Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ.56, Οικολογία και πράσινος καπιταλισμός, Περιοδικό Άρδην

Κοινοτικό πρότυπο ανάπτυξης και περιβάλλον

Συγγραφέας: Κώστας Κατσιφαράκης
Άρδην τ.56
1. Εισαγωγή
Το κοινοτικό πρότυπο διαβίωσης και ανάπτυξης διαφέρει σε σημαντικό βαθμό από το τρέχον πρότυπο της «παγκοσμιοποίησης» στα θέματα διαχείρισης φυσικών πόρων και περιβάλλοντος. Οι διαφορές τους είναι απόρροια της διαφορετικής κοσμοθεωρίας τους.
Το τρέχον πρότυπο, κατά τους υποστηρικτές του, έχει την πιο σφαιρική θεώρηση, αφού αντιμετωπίζει την υφήλιο ως μία ενότητα. Βασίζεται «φιλοσοφικά» στην ακραία εφαρμογή της θεωρίας του συγκριτικού πλεονεκτήματος και στην αποθέωση της κατανάλωσης. Τεχνικά στηρίζεται στη μεγάλη ανάπτυξη των μέσων μεταφοράς και των επικοινωνιών. Έχει οδηγήσει λοιπόν σ’ ένα σύστημα όπου οι αποστάσεις μεταξύ των κέντρων παραγωγής και άμεσης ή έμμεσης κατανάλωσης ενέργειας και φυσικών πόρων είναι μεγάλη. Αυτό, από περιβαλλοντική άποψη, είναι αρνητικό διότι αυξάνει την κατανάλωση ενεργειακών (και όχι μόνο) πόρων, καθώς και τη ρύπανση του περιβάλλοντος.
Η αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας οφείλεται πρώτα απ’ όλα στην κίνηση των μέσων μεταφοράς. Η πρόσθετη αυτή δαπάνη μπορεί να είναι ελάχιστη ανά μονάδα προϊόντος. Όμως η διακίνηση τεραστίων ποσοτήτων προϊόντων σε μεγάλες αποστάσεις έχει ένα μη ευκαταφρόνητο συνολικό αποτέλεσμα. Πιο έντονο και σύνθετο είναι το πρόβλημα στα αγροτικά προϊόντα, όπου μπορεί να απαιτείται ενέργεια για την ψύξη τους κατά τη μεταφορά, καθώς και περισσότερη συσκευασία, που καταλήγει στην παραγωγή περισσότερων στερεών αποβλήτων. Επίσης, μπορεί να απαιτείται η χρήση περισσότερων φυτοφαρμάκων κατά την καλλιέργεια και συντηρητικών ουσιών κατά την επεξεργασία, ώστε να είναι δυνατή η αύξηση της χρονικής απόστασης μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης.
Ακόμη υπάρχουν απώλειες κατά τη μεταφορά διάφορων μορφών ενέργειας, π.χ. στα καλώδια μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Πάλι, η ανά μονάδα μήκους απώλεια μπορεί να είναι ελάχιστη, πολλαπλασιάζεται όμως επί την απόσταση μεταφοράς.
Σημαντικό είναι και το πρόβλημα των ατυχημάτων κατά τη μεταφορά. Για παράδειγμα, η ρύπανση των θαλασσών και των ακτών οφείλεται κατά ένα ποσοστό σε διαρροές από πετρελαιοφόρα πλοία.
Τέλος, το τρέχον σύστημα δίνει τη δυνατότητα στις εταιρείες να μεταφέρουν ρυπογόνες δραστηριότητες σε χώρες με χαλαρή περιβαλλοντική νομοθεσία.
Παράλληλα με την όξυνση των περιβαλλοντικών προβλημάτων, μειώνεται η ασφάλεια των καταναλωτών όταν μεταφέρεται ενέργεια σε μεγάλες αποστάσεις. Ακόμη και στην κλίμακα της Ελλάδας, η τροφοδοσία της Αττικής με ηλεκτρική ενέργεια εξαρτάται από τη επάρκεια και την καλή συντήρηση του δικτύου μεταφοράς από τα ενεργειακά κέντρα της Μακεδονίας. Σε μεγαλύτερη κλίμακα, χαρακτηριστικά είναι τα επεισόδια παροδικής κατάρρευσης του συστήματος μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στις τεχνολογικώς προηγμένες Η.Π.Α.
Το τρέχον καταναλωτικό σύστημα έχει επιφέρει μια ακόμη αρνητική για το περιβάλλον αλλαγή, στις προηγμένες οικονομικά χώρες: Προϊόντα που παλαιότερα προορίζονταν για μακροχρόνια χρήση, έχουν πλέον σχετικά σύντομο χρόνο ζωής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα αυτοκίνητα και οι ηλεκτρικές οικιακές συσκευές. Η αλλαγή αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη δαπάνη περισσότερων πρώτων υλών και ενέργειας από όσο θα ήταν αναγκαίο για τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που προσφέρει (ή υποτίθεται ότι προσφέρει) η κατοχή και χρήση αυτών των αγαθών. Επίσης συντελεί στη αύξηση της παραγωγής απορριμμάτων. Επιπλέον, έχει και μια αρνητική κοινωνική επίπτωση στην κατανομή των θέσεων απασχόλησης: Αφού πολλές φορές κοστίζει περισσότερο η επισκευή μιας συσκευής από την αγορά καινούργιας, περιορίζεται ο κύκλος εργασιών των τεχνιτών (π.χ. ηλεκτρολόγων, μηχανικών αυτοκινήτων), που εργάζονται ανεξάρτητα από τις μεγάλες μονάδες παραγωγής.
Αντίθετα, το κοινοτικό πρότυπο ανάπτυξης και διαβίωσης επιδιώκει εξισορρόπηση παραγωγής και κατανάλωσης σε μικρότερη κλίμακα, με παράλληλο περιορισμό της περιττής κατανάλωσης. Η έμφαση που δίνεται στη αξιοποίηση των τοπικών πόρων, στην αποκέντρωση και στο περιβάλλον συνδέει άμεσα το κοινοτικό πρότυπο με τις ήπιες και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.2. Ήπιες και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

Όπως γλαφυρά υποδηλώνει ο μύθος του Προμηθέα, η ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού άρχισε ουσιαστικά όταν ο άνθρωπος απέκτησε την ικανότητα χρήσης της φωτιάς, δηλαδή μιας ενεργειακής πηγής.
Οι πρώτες ενεργειακές πηγές που χρησιμοποιήθηκαν ήταν η βιομάζα, η αιολική ενέργεια και η ενέργεια του κινουμένου νερού. Αυτές μαζί με την ηλιακή και τη γεωθερμική ενέργεια επανέρχονται στην εποχή μας, με τον γενικό όρο ήπιες και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΗΑΠΕ). Η χρήση τους λοιπόν δεν είναι κάτι το νέο. Εκείνο που διαφέρει είναι ο τρόπος αξιοποίησής τους, που βασίζεται στη σύγχρονη τεχνολογία.
Η κατάταξη αυτών των διαφορετικών μεταξύ τους ενεργειακών πηγών σε μιά ομάδα οφείλεται σε δύο βασικά κοινά χαρακτηριστικά, που υποδηλώνονται από το όνομά τους και τις διαφοροποιούν από τις συμβατικές πηγές ενέργειας:
α) Δεν υπάρχει πρόβλημα εξάντλησής τους, εφόσον βέβαια η εκμετάλλευση γίνεται με σωστό τρόπο. Αξίζει μάλιστα να επισημανθεί ότι η συνολική ετήσια παροχή τους είναι πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας.
β) Η χρήση τους προκαλεί μικρή και ελέγξιμη βλάβη στο περιβάλλον.
Επιπροσθέτως έχουν τα ακόλουθα πλεονεκτήματα:
α) Προσφέρονται για την κατασκευή μικρών σταθμών κοντά στον τόπο κατανάλωσης, πράγμα που εξαλείφει τις απώλειες μεταφοράς και διασφαλίζει την τροφοδοσία σε τοπικό επίπεδο. Αυτό αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό πλεονέκτημα για χώρες με μεγάλη γεωγραφική κατάτμηση.
β) Η παροχή τους είναι δεδομένη και δεν μπορεί να ελεγχθεί από πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα (η αξιοποίησή τους βέβαια ελέγχεται).
γ) Σε πολλές περιπτώσεις δεν απαιτείται ιδιαίτερα υψηλή τεχνολογία για την εκμετάλλευσή τους.
δ) Είναι κατανεμημένες πολύ πιο ομοιόμορφα στο σύνολο του πλανήτη.
Επομένως συντελούν στην αποκέντρωση (άρα και στην σταθερότητα) του συστήματος παροχής ενέργειας, ευνοούν την περιφερειακή ανάπτυξη και επιτρέπουν μεγαλύτερο έλεγχο από τις τοπικές κοινωνίες.
Στην Ελλάδα οι οικονομοτεχνικές συνθήκες για την αξιοποίηση των ήπιων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι εξαιρετικά ευνοϊκές για τους ακόλουθους λόγους:
1. Η παροχή των πηγών αυτών (ηλιοφάνεια, γεωθερμική ροή, αιολικό δυναμικό) είναι σημαντική.
2. Η τεχνολογία για την εκμετάλλευσή τους μπορεί σε μεγάλο ποσοστό να αναπτυχθεί στη χώρα μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η βιομηχανία ηλιακών συλλεκτών.
3. Το πετρέλαιο, αλλά και το φυσικό αέριο, είναι εισαγόμενα είδη.
4. Η μεγάλη σεισμικότητα πρέπει να αποκλείει κάθε σκέψη εγκατάστασης πυρηνικών σταθμών, ενώ αυξάνει και τον κίνδυνο ατυχημάτων από τη χρήση του φυσικού αερίου.
5. Η γεωγραφική κατάτμηση της Ελλάδας είναι μεγάλη, άρα συμφέρει η κατασκευή μικρών σταθμών κοντά στον τόπο κατανάλωσης.
Από τεχνική άποψη, εκτός από τα βασικά πλεονεκτήματα που αναφέρθηκαν, οι ήπιες και ανανεώσιμές πηγές ενέργειας έχουν τα ακόλουθα μειονεκτήματα, που καθιστούν τεχνικώς δυσχερή ή επιβαρύνουν οικονομικά την εκμετάλλευσή τους:
1. Η παροχή τους είναι ασυνεχής και μεταβαλλόμενη. Πολλές φορές το μέγιστο της προσφοράς συμπίπτει με το ελάχιστο της ζήτησης. Η αποθήκευσή τους σε πρωτογενή μορφή είναι μάλλον αδύνατη.
2. Βρίσκονται πολύ διασκορπισμένες, γι’ αυτό ένα μικρό μέρος τους είναι εκμεταλλεύσιμο, με τις παρούσες τεχνικές δυνατότητες και οικονομικές συνθήκες.
3. Σε πολλές περιπτώσεις παρέχουν ενέργεια χαμηλής στάθμης (π.χ. κατάλληλη μόνο για θέρμανση χώρων).
Το ενθαρρυντικό στοιχείο είναι ότι η έρευνα στον τομέα των ΗΑΠΕ έχει επιτύχει ουσιαστικές βελτιώσεις των τεχνικοοικονομικών χαρακτηριστικών σε πολλές από αυτές. Αυτό συνέβη παρά την περιορισμένη χρηματοδότησή της σε σχέση με άλλες επιστημονικές περιοχές. Η ελλιπής χρηματοδότηση εξηγείται εύκολα από τον πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό (άρα και ερευνητικό) προσανατολισμό του τρέχοντος παγκόσμιου συστήματος ανάπτυξης και από την έλλειψη στρατιωτικών εφαρμογών. Οι τελευταίες ευνοούν καταλυτικά την πυρηνική ενέργεια.3. Η εξοικονόμηση ενέργειας και άλλων φυσικών πόρων

Μια σημαντική διαφορά του κοινοτικού από το τρέχον πρότυπο ανάπτυξης είναι η άρνηση του καταναλωτισμού ή, ακριβέστερα, η μη ταύτιση της ατομικής ευδαιμονίας και επιτυχίας με την ανάλωση και κατοχή αγαθών. Αντίθετα το κοινοτικό πρότυπο αποβλέπει στην εξοικονόμηση φυσικών πόρων χωρίς υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Για παράδειγμα, ευνοεί τις μεθόδους φυσικού δροσισμού, αλλά δεν αποκλείει τη χρήση κλιματιστικών μηχανημάτων, όταν είναι απαραίτητη. Εκείνο που θα απέκλειε, είναι η υπερβολική χρήση, όπως γίνεται συχνά στη χώρα μας, που αποδεικνύεται φτωχή και σπάταλη συγχρόνως.
Πολλά παραδείγματα μπορούν να αντληθούν και από τον χώρο του τουρισμού. Το κοινοτικό πρότυπο προϋποθέτει σεβασμό κάθε τόπου. Επομένως πολύ δύσκολα θα εντασσόταν σ’ αυτό η δημιουργία γηπέδων γκολφ σε μια άνυδρη περιοχή ή η κατασκευή πισίνας (η χρήση της οποίας προϋποθέτει λειτουργία συστήματος καθαρισμού) δίπλα σε μια θαυμάσια και ασφαλή ακτή.4. Τελική παρατήρηση

Μια «τεχνοκρατική» ανάλυση δείχνει ότι το τρέχον σύστημα ανάπτυξης δεν ευνοεί την εξοικονόμηση φυσικών πόρων και την προστασία του περιβάλλοντος. Καθώς ο πληθυσμός της Γης, εξακολουθεί να αυξάνεται και οι πραγματικές ανάγκες της οικουμένης μεγαλώνουν, η υιοθέτηση ενός άλλου προτύπου διαβίωσης και ανάπτυξης προβάλλει ως αδήριτη ανάγκη.*Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών Α.Π.Θ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*