Βιβλίο - Εκδηλώσεις - Πολιτισμός, Κινηματογράφος, Μόνιμες Στήλες, Ρήξη φ. 101

Ομάρ

19-2--18-thumb-medium

Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από τη Ρήξη φ. 101

Ο Ομάρ είναι ένας νέος Παλαιστίνιος, σε ηλικία γάμου. Στη Δυτική Όχθη. Είναι ένα περιτειχισμένο πρόσωπο, παγιδευμένο μέσα στο τείχος των Ισραηλινών, όπως η κατεχόμενη πατρίδα του

Ο Ομάρ, που ξεκινά με όλες τις ελπίδες και τις υποσχέσεις για μια νέα ζωή, γίνεται γρήγορα ένας απελπισμένος. Μοναδικό του όπλο στο τέλος η πλήρης απόγνωση. Αυτή είναι σε λίγες γραμμές η ιστορία της ταινίας Ομάρ, του Χανί Αμπού Άσαντ, του γεννημένου στη Ναζαρέτ σκηνοθέτη, που από το 1980, σύμφωνα με το βιογραφικό του, ζει και εργάζεται στην Ολλανδία.
Ο Ομάρ, λοιπόν, σκαρφαλώνει στο τείχος για να περάσει αντίπερα και να βρεθεί με τους παιδικούς του φίλους, τον Τάρεκ, τον Άμζαντ και την αδελφή του Τάρεκ, τη Νάντια. Ο Ομάρ είναι ερωτευμένος με τη Νάντια. Ο Ομάρ, ο Άμζαντ και ο Τάρεκ, που είναι ο αρχηγός, φτιάχνουν μια ομάδα αντίστασης. Στόχος τους το σαμποτάζ και η δολιοφθορά του εχθρού. Η Παλαιστίνη, όμως, είναι μια σκληρά κατεχόμενη χώρα. Μια μέρα μόνο κάτω από την μπότα των Ισραηλινών, αρκεί για να μετατρέψει και τον πιο ειρηνικό άνθρωπο σε άγριο μαχητή. Γιατί το τείχος εμποδίζει –ή δυσκολεύει έστω– τους Παλαιστίνιους να περνούν στο Ισραήλ, μα οι Ισραηλινοί στρατιώτες και πράκτορες ελέγχουν κάθε κίνηση στα Κατεχόμενα. Κάπως έτσι και ο Ομάρ μπλέκει άσχημα με τις ισραηλινές αρχές, παγιδεύεται, φυλακίζεται και για να γλιτώσει, όπως του υπόσχονται, θα πρέπει να γίνει ο καταδότης της ομάδας του. Γλιτώνει όμως κανείς από τους σταυρωτήδες;
Ο Αμπού Άσαντ, ο οποίος ξεκίνησε δουλεύοντας στην Ολλανδία ως αεροναυπηγός, δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με ιστορίες από το δράμα της πατρίδας του. Η προηγούμενη ταινία του Παράδεισος τώρα (2005), η οποία κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα ξενόγλωσσης ταινίας στο Χόλιγουντ, μιλούσε πάλι για δυο φίλους που γίνονται βομβιστές αυτοκτονίας. Έχει, άλλωστε, σκηνοθετήσει κι ένα ντοκιμαντέρ με τον τίτλο Ναζαρέτ 2000. Σκηνοθετώντας με ένταση ιστορίες από την παλαιστινιακή αντίσταση, δίνει μια άλλη εικόνα του δράματος του λαού του στη Δύση. Αυτή του η ταινία κέρδισε το βραβείο της επιτροπής στο «Ένα κάποιο βλέμμα» του Φεστιβάλ των Καννών και είναι υποψήφια στα Όσκαρ. Στην ταινία, όπως διαβάζουμε στην Τζερούσαλεμ Ποστ (16/1/2014), δεν έχουν συμμετοχή ισραηλινά κεφάλαια, και «παρά το ότι», όπως λέει η εφημερίδα, «ο Αμπού Άσαντ ζει στο Ισραήλ και μέρη της ταινίας γυρίστηκαν στο Ισραήλ, ο σκηνοθέτης επιμένει στο να συμμετέχει η ταινία του στην επιλογή των Όσκαρ ως “παλαιστινιακή”.». Βλέπεις, καμιά φορά ένα Όσκαρ μπορεί να πονάει περισσότερο από μία βόμβα…
Ο Ομάρ, λοιπόν, είναι ένας φέρελπις νέος που γρήγορα χάνει κάθε ελπίδα ότι θα μπορέσει να ζήσει σαν τους άλλους. «Τι μπορεί να γίνει;» ρωτά κάποια στιγμή πίσω από τα κάγκελα τη δικηγόρο του. «Τίποτα, όσο υπάρχει η Κατοχή!» Στεγνή και ασφυκτική η απάντηση. Η ταινία είναι ένα συναρπαστικό πορτρέτο. Δίνοντας μια σφιχτή σεναριακά περιπέτεια, ο Αμπού Άσαντ επικεντρώνει στο πρόσωπο του Ομάρ, σε μια ιστορία που θα μπορούσε να έχει επικεφαλίδες: «Ο Ομάρ και οι φίλοι του», «Ο Ομάρ και η Νάντια», «Ο Ομάρ δουλεύει στον φούρνο», «Ο Ομάρ και η αντίσταση», «Ο Ομάρ στη φυλακή», κ.λπ.
Με μια στιβαρή αφήγηση και δράση, με συνεχόμενες ανατροπές και έχοντας στο επίκεντρο τα πρόσωπα, η ταινία σε καθηλώνει από το πρώτο ως το τελευταίο της λεπτό. Η ερμηνεία του Αδάμ Μπάκρι, στον ομώνυμο ρόλο του Ομάρ είναι δυνατή και πάνω του στηρίζεται όλη η δράση και η πειθώ του έργου. Ο Γουάλεντ Ζουάιτερ, στο ρόλο του ισραηλινού πράκτορα Ραμί, ο Ιγιάντ Χοοράνι, στο ρόλο του Τάρεκ, η Λιμ Λουμπάνι, στο ρόλο της Νάντιας και ο Σαμέρ Μπισάρατ, στο ρόλο του Άμζαντ, δημιουργούν γύρω του μια ατμοσφαιρα εγκλεισμού, από την οποία του είναι αδύνατο να ξεφύγει. Γυρισμένη στα έγκατα της Δυτικής Όχθης, η ταινία καταφέρνει να αποδώσει πολύ καλά το κλίμα πολιορκίας που ζουν καθημερινά οι κάτοικοί της. Η ελευθερία είναι παντού το ζητούμενο.
Η σκηνή που λειτουργεί ως λάιτ-μοτίβ στο έργο δείχνει πάντοτε τον Ομάρ, μ’ ένα σκοινί, ν’ ανεβοκατεβαίνει από τη μια στην άλλη πλευρά του ισραηλινού τείχους, που περισφίγγει τη Δυτική Όχθη. Ο κυνισμός και η σκληρότητα εφάπτονται με την εγκαρτέρηση και το φιλότιμο. Στην τελευταία του προσπάθεια ν’ ανέβει, ξεσκισμένος ψυχικά και ράκος σωματικά, πέφτει και χτυπημένος κλαίει. Ένας γέρος περαστικός, ντυμένος με την παλαιστινιακή παραδοσιακή κελεμπία του, τον σηκώνει. «Προσπάθησε ξανά, παιδί μου, και όλα θα πάνε καλά», του λέει. Προδομένος ακόμα κι από τους παιδικούς του φίλους, απελπισμένος, με όλα τα όνειρά του ακυρωμένα, ο Ομάρ ξαναπροσπαθεί και τα καταφέρνει. Αν και τίποτα δεν μπορεί να γίνει για ν’ αλλάξει στη ζωή του, όσο η Κατοχή συνεχίζεται, τουλάχιστον ο Ομάρ, ματωμένος, υπερασπίζεται την αξιοπρέπειά του. Ένας πυροβολισμός μπορεί να ακουστεί στο τέλος σαν μια ασίγαστη κραυγή από τα σπλάχνα του ήρωα.
Ο Ομάρ είναι μια δυνατή ταινία.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*