Κοινωνία

Ο αθηνοκεντρισμός, ο παρασιτισμός, η τοπική αυτοδιοίκηση και η Θεσσαλονίκη

«Μένουμε Θεσσαλονίκη», δημοτικό ψηφοδέλτιο νεολαίας – τοπικές αυτοδιοικητικές εκλογές 2014

Δείτε επίσης:

Βίντεο από το διήμερο εκδηλώσεων που οργάνωσε η πρωτοβουλία «Μένουμε Θεσσαλονίκη» με θέμα: Θεσσαλονίκη, νεοαποικία ή ελεύθερη ζωντανή πόλη;

Καταδικάζοντας μια χώρα σε θάνατο.

Οποιαδήποτε τοποθέτηση σχετική με το μέλλον και την βιωσιμότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα, δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από την καταγγελία της απίστευτης συγκεντροποίησης ανθρώπων, κεφαλαίων, και δραστηριοτήτων στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Διότι είναι μια συνθήκη που απειλεί καίρια και αποφασιστικά το ίδιο το μέλλον της χώρας μας.

athens-1

Η περιφέρεια Αττικής καλύπτει το 2,9% της συνολικής έκτασης της χώρας. Εκεί παράγεται το 43,8% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος, ενώ διαμένει το 35,4% του πληθυσμού. Στην πραγματικότητα, βέβαια, η πληθυσμιακή συγκέντρωση είναι μεγαλύτερη (αγγίζει το 45%-48% του πληθυσμού της χώρας), και δεν καταγράφεται στις ανα δεκαετίες απογραφές που πραγματοποιεί η στατιστική υπηρεσία, καθώς ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων του λεκανοπεδίου επιλέγει να απογραφεί στον τόπο καταγωγής του για συναισθηματικούς ή/και άλλους λόγους.

Η υπερσυγκέντρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Αττική, είναι συντριπτική: Εκεί λειτουργεί πάνω από το ήμισυ της (διαλυμένης) βιομηχανικής παραγωγής και των τριτογενών απασχολήσεων, ενώ το 93% του εξωτερικού εμπορίου πραγματοποιείται από τα λιμάνια της. Την ίδια στιγμή, εκεί πραγματοποιείται πάνω του 30% των δημόσιων επενδύσεων (αγγίζοντας το 40% με τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας), ενώ κρατάει τα σκήπτρα και στην διοικητική χρηματοδότηση: Από το 1999 ως το 2008 οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης απέσπασαν το 8%-10% των πόρων, ενώ η κεντρική διοίκηση το 90%-92%.

 

Στην πραγματικότητα ο βαθμός της συγκεντροποίησης του εθνικού μας κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού συστήματος είναι δείκτης «κατάρρευσης εκ των ένδον». Όλα τα εγχειρίδια πολιτικής οικονομίας και αστικού σχεδιασμού υποστηρίζουν ότι τέτοια επίπεδα υπερσυγκέντρωσης οδηγούν μαθηματικά ένα σύστημα στην «κατάρρευση εκ των ένδον», καθώς γεννούν «αντι-οικονομίες κλίμακας» που εκτοξεύουν τα κόστη και καθιστούν απαγορευτική την αναπαραγωγή του συστήματος. Το γεγονός αυτό επαληθεύεται από την στατιστική. Η Αθήνα είναι η μήτρα της ελληνικής χρεοκοπίας: Εισάγει τρείς φορές περισσότερα από αυτά που παράγει, σε αντίθεση με την Βόρειο Ελλάδα που ο βαθμός επικάλυψης των εισαγωγών από τις εξαγωγές αγγίζει το 95%. Στην πραγματικότητα, το «σύστημα-Αθήνα» αποτελεί μια κινούμενη άμμο που μας καθηλώνει μέσα στον βούρκο του χρέους: Σε πανεθνικό επίπεδο, 9 από τις 13 περιφέρειες είναι πλεονασματικές, ενώ το γενικό εμπορικό ισοζύγιο επιδεινώνεται τόσο δραματικά εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούν στην περιφέρεια Αττικής.

Πρόκειται για την επιτομή του ελληνικού παρασιτισμού! Μια κατάσταση που παραπέμπει σε θεωρητικά μοντέλα «ανάπτυξης της υπανάπτυξης» καθώς ο υδροκεφαλισμός αποτελούσε ανέκαθεν δείκτη της εξάρτησης και της αποικιοποίησης μιας χώρας.

Προφανώς, καμία ουσιαστική απόπειρα παραγωγικής ανασυγκρότησης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε αυτές τις συνθήκες, καθώς οι τρομακτικές περιφερειακές ανισορροπίες της χώρας, αποτελούν μια «μαύρη τρύπα» που παραλύει κάθε δημιουργική δύναμη.

Old-Thessaloniki

Ανατρεπτική κληρονομιά και βαλκανική προοπτική

Ιστορικοί και χωροτάκτες[1], έχουν πρόδηλα αποδείξει την γενεαλογία του προβλήματος. Αποτέλεσε τέκνο των επιλογών της Βαυαροκρατίας, που για πολιτικές σκοπιμότητες (λέγε με… ιμπεριαλισμός) επέβαλαν στο ήδη από τα πρώτα του βήματα χρεοκοπημένου νεοελληνικού κρατιδίου έναν ακραίο υδροκεφαλισμό. Και αυτό σε σύγκρουση με τις τότε πραγματικότητες της χώρας και της δυνατότητες του λαού μας. Τι ποιο ενδεικτικό ότι για να επιβάλουν μια τέτοια συνθήκη προχώρησαν στην κατάργηση του συστήματος των ελληνικών κοινοτήτων –του αποφασιστικού κυττάρου της νεοελληνικής αναγέννησης που συντελέστηκε κατά τον 18ο αιώνα;

Οι παραγωγικές/οικονομικές παραδόσεις της βορείου Ελλάδας, καθώς και τα αντικειμενικά γεω-οικονομικά τους δεδομένα κυοφορούν δυνατότητες για την ανατροπή αυτής της θλιβερής συνθήκης.  Κατά τον νεοελληνικό διαφωτισμό, η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε κέντρο και επίνειο της μεγάλης «βιοτεχνικής επανάστασης» των ελληνικών ορεινών κοινοτήτων (που έχει ως σύμβολό της τον συνεταιρισμό των Αμπελακίων) εξάγοντας ποιοτικά κατεργασμένα προϊόντα μέχρι τις αγορές της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης[2]. Η ληστρική φορολογία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η ασυδοσία της πολιτικής της διοίκησης, καθώς και ο ανταγωνισμός του δυτικού αποικιακού κεφαλαίου, που τότε ήλεγχε την Πύλη και επέβαλε καταφανώς ευνοϊκές διομολογήσεις για τα προϊόντα του, υπονόμευσαν την ολοκλήρωση αυτής της πνευματικής και παραγωγικής άνθισης των ορεινών ελληνικών κοινοτήτων. Ωστόσο, ο «σπόρος» της παραμένει θαμμένος, ως δυνατότητα, κάτω από τους παγετώνες του νεοελληνικού παρασιτισμού.

Αναδείχθηκε δε ξανά στην επιφάνεια, με την άρση των επίπλαστων γεωπολιτικών συνόρων που επέβαλαν οι ξένες δυνάμεις στα Βαλκάνια (λέγε με «σιδηρούν παραπέτασμα»). Και τούτο διότι η κεντρική βαλκανική αποτελεί την φυσική παραγωγική και εμπορική ενδοχώρα της Βορείου Ελλάδος –δίχως αυτήν η τελευταία μεταβάλλεται σε «σύνορο» και επαρχία του αθηνοκεντρικού συστήματος.

Ωστόσο, η προοπτική μιας ανεξάρτητης βαλκανικής συνεργασίας κυοφορώντας μια δυναμική περιφερειακής χειραφέτησης, απειλούσε να τινάξει στον αέρα τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς για την ευρύτερη περιοχή. Γι’ αυτό και η Δύση κινήθηκε άμεσα ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας στην διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και στην ευρύτερη αποδιάρθρωση των Βαλκανίων, την μεταβολή τους σε έναν ωκεανό ασταθών και ελεγχόμενων προτεκτοράτων. Κύριοι ενδιαφερόμενοι γι’ αυτήν την εξέλιξη, η Γερμανία και η Τουρκία, που ορθώς προέβλεψαν ότι τυχόν διαφορετική εξέλιξη στα Βαλκάνια απειλεί τα περιφερειακά συστήματα ηγεμονίας που φιλοδοξούν να εγκαταστήσουν –η μία στην Κεντρική Ευρώπη, και η άλλη στην Νοτιο-ανατολική μεσογειακή της απόληξη.

Η συζήτηση για την ιστορική ταυτότητα της Θεσσαλονίκης, η συστηματική προσπάθεια που πραγματοποιείται από τους αποικιακούς ιδεολογικούς μηχανισμούς, την κυρίαρχη πανεπιστημιακή διανόηση, δηλαδή, ποικιλώνυμες ΜΚΟ, ΜΜΕ καθώς και τη παρούσα δημοτική αρχή της πόλης, να εξωραϊστεί το οθωμανικό, τάχα πολυπολιτισμικό της παρελθόν, δεν διόλου άσχετη δεν είναι με τους σύγχρονους αυτοκρατορικούς σχεδιασμούς. Στην ουσία της, είναι μια ιδεολογική εκστρατεία εξωραϊσμού του παρελθόντος που προδιαγράφει το μέλλον της πόλης –την μεταβολή της σε πολυπολιτισμικό αποικιακό υποσταθμό ενός γερμανοτουρκικού condominium στα Βαλκάνια.

Η παράλληλη δράση γερμανικού και τουρκικού προξενείου προς αυτήν την κατεύθυνση είναι εμφανής τα τελευταία χρόνια στην πόλη –με τους Γερμανούς να διατηρούν το προβάδισμα, λόγω της προνομιακής θέσης που έχουν εξασφαλίσει στην διαχείριση της συλλογικής μας μοίρας μέσω των μηχανισμών της αποικίας χρέους. Ο κύριος Φούχτελ, εξ άλλου, ειδικός επιτετραμμένος της Μέρκελ, από την Θεσσαλονίκη συντονίζει την περίφημη «ελληνογερμανική συνεργασία» σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, μια αποικιακή συνθήκη που υπέγραψε η δοτή κυβέρνηση Παπανδρέου με την γερμανική κυβέρνηση, και εγκρίθηκε από όλα τα κόμματα του γερμανικού κοινοβουλίου.

Για να επιστρέψουμε στο προκείμενο, τούτη η ιδεολογική/πολιτική εκστρατεία δεν συντελείται μόνο για τον συντονισμό της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης Βορείου Ελλάδος με τις αποικιακές αναγκαιότητες.

Πραγματοποιείται για να υπονομεύσει καίρια και αποφασιστικά μια εναλλακτική στρατηγική εθνικής ανεξαρτησίας και αυτόνομης περιφερειακής συνεργασίας που είναι εφικτή: Τον δρόμο της παραγωγικής ανασυγκρότησης της Βορείου Ελλάδας, με ανάδειξη της Θεσσαλονίκης στο επίκεντρο, και αποφασιστικό τροφοδότη της διαδικασίας, την χειραφετημένη από την δυτικο-τουρκική επιβολή, συνεργασία των βαλκανικών λαών.

Τον δρόμο, δηλαδή, που είχε υποδείξει ο Ρήγας Φεραίος και ο συνεταιρισμός στ’ Αμπελάκια, ο οποίος καθίσταται ξανά επίκαιρος και λόγω των τελευταίων τεχνολογικών και οργανωτικών μετασχηματισμών που σφραγίζουν το σύγχρονο παραγωγικό μοντέλο: Την στροφή στην μικρή και την μεσαία κλίμακα της παραγωγής, με τη χρήση τεχνολογιών αιχμής, σε μια κατεύθυνση φιλική προς το περιβάλλον και τον εργαζόμενο.

Βλέπουμε δηλαδή, ότι από κάθε αντικειμενική άποψη (ιστορική συμβατότητα, γεωπολιτική και γεω-οικονομική συνθήκη, συμβατότητα με τις τελευταίες οργανωτικές/τεχνολογικές καινοτομίες) είναι εφικτή η ανατροπή της θλιβερής κατάστασης που προκαλεί ο ιστορικά επιβεβλημένος από τους δυτικούς ιμπεριαλιστές υδροκεφαλισμός της Αθήνας.

Εκεί που χωλαίνουμε είναι στις «υποκειμενικές δυνατότητες». Τόσο γιατί αυτή τη στιγμή, τα ξένα γεωπολιτικά συμφέροντα έχουν καταστήσει διάτρητη την χώρα (και την ευρύτερη περιοχή), εξαθλιώνοντας και τρομοκρατώντας τον ελληνικό λαό. Όσο και γιατί οι ελληνικές άρχουσες τάξεις, είναι βυθισμένες από την κορυφή μέχρι τα νύχια στην παρακμή και τον δοσιλογισμό: Απέτυχαν να κατανοήσουν και να υλοποιήσουν αυτήν την προοπτική, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, τότε που ήταν πολύ ευκολότερο. Αντ’ αυτού, προτίμησαν την μεγάλη ιδέα του παρασιτισμού και της αρπαχτής, την Ολυμπιάδα, που τους έκανε πλουσιότερους, μέσα από την… χρεοκοπία και την διάλυση της ίδιας τους της χώρας. Γιατί, πράγμα που μετά τα αλλεπάλληλα μνημόνια έχει γίνει ηλίου φαεινότερο, οι ελληνικές άρχουσες τάξεις έχουν συνδέσει αποφασιστικά τα συμφέροντά τους με τον… θάνατο της Ελλάδας.

Μια αντίστοιχη χίμαιρα επεξεργάζεται και η παρούσα δημοτική διοίκηση της Θεσσαλονίκης, σε αγαστή συνεργασία με τα ευρύτερα γεωπολιτικά συμφέροντα που αξιώνουν τον έλεγχό της. Θέλει, λέει, να μεταβάλει την Θεσσαλονίκη σε τουριστική πρωτεύουσα της ευρύτερης περιοχής –κάτι σαν την Τιχουάνα των Βαλκανίων. Η προοπτική αυτή, είναι δεμένη με την αποβιομηχάνιση, τον βιασμό της ιστορίας της, τα συντριπτικά ποσοστά ανεργίας (και δη νεανικής) που επικρατούν στην πόλη μας. Κυρίως σε αυτήν: Διότι στα οράματα του κυρίου Μπουτάρη, οι νέοι έχουν θέση μόνο ως γκαρσόνια. Και δεν είναι διόλου τυχαίο, ότι το μόνο πράγμα που κάνει ο δήμος για τους νέους ανέργους είναι… μαθήματα γερμανικών. Η «μητέρα» Γερμανία γερνάει γρήγορα, και έχει ανάγκη από εξειδικευμένο νέο, εργατικό δυναμικό –ενώ η Θεσσαλονίκη διαθέτει το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο των Βαλκανίων, και συντριπτικά ποσοστά ανεργίας πτυχιούχων. Άρα; Το πρόβλημα γι’ αυτούς αντιμετωπίζεται μέσω της λεηλασίας του ανθρώπινου δυναμικού της πόλης.

Απέναντι σε αυτήν την θλιβερή κατάσταση που ταυτόχρονα κομίζει προοπτικές υποδούλωσης, εσωτερικής κατάρρευσης, φτώχειας, πνευματικής μιζέριας, και «νέας ξενιτιάς» το ζήτημα έχει τεθεί: «Ή θα ορθώσουμε έναν άλλο πύργο ατίθασο απέναντί τους/ ή θα γονατίσουμε όπως αυτός ο δραπέτης».

Και θα ορθώσουμε έναν άλλο πύργο ατίθασο απέναντί τους μόνον αν αξιοποιήσουμε αποφασιστικά τις θετικές κληρονομιές της πόλης και της ευρύτερης περιοχής προς την κατεύθυνση ενός συνεκτικού προγράμματος δημοκρατίας, παραγωγικής ανασυγκρότησης, και πνευματικής αναγέννησης. Στον δρόμο που ήδη περιγράψαμε, που είναι εφικτός, και που γυρεύει ένα ρωμαλέο κίνημα αντίστασης για να γίνει πραγματικότητα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*