εφ. Ρήξη, Ιστορία, Λησμονησμένες Ιστορίες, Ρήξη φ. 100, Ρήξη φ. 100-109

Κοντομάρι Χανίων, 2 Ιουνίου 1941

Του Κωνσταντίνου Μαυρίδη

Το Κοντομάρι είναι ένα μικρό χωριουδάκι, που έχει την ατυχία να βρίσκεται περίπου τρία χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του αεροδρομίου του Μάλεμε.
Σ το εν λόγω χωριό συνέβη η πρώτη εκτέλεση αμάχων από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, αμέσως μετά το πέρας της Μάχης της Κρήτης. Η σφαγή στο Κοντομάρι, μαζί με την καταστροφή της Καντάνου (3/6/41) και τις μαζικές εκτελέσεις της Αλικιάνου (2/6/41) αποτέλεσαν τα πρώτα μαζικά αντίποινα για την ευρεία συμμετοχή του ντόπιου πληθυσμού στη Μάχη της Κρήτης και τις υποτιθέμενες αγριότητες που διέπραξαν εις βάρος τραυματισμένων και νεκρών Γερμανών αλεξιπτωτιστών. Αυτό που κάνει την εκτέλεση των αμάχων στο Κοντομάρι μοναδική στον Β’ ΠΠ είναι η πλήρης καταγραφή της, καρέ καρέ, από τον Φραντς Πέτερ Βάιξλερ, φωτογράφο του Λόχου Προπαγάνδας της γερμανικής 7ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας, ο οποίος συνόδευσε το εκτελεστικό απόσπασμα εκείνη την ημέρα. Τα αρνητικά των φιλμ του Βάιξλερ ανακαλύφθηκαν στα αρχεία της Ομοσπονδιακής Γερμανίας από τον δημοσιογράφο Βάσο Μαθιόπουλο το 1980 και ταυτοποιήθηκαν με τη σφαγή στο Κοντομάρι μετά από εκτενή έρευνα και τη μαρτυρία του ιδίου του φωτογράφου.
Η 10ήμερη αεροαποβατική επιχείρηση για την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς (επιχείρηση Ερμής) αποτέλεσε πύρρειο νίκη γι’ αυτούς, καθώς είχαν πάνω από 4 χιλιάδες νεκρούς και 2600 τραυματίες και ήταν η τελευταία επιχείρηση του σώματος αλεξιπτωτιστών στον Β’ ΠΠ. Έκτοτε, οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές θα χρησιμοποιούνταν ως πεζικάριοι. Η Μάχη της Κρήτης ήταν ένα μεγάλο σοκ για τους Γερμανούς και για έναν ακόμη λόγο. Ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζαν έναν τοπικό πληθυσμό που δεν ήταν διατεθειμένος να παραμείνει παθητικός θεατής των γεγονότων και από την πρώτη στιγμή της μάχης πήρε ενεργό μέρος σ’ αυτή. Άτακτες ομάδες, οπλισμένες με πανάρχαια όπλα, μαχαίρια, τσεκούρια και δρεπάνια, περίμεναν τα πρώτα κύματα των αλεξιπτωτιστών κι έπειτα, με τα γερμανικά όπλα, διεξήγαγαν λυσσαλέες αντεπιθέσεις που προκαλούσαν βαριές απώλειες στους Γερμανούς. Στην περιοχή γύρω από το αεροδρόμιο του Μάλεμε σημειώθηκαν οι πιο φονικές μάχες και μόνο μια παρανόηση ανάμεσα στους Νεοζηλανδούς υπερασπιστές του λόφου 107, που έλεγχε το αεροδρόμιο, επέτρεψε στους Γερμανούς να το καταλάβουν και να αρχίσουν να προσγειώνουν ενισχύσεις και εφόδια. Ήταν η αρχή του τέλους για τους αμυνόμενους.
Συμπτωματικά, στην περιοχή κοντά στο Κοντομάρι είχαν καταπέσει κάποια ανεμοπλάνα και μεμονωμένοι αλεξιπτωτιστές του Αερομεταφερόμενου Συντάγματος Εφόδου, οι οποίοι από την πρώτη στιγμή είχαν προσελκύσει τα πυρά των νεοζηλανδικών αντιαεροπορικών πυροβόλων του Λόφου 107. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αντιαεροπορικά είναι όπλα μεγάλου διαμετρήματος, οι ζημιές που προκαλούν σε έναν στόχο όπως ένα ανεμοπλάνο, που είναι φτιαγμένο από κόντρα πλακέ, ή ακόμη περισσότερο σε έναν άνθρωπο, είναι βαρύτατες και οι επιβιώσαντες Γερμανοί είδαν φριχτά παραμορφωμένα πτώματα συναδέλφων τους να κείτονται στα χωράφια γύρω από το αεροδρόμιο. Το παραπάνω γεγονός, σε συνδυασμό με τον πρόωρο καύσωνα εκείνων των ημερών και τα κοπάδια κοράκια που είχαν επιπέσει στα πτώματα, έδωσε αφορμή για αναφορές ακρωτηριασμών πτωμάτων που έφτασαν ως το Βερολίνο. Η αντίδραση του Χέρμαν Γκέρινγκ και του πτεράρχου των αλεξιπτωτιστών, Κουρτ Στούντεντ, ήταν εγκληματικά άμεση. Χωρίς να διατάξουν κάποιου είδους έρευνα για τα γεγονότα και μόλις στις 31 Μαϊου εξουσιοδοτούν τις κατά τόπον γερμανικές διοικήσεις να προβούν σε εκτεταμένα αντίποινα «το συντομότερο δυνατόν, χωρίς δίκες ή άλλες τυπικότητες και από τις ίδιες τις μονάδες που αντιμετώπισαν επιθέσεις ατάκτων».
Σύμφωνα με τον Βάιξλερ το πρωί της 2ας Ιουνίου συγκροτήθηκε ένα απόσπασμα από τριάντα περίπου αλεξιπτωτιστές του ΙΙ/Αερομεταφερόμενου Συντάγματος Εφόδου και με τέσσερα φορτηγά κατευθύνθηκαν στο χωριό Κοντομάρι, το οποίο περικύκλωσαν. Ο λόγος που επιλέχθηκε το συγκεκριμένο χωριό ήταν ότι στους ελαιώνες γύρω από αυτό είχαν βρεθεί πτώματα αλεξιπτωτιστών σε προχωρημένη αποσύνθεση, με «παράξενες» πληγές. Επικεφαλής του αποσπάσματος ήταν ο υποσμηναγός Χορστ Τρέμπες, πρώην μέλος της χιτλερικής νεολαίας, ο πιο υψηλόβαθμος αξιωματικός του συντάγματος που δεν είχε τραυματιστεί στη μάχη. Ο Βάιξλερ αναφέρει ότι βρήκε τον Τρέμπες να μιλά στους άνδρες του αποσπάσματος παροτρύνοντάς τους να εκδικηθούν τους νεκρούς συντρόφους τους. Σε ερώτησή του γιατί τα πτώματα δεν είχαν περισυλλεγεί και κείτονταν ακόμη στα χωράφια δώδεκα μέρες μετά τη μάχη, δεν έλαβε καμία απάντηση. Ο Τρέμπες διέταξε τους άνδρες του να συγκεντρώσουν τον πληθυσμό του χωριού στην πλατεία, όπου διάλεξε ο ίδιος έναν αριθμό ενηλίκων ανδρών προς εκτέλεση. (Οι αναφορές σχετικά με τον αριθμό των εκτελεσθέντων διίστανται. Άλλες κάνουν λόγο για 23 και άλλες ανεβάζουν τον αριθμό στους 60). Τα γυναικόπαιδα αφέθηκαν ελεύθερα και οι αλεξιπτωτιστές οδήγησαν τους ομήρους σε ένα, γειτονικό ελαιώνα όπου εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Στους τραυματίες δόθηκε η χαριστική βολή στο κεφάλι και το απόσπασμα αναχώρησε αμέσως. Την επόμενη ημέρα ένα ενισχυμένο απόσπασμα από την ίδια μονάδα αναχώρησε για την Κάντανο, για να καταστρέψει τελείως το χωριό και να σκοτώσει εκατόν ογδόντα από τους κατοίκους της.
Κατά τον συγκλονισμένο Βάιξλερ, η όλη επιχείρηση κράτησε λιγότερο από ώρα. Μόλις επέστρεψαν στον στρατώνα, του ζητήθηκε να παραδώσει το φιλμ και να μην αναφέρει σε κανέναν ό,τι είχε δει. Ο φωτογράφος παρέδωσε τελικά μόνο ένα από τα φιλμ που είχε τραβήξει και τα υπόλοιπα δύο τα προώθησε σε κάποιον έμπιστο φίλο του στην Αθήνα. Μέσα στο καλοκαίρι του 1941 θα απολυθεί από τη Λουφτβάφε ως «πολιτικά ύποπτος» και το 1944 θα συλληφθεί από την Γκεστάπο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, γιατί μίλησε σε κάποιους φίλους για τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη. Θα αποφύγει τελικά το θάνατο και θα ζήσει για να καταθέσει στη δίκη της Νυρεμβέργης κατά του πρώην διοικητή του, Χέρμαν Γκέρινγκ.
Όσο για τον Τρέμπες, τιμήθηκε από τον Στούντεντ με το Σταυρό των Ιπποτών για τα «ανδραγαθήματά» του στην Κρήτη, αλλά πήρε την κάτω βόλτα μετά τα γεγονότα στο Κοντομάρι. Με την επιστροφή του στη Γερμανία αποφάσισε να γιορτάσει την παρασημοφόρησή του μαζί με κάποιους άλλους αλεξιπτωτιστές, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο θρυλικός Καρλ Πόλσιν, ένας από τους κομάντο του αποσπάσματος Γκρανίτ που κατέλαβε το βελγικό οχυρό Εμπέν Εμαέλ το 1940. Ο Πόλσιν φαίνεται πως ειρωνεύτηκε με σκαιό τρόπο τη δράση εναντίον αμάχων στην Κρήτη και το μεγαλόσταυρο και καθώς και οι δύο ήταν μεθυσμένοι, ο Τρέμπες τον πυροβόλησε θανάσιμα καθώς κοιμόταν. Το σκάνδαλο που προκλήθηκε ήταν τεράστιο, αλλά παρενέβη ο ίδιος ο Γκέρινγκ για να τον σώσει από το εκτελεστικό απόσπασμα και να ξεχαστεί το θέμα. Ταυτόχρονα μετατέθηκε στο ανατολικό μέτωπο, όπου το σύνταγμα αλεξιπτωτιστών έπαιρνε μέρος σε αντιανταρτικές επιχειρήσεις. Όλες οι αναφορές γι’ αυτόν μετά το συμβάν κάνουν λόγο για έναν συναισθηματικά κατεστραμμένο άνθρωπο, που αναζητούσε το θάνατο σε κάθε ευκαιρία. Τελικά, βρήκε αυτό που ζητούσε. Σκοτώθηκε από Αμερικανούς αλεξιπτωτιστές στη μάχη του Καρεντάν, στη Νορμανδία, τον Ιούλιο του 1944.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*