Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ. 57, Περιοδικό Άρδην

Διάλογος για την παιδεία

Συγγραφέας: Τάσος Χατζηαναστασίου
Άρδην τ. 57
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ;

Κάθε Υπουργός Παιδείας και ένα νέο σύστημα εισαγωγής

Στο πλαίσιο του «διαλόγου για την Παιδεία» που εγκαινιάζει το «Άρδην» από αυτό το τεύχος ξεκινάμε με ένα σημείωμα που αφορά το ζήτημα της πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Πρόκειται για κεντρικότατο πολιτικό ζήτημα αν αναλογιστεί κανείς ότι οι εισαγωγικές εξετάσεις αποτελούν μια από τις πρώτες ειδήσεις στα τηλεοπτικά δελτία με τις γνωστές γραφικές σκηνές των υποψηφίων εντός και των αγωνιώντων γονέων εκτός των κιγκλιδωμάτων των εξεταστικών κέντρων, ενώ πολλές εφημερίδες δημοσιεύουν καθημερινά θέματα εξετάσεων για να ασκούνται οι υποψήφιοι στην εξεταστέα ύλη. Ακόμη περισσότερο, το σύστημα εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο αποτελεί για τον εκάστοτε Υπουργό Παιδείας τη μεγάλη πρόκληση για να επιδοθεί ως μαθητευόμενος μάγος στους προσωπικούς του πειραματισμούς. Στην πρόσφατη ιστορία του θεσμού, όλοι ανεξαιρέτως οι Υπουργοί Παιδείας ασχολήθηκαν περισσότερο ή λιγότερο με το ζήτημα της «μεταρρύθμισης» του τρόπου εισαγωγής στα Πανεπιστήμια. Οπωσδήποτε αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία μάλλον ακατανόητη για τους πολίτες άλλων χωρών όπου το ίδιο σύστημα ισχύει για δεκαετίες.
Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, οι επιχειρούμενες «μεταρρυθμίσεις» προκάλεσαν κραδασμούς που εξελίχθηκαν σε πραγματικές εκρήξεις. Ανάμεσα σε αυτούς που διέπρεψαν σε αυτό το άθλημα κι ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος που αποφάσισε να επιβάλει τις παιδαγωγικές του αντιλήψεις επιστρατεύοντας το… στρατιωτικό σκέλος του κομματικού μηχανισμού της ΝΔ γεγονός που οδήγησε στη βάρβαρη δολοφονία του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα και ως επακόλουθο αυτού στην παραίτησή του πρώην δεξιού και νυν σοσιαλιστή πολιτικού. Ο δε Αρσένης προκάλεσε με τη δική του «μεταρρύθμιση» τη δεύτερη μεγαλύτερη μαθητική εξέγερση της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Το μόνο που παρέμεινε ανέγγιχτο όλα αυτά τα χρόνια των διαδοχικών μεταρρυθμίσεων είναι η άλλη παγκόσμια πρωτοτυπία, ο θεσμός των φροντιστηρίων.

Τα ιδεολογήματα: αστικός εκσυγχρονισμός και δημοκρατικό σχολείο
Δεν είναι εύκολο να ερμηνεύσει κανείς τα κίνητρα των αλχημιστών της οδού Μητροπόλεως. Το να πει κανείς ότι όλες οι «μεταρρυθμίσεις» αποτελούν απόπειρες «αστικού εκσυγχρονισμού» της εκπαίδευσης είναι μάλλον απλουστευτικό. Σε ορισμένες ωστόσο περιπτώσεις επιχειρήθηκε πράγματι (Κοντογιαννόπουλος, Αρσένης) να μειωθεί ο αριθμός των μαθητών των Λυκείων μέσω αυστηρότερων εξεταστικών διαδικασιών και να διοχετευτεί ο μεγαλύτερος όγκος των αποφοίτων Γυμνασίου προς την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση. Επιχειρήθηκε επομένως, ν’ αποκτήσει η εκπαίδευση σαφέστερα ταξικά χαρακτηριστικά. Η αντίσταση ωστόσο των μεσοστρωμάτων, κυρίως, επέβαλε το μαζικό και «δημοκρατικό» Λύκειο, τουτέστιν: κουτσοί, στραβοί στον Άη-Παντελεήμονα χωρίς «ταξικούς εξεταστικούς φραγμούς». Ο θρίαμβος όμως των μικρομεσαίων αποδεικνύεται «πύρρειος»: το Λύκειο υποβαθμίστηκε καθώς περιορίζεται στο ν’ απασχολεί απλώς τους γόνους των χαμηλών και μικρομεσαίων στρωμάτων, όπως περίπου κάνει κι ένας παιδικός σταθμός, ενώ η γνώση και η ευρύτερη πνευματική καλλιέργεια απαξιώνονται αφού τα μόνα που φαίνεται πως ενδιαφέρουν είναι η… ξεκούραστη αποφοίτηση και, βέβαια, η εισαγωγή στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση έστω και με ένα… αταξικό δυάρι. (Βλ. την άποψη της ΟΛΜΕ που θεωρεί ταξικό φραγμό το πρόσφατο μέτρο που αποκλείει την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο με βαθμό κάτω από τη βάση). Το σχολείο υποβαθμίζεται λοιπόν ολοένα. Από την άλλη μεριά, η ταξικότητα θριαμβεύει μέσω των δεδομένων κοινωνικών ανισοτήτων, της αναξιοκρατίας, του αναλυτικού προγράμματος, των σχολικών βιβλίων και της κακής ποιότητας των σπουδών: οι ίσες ευκαιρίες για όλους αποτελούν μια ακόμη σοσιαλιστική εξαπάτηση.

Απόπειρα διατύπωσης μιας εναλλακτικής πρότασης
Κανονικά δεν θα έπρεπε να τίθεται ζήτημα επιλογής φοιτητών, όπως δεν τίθεται ζήτημα επιλογής μαθητών. Όποιος και όποια θέλει θα πρέπει να έχει και τη δυνατότητα να σπουδάσει, από εκεί και πέρα όμως θα πρέπει με τις κατάλληλες αλλαγές στην αξιολόγηση να διασφαλίζεται με τον πλέον αδιάβλητο τρόπο και όσο αυτό είναι δυνατόν, η αξιοκρατία. Επειδή όμως για πολλές δεκαετίες στη χώρα μας οι σπουδές δεν είχαν κανένα άλλο νόημα πέρα από την απόκτηση ενός, ανταλλάξιμου στην αγορά εργασίας, πτυχίου, το κράτος υποχρεώθηκε κάποια στιγμή να προχωρήσει στην επιλογή των «αξιότερων» μεταξύ των υποψηφίων. Σήμερα όμως που τα περισσότερα πτυχία δεν έχουν αντίκρισμα στην αγορά εργασίας, έχουν ωριμάσει ίσως οι συνθήκες για ν’ ανακτήσουν τα πανεπιστήμια τη χαμένη τους ακαδημαϊκή αξιοπρέπεια: να μεταδίδουν γνώσεις που να είναι, για να το πούμε απλουστευτικά, χρήσιμες για το λαό και τον τόπο, να επεξεργάζονται τη λαϊκή κουλτούρα σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, να διεξάγουν επιστημονικές έρευνες, να σχεδιάζουν το μέλλον της ελληνικής και, γιατί όχι, της διεθνούς κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής και όχι να παράγουν απλώς πτυχιούχους ή ακόμη χειρότερα να λειτουργούν όπως τις προηγούμενες δεκαετίες τα στρατόπεδα συμβάλλοντας στην ενίσχυση του εισοδήματος των μικροϊδιοκτητών και εμπόρων της επαρχίας.

Με αυτά τα δεδομένα, το υπάρχον σύστημα επιλογής φοιτητών δεν αποτελεί απλά και μόνο έναν ακόμη «ταξικό φραγμό», αλλά συμβάλει και στην υποβάθμιση τόσο της δευτεροβάθμιας όσο και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς στο μεγαλύτερο αριθμό σχολών καταλήγουν φοιτητές που βρέθηκαν εκεί… κατά λάθος, ενώ αντίθετα υπάρχουν άλλοι που θα ήθελαν να σπουδάσουν σε αυτές _αρκετοί εργαζόμενοι ανάμεσά τους_ αλλά εμποδίζονται από το εξεταστικό σύστημα. Από την άλλη μεριά σε σχολές που το πτυχίο τους έχει ακόμη κάποιο αντίκρισμα στην αγορά εργασίας, π.χ. τις παιδαγωγικές, τις σχολές πληροφορικής κτλ, οι φοιτητές ενδιαφέρονται περισσότερο για την απόκτηση του πτυχίου, έστω και με αντιγραφή, και λιγότερο για την απόκτηση ουσιαστικών γνώσεων, οπότε, τηρουμένων των αναλογιών, η τριτοβάθμια εκπαίδευση θυμίζει ολοένα και περισσότερο… δευτεροβάθμια.
Το αίτημα της ελεύθερης πρόσβασης όλων των αποφοίτων Λυκείου σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό τμημάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει τα εξής πλεονεκτήματα: α) ικανοποιεί την επιθυμία οποιουδήποτε να σπουδάσει, όποτε θέλει, αυτό που πιστεύει πως του ταιριάζει ή/και αυτό που αγαπά, β) συμβάλλει στη δια βίου εκπαίδευση αφού κάποιος μπορεί, αν έχει το κουράγιο, να αποκτήσει και δεύτερο και τρίτο πτυχίο, γ) περιορίζει σημαντικά την παραπαιδεία, δ) δίνει τη δυνατότητα στο Λύκειο ν’ αναβαθμιστεί καθώς παύει επιτέλους ν’ αποτελεί εξεταστικό κέντρο και ξαναγίνεται ένα σχολείο γενικής μόρφωσης και πνευματικής καλλιέργειας, ε) παρέχει την ίδια δυνατότητα και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αφού θα εγγράφονται σε κάθε τμήμα επιτέλους αυτοί που το έχουν επιλέξει επειδή το επιθυμούν και στ) θα περιόριζε σημαντικά τον αριθμό των παιδιών που ξενιτεύονται για να σπουδάσουν ή καταφεύγουν σε παραρτήματα ξένων Πανεπιστημίων ή πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από ιδιώτες που λυμαίνονται ιδιαίτερα το χώρο της επαγγελματικής εκπαίδευσης.
Οπωσδήποτε υπάρχουν τμήματα που δεν είναι δυνατό να δεχτούν το σύνολο αυτών που κάνουν αίτηση εγγραφής. Γι’ αυτό άλλωστε μιλήσαμε για ελεύθερη πρόσβαση στο μεγαλύτερο δυνατό αριθμό σχολών και τμημάτων και όχι σε όλα. Πρόκειται για τμήματα που προβλέπουν εκπαίδευση σε εργαστήρια υψηλής τεχνολογίας, ιατρικά τμήματα που συνδέονται με νοσοκομεία κτλ. Στην περίπτωση αυτή την επιλογή μπορεί να την αναλάβει το ίδιο το πανεπιστημιακό ίδρυμα υπό την εποπτεία όμως του Υπουργείου για να διασφαλιστεί το αδιάβλητο της διαδικασίας. Όσο για τα τμήματα, τόσο των ΑΕΙ όσο και των ΤΕΙ, που θα παραμείνουν για ορισμένα χρόνια χωρίς φοιτητές, είναι λογικό να κλείσουν. Άλλωστε, είναι ζήτημα του ίδιου του τμήματος αλλά και του σωστού επαγγελματικού προσανατολισμού να πείσουν την κοινωνία ότι ορισμένα τμήματα, χαμηλής ζήτησης σήμερα, παρέχουν γνώσεις και πτυχία κοινωνικά χρήσιμα.
Όσο για το αν πράγματι η έστω με κάποιους λογικούς περιορισμούς ελεύθερη πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση θα συμβάλει στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης συνολικά, αυτό θα συμβεί μόνον εφόσον  το θελήσουν οι φορείς της εκπαίδευσης, (Υπουργείο, διευθυντές, πρυτάνεις, καθηγητές κτλ). Εάν δηλαδή αξιοποιήσουν την απαλλαγή τους, η μεν δευτεροβάθμια από το βραχνά των εισαγωγικών εξετάσεων, η δε τριτοβάθμια από την παρουσία των φοιτητών που βρίσκονται εκεί από σπόντα. Πάνω απ’ όλα, όπως και κάθε επανάσταση, προϋποθέτει την αλλαγή της νοοτροπίας όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Δεν είναι δυνατόν επομένως να κάνουμε λόγο για ελεύθερη πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση μαθητών που δεν έχουν μάθει το στοιχειώδες: να κρίνουν, να μελετούν, να μαθαίνουν και αυτό να το κάνουν με όρεξη και μεράκι. Αλλά μια πρόταση για ένα διαφορετικό σχολείο αφορά τη συζήτηση για μια διαφορετική κοινωνία με διαφορετική οργάνωση, διαφορετικές προτεραιότητες και αξίες. Μια συζήτηση που πρέπει επιτέλους να ανοίξει.
Όσοι πιστοί προσέλθετε.

Ναύπλιο,
Δεκέμβριος 2005
Ο Τάσος Χατζηαναστασίου είναι φιλόλογος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*