτικό μοντέλο. Τότε γιατί το Πεκίνο έχει ήδη γίνει η πόλη με τα περισσότερα αυτοκίνητα και τη μεγαλύτερη μόλυνση στον κόσμο. Επίσης γιατί στην Κίνα έφτασαν στο σημείο να παράγουν γάλα για παιδιά εμπλουτισμένο με μελαμίνη, ώστε να φαίνεται πιο παχύ δηλητηριάζοντας χιλιάδες. Ο κινέζικος καπιταλισμός είναι η πιο ακραία μορφή καπιταλισμού όπου η αξία του εργαζομένου και της ζωής του είναι ελάχιστη. Γι αυτό στην πλατεία Τιεναμέν σκότωναν κατά χιλιάδες αυτό που το έχετε δει στη Δύση; Φυσικά έχετε δίκιο ότι στον Τρίτο Κόσμο ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ το βιοτικό επίπεδο των μεσαίων τάξεων θα αυξηθεί για τον λόγο που γράφετε. Όμως ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΑ ο καπιταλισμός λειτουργεί μόνο για το συμφέρον του κεφαλαίου και την αύξηση της ισχύος του επί της κοινωνίας.

    • Αγαπητέ Μπάμπη,
      Συμφωνώ μαζί σου ότι ο μοναδικός στόχος στο καπιταλιστικό σύστημα είναι η κερδοφορία των επενδύσεων, όπως προκύπτει από τον ορισμό του εξάλλου. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αυτή δεν μπορεί να συνδυάζεται με αναδιανομή πλούτου κι ευημερίας. Αυτό ακριβώς έγινε τις περασμένες δεκαετίες: η Δύση παρά τον πλούτο και την ευημερία της έπεσε σε σύγχυση, αδράνεια, αναποφασιστικότητα νομίζοντας ότι δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Ο Τρίτος Κόσμος λόγω ακριβώς της φτώχειας του κινητοποιήθηκε με ρεαλισμό, πυγμή κι αποφασιστικότητα για να αλλάξει την τύχη του με κάθε θυσία. Και το πέτυχε εκμεταλλευόμενος την αδυναμία και την παλινωδία των Δυτικών, εφόσον προσέλκυσε το κεφάλαιο και τις επενδύσεις.
      Όσον αφορά την οικολογική άποψη αυτή ρυθμίζεται αυτόματα στην ελεύθερη αγορά: αν δεν υπάρχουν πόροι ή εξαντλούνται η τιμή ανεβαίνει αναλόγως και ρυθμίζεται κατ’αυτόν τον τρόπο η κατανάλωση (τυπικό παράδειγμα η κατανάλωση καυσίμου στην Ελλάδα πριν και μετά την κρίση). Περάν αυτού η κατανάλωση στον Τρίτο Κόσμο αυξάνεται ενώ στη Δύση πέφτει, έτσι ώστε να αποκαθίσταται η κερδοφορία των επενδύσεων που φθίνει στη Δύση. Άρα δεν είναι απαραίτητο να παρατηρηθεί περισσότερη οικολογική επιβάρυνση. Απλά δηλ πρόκειται για μια δικαιότερη και πιο ισορροπημένη διανομή της χρήσης των φυσικών πόρων, αντί για την εξόφθαλμα άδικη αποκλειστική εκμετάλλευσή τους από τη Δύση που ήταν μέχρι πρόσφατα ο κανόνας.

  8. Το ποιό μοντέλο θα ακολουθήσει η Κίνα, σήμερα είναι ανοιχτό. Αυτή τη στιγμή η κοινωνία της βρίσκεται σε κρίση ανάπτυξης. Και το μοντέλο είναι ήδη υπό διαπραγμάτευση.

    Δύο είναι τα δεδομένα. Πρώτον, πρέπει να γίνει κοινωνική αναδιανομή. Η Κίνα αυτή τη στιγμή είναι η χώρα με τις περισσότερες απεργίες και το μεγαλύτερο εργατικό κίνημα στον κόσμο. Το σε ποιά συναίνεση θα καταλήξει ο ταξικός ανταγωνισμός στο εσωτερικό της Κίνας, είναι άγνωστο.

    Δεύτερον, που επηρρεάζει και το πρώτο, έχει να κάνει με τα οικολογικά όρια. Το καθεστώς δεν μπορεί να δώσει μια «κεϋνσιανού τύπου» απάντηση στον ταξικό ανταγωνισμό, δηλαδή να δημιουργήσει μια μεγάλη μεσσαία τάξη με ενισχυμένη αγοραστική δύναμη, γιατί βάσει των μεγεθών της Κίνας, κάτι τέτοιο θα σημάνει πλανητική οικολογική κατάρρευση.

    Είναι πολύ νωρίς να εξάγονται συμπεράσματα του τύπου «Η Κίνα έγινε Δύση».

    Δεύτερο σχόλιο, ο καπιταλισμός είναι φαινόμενο Δυτικό. Όταν εξάγεται έξω από τη Δύση μετασχηματίζεται σε κάτι άλλο, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι αυτό που προκύπτει δεν έχει σχέσης εκμετάλλευσης, ανισότητες κ.ο.κ.

  9. ΕΧΩ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΩΣΗ ΟΤΙ Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗΣ
    ΤΩΝ ΠΛΟΥΤΟΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΠΗΓΩΝ,ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΜΟΝΟΝ.
    ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΕΣ Η ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ,ΕΙΣΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΦΑΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑΣ,ΜΙΑΣ»ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ»ΜΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΥΒΡΕΩΣ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ.
    ΘΑ ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΗΣΕΤΕ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
    ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟ ΣΑΣ.

    • Αγαπητέ Ασλάν,

      Όπως σωστά επισημαίνεις η ευπρόσδεκτη, από μένα τουλάχιστον, παρέμβασή σου είναι κατά βάση μεταφυσικού περιεχομένου. Ως τέτοια, λοιπόν, δεν υπόκειται σε λογική ανάλυση κι επιχειρηματολογία αλλά μάλλον αποτελεί ζήτημα πίστης και πεποίθησης.

  10. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΟΝ.
    Η ΠΙΣΤΗ ΩΣ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΠΕΠΟΙΘΗΣΗΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΑΠΟΔΕΧΟΜΑΙ ΠΛΗΡΩΣ.
    ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΩ ΕΙΝΑΙ Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΡΙΖΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ.
    ΣΧΕΤΙΚΑ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΩ ΤΟ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ »ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ» ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥ ΙΕΡΟΜ.ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΡΟΟΥΖ.
    ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.

    • Αγαπητέ Ασλάν,
      Όσον αφορά την πνευματική ρίζα της κατάστασης τα πράγματα είναι αρκετά μπερδεμένα, για μένα τουλάχιστον. Ο άκρατος μηδενισμός πάντως δεν είναι χαρακτηριστικό μόνον των ημερών μας αλλά κάθε εποχής μέσα στην ανθρώπινη διαδρομή που χαρακτηρίζεται από κρίση (και δεν εννοώ μόνον την οικονομική φυσικά). Τώρα το αν ο μηδενισμός φέρνει την κρίση ή το αντίστροφο δεν ξέρω να το απαντήσω και το βρίσκω δύσκολο κι εκτενές θέμα. Να είσαι καλά.

  11. Οχι στην εξοδο από το ευρώ και την εε, όχι στο αλλο μειγμα πολιτικής του σαμαρα. Τι ακριβώς προτείνει ο ποιητής?

  12. Μελέτησα το κείμενο με ενδιαφέρον και διέκρινα μια προσπάθεια του κύριου Καραμπελιά να ισορροπίσει την ανάλυση του όσον αφορά τα αίτια της κρίσης μεταξύ των δεδομένων ιστορικών παθογενειών της ελληνικής κοινωνίας αλλά και των έξωθεν επιρροών και σχεδίων τα οποία χωρίς να απορρίπτει επιλέγει να μη βάλει στο επίκεντρο της ανάλυσης του. Σωστά, κατά τη γνώμη μου γιατί η αλήθεια βρίσκεται πράγματι κάπου στη μέση.
    Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν κάποιου σχεδίου για το σταδιακό και ελεγχόμενο «ξεφούσκωμα» της φούσκας του κρατικού χρέους και συνακόλουθα μια μεγάλη ευκαιρία για κάποιους για αλλαγή των οικονομικών συσχετισμών στη χώρα και την εκμετάλλευση του πλούτου της δε θα πρέπει αυτό να μας αποσπά από τις χρόνιες ενδογενείς αδυναμίες του ελληνικού συστήματος. Αναντίρρητα, θα ήταν δυσκολότερο να επιτευχθούν τα όποια πιθανά σχέδια ενάντια στην Ελλάδα αν δεν είχε συντελεστεί αυτή η διάβρωση σε όλα τα επίπεδα του πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού βίου. Στην ουσία πρόκειτα μια επίθεση η οποία μας βρήκε δίχως άμυνα. Και πολύ σωστά, στην ανάλυσή μας, εκτός από τα αίτια και τα κίνητρα της επίθεσης οφείλουμε να αναζητούμε και τις αιτίες που οδήγησαν στην αποσυνάμωση της άμυνάς μας.

    Ωστόσο το άρθρο περιορίζεται μόνο σε μια περιγραφή και ανάλυση της πραγματικότητας αλλά οι προτάσεις για την έξοδο από την πολυσύνθετη κρίση θα ακολουθήσουν δυστυχώς σε επόμενο τέυχος του Άρδην. Η ένστασή μου βρίσκεται σε αυτή ακριβώς την επιλογή. Με δεδομένο ότι οι εξελίξεις τρέχουν με απίστευτο ρυθμό, δε βρίσκω τη χρησιμότητα μιας δίμηνης αναμονής για να διαβάσουμε, να επεξεργαστούμε και να αξιολογήσουμε την πρόταση του κύριου Καραμπελιά για την έξοδο από την κρίση.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*