Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ. 57, Περιοδικό Άρδην

Γιατί γίναμε «ρωμαίοι»

Συγγραφέας: Θεόδωρος Ζιάκας
Άρδην τ. 57
(Προδημοσίευση από το Αυτοείδωλον εγενόμην… επικείμενο από τις εκδόσεις Αρμός)

Οι Έλληνες κλήθηκαν, κατά την ελληνιστική εποχή, να διαχειριστούν ολόκληρη οικουμένη, ενώ δεν ήταν πλέον σε θέση να διαχειριστούν τις ίδιες τους τις πόλεις. Η τρομερή φυγή προς τα μπρος, που εκσφενδόνισε τον Ελληνισμό στην Ασία, κάνοντάς τον ευρασιατική «υπερδύναμη», –όλη αυτή η επική πορεία, που αρχίζει με τον Αλέξανδρο και τα ελληνιστικά βασίλεια και φτάνει στο ρωμαϊκό imperium και το επιστέγασμά του, τον «ένδοξό μας βυζαντινισμό»– έχει πίσω της την κατάρρευση του οικοσυστήματος του ελληνικού Ατόμου, την αποσύνθεση της ελληνικής πόλεως. Για να κατανοήσει επομένως κανείς την «ιστοριονομία» της απίθανης αυτής διαδρομής, πρέπει να ξεκινήσει από την εξέλιξη της ελληνικής πόλεως, ως ζωντανού συλλογικού υποκειμένου. Θα μπορέσει τότε να διεισδύσει και στο δεύτερο συναμφότερον του ελληνικού αινίγματος: τον συγκερασμό ελληνισμού και λατινισμού. (Το πρώτο είναι ο συγκερασμός ελληνισμού και χριστιανισμού.)

1. Η εξέλιξη της ελληνικής πόλης
Μήτρα της ελληνικής πόλεως είναι τα ομηρικά έπη. Όταν λειτουργούν, ως αρχή παιδείας, μεταβάλλονται σε ανθρωπολογική γεννήτρια: γεννούν Άτομα ελληνικού τύπου. Η ελληνική πόλις είναι ένα ολόγραμμα με ελκυστές τους ανθρωπολογικούς τύπους των επών.
Βεβαίως, η μορφοκλασματική αυτή απεικόνιση κρύβει τη διαδικασία, μέσω της οποίας η «ολογραφική» δομή ενσαρκώνεται και εξελίσσεται. Η διαδρομή της ελληνικής πόλεως είναι η πορεία ενός ζωντανού οργανισμού, ο οποίος έχει τις δικές του μεθηλικιώσεις. Αν θεωρήσουμε τη συλλογική εξέλιξη των Ελλήνων ως ενιαία διαδρομή, τότε η αθηναϊκή δημοκρατία προβάλλει σαν η ευτυχής κορύφωση – ολοκλήρωσή της. Είναι η «εντελέχεια» της ελληνικής πόλεως. Βεβαίως δεν ευτύχησαν όλες οι ελληνίδες πόλεις να ανελιχθούν μέχρι το επίπεδο αυτό. Γι’ αυτό άλλωστε η Αθήνα παραμένει το δαιμόνιον πτολίεθρον, η πόλις-πρότυπο.
Τι επιτυγχάνει το ελληνικό Άτομο μέσω της πόλεως; Το δήλωσε ο Περικλής στον Επιτάφιο. Εξασφαλίζει αυτό που οι ομηρικοί ήρωες δεν θα μπορούσαν ποτέ να έχουν δίχως τον Όμηρο: τη διαιώνιση της ατομικής ταυτότητάς τους. Χωρίς μνήμη δεν υπάρχει ταυτότητα και η πόλις είναι η «μεγάλη μνήμη», που επιτρέπει στην ατομική ταυτότητα να αναδειχθεί και να διατηρηθεί. Η ελληνική ταυτότητα-ατομικότητα συνδέεται με το κλέος, τον αθανατισμό, τη δόξα. Κι αυτά με τα «μεγάλα λόγια», τις «λαμπρές πράξεις», τα «κατορθώματα», που δίνουν νόημα στη ζωή. Με το μεγαλείο. Η λάμψη των εξαιρετικών και σπάνιων αυθυπερβατικών στιγμών, που συνιστούν την ταυτότητα, σβήνει και χάνεται όταν δεν υπάρχει η συλλογική σκηνή-μνήμη, που τους εξασφαλίζει την περίοπτη φανέρωση-ταμίευση-προτύπωση. Αντλώντας νόημα από τις «λαμπρές στιγμές» της, η ελληνικού τύπου ατομική ταυτότητα ενσαρκώνεται στο πεδίο των σχέσεων συνομιλίας και σύμπραξης, που είναι η Εκκλησία της ελληνικής πόλης. Υπάρχουμε, ως ελεύθερα επώνυμα άτομα, ίσα, μοναδικά και ανεπανάληπτα, όχι στον ιδιωτικό χώρο του Οίκου αλλά στο πεδίο της Εκκλησίας. Αυτός είναι, άλλωστε, ο λόγος που η πόλις είναι αναγκαία για τη μετάλλαξη του ζην σε ευ ζην. Αυτός είναι και η αιτία της κατάθλιψης που κυριεύει το ελληνικό Άτομο όταν χάσει την πόλι του. Και εξηγεί γιατί «η πόλις το ακολουθεί».
Η εξέλιξη της ελληνικής πόλεως έχει, ως βασικό κινητήρα, την ταξική αντίθεση (ανάμεσα στον φτωχό και στον πλούσιο, τον χύδην όχλο και την αριστοκρατία). Από την άποψη αυτή μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις φάσεις ή ταξικές μεθηλικιώσεις στην ανάπτυξη της ελληνικής πόλεως: α) Την ολιγαρχική, όπου οι χύδην παρακατιανοί κατέχουν τη θέση του ομηρικού Θερσίτη. Έχουν λόγο, αλλά καλύτερα να σωπαίνουν. β) Τη φάση της προδημοκρατικής τυραννίας (λαϊκιστική δικτατορία εις βάρος της αριστοκρατίας). γ) Τη δημοκρατία, όπου οι χύδην μεταβάλλονται σε κυρίαρχο σώμα πολιτών και τα τζάκια είναι υποχρεωμένα να κατέβουν στον πολιτικό στίβο, ως Άτομα, αν θέλουν να έχουν παρουσία. Και δ) τη μεταδημοκρατική τυραννία (προϊόν της οχλοκρατίας και της ατομικιστικής ασυδοσίας).
Η ήττα της αριστοκρατίας και η δημιουργία του σώματος των ελευθέρων πολιτών αποδίδεται σε μια βασική αλλαγή στην τεχνολογία του πολέμου. Η υπεροχή του οργανωμένου σε πυκνή τάξη βαριά οπλισμένου πεζικού, έναντι του αρματηλάτη αριστοκράτη γαιοκτήμονα, μετέφερε τη δύναμη στην κατώτερη τάξη και διευκόλυνε τη μετάβαση στη δημοκρατία. Το «κοινωνικό ζήτημα» παρέχει μια εξήγηση για την ανέλιξη της ελληνικής πόλης προς τη δημοκρατική ολοκλήρωση, αλλά το «εθνικό ζήτημα» είναι αυτό που την επικαθορίζει. Η «εθνική αντίθεση» υπερκαθορίζει την «ταξική αντίθεση», επειδή ορίζει το «γήπεδο» εντός του οποίου εκτυλίσσεται η πάλη των τάξεων. Το γεγονός ότι μια αλλαγή στην τεχνολογία της εθνικής άμυνας συντελεί σε αλλαγή του πολιτεύματος δείχνει με πόσον αδιόρατο τρόπο λειτουργεί ο «εθνικός υπερκαθορισμός». Η ιδιαζόντως καθοριστική σημασία του πηγάζει από το γεγονός ότι ο πόλεμος είναι η βάση της ελληνικής πόλεως. Πριν ο Έλληνας γίνει πολίτης είναι οπλίτης. Η ιδιότητα του οπλίτη προηγείται κάθε οικονομικής, πολιτικής και ηθικής ιδιότητας. Αντιθέτως: όπου η ιδιότητα του πολίτη παύει να βασίζεται στην ιδιότητα του οπλίτη (γιατί τα άτομα ανακάλυψαν τον «λυρικό βίο», τις «χαρές της ειρήνης» κ.λπ. ή νομίζουν ότι η «ανάπτυξη» μπορεί να επιτευχθεί εις βάρος των αμυντικών δαπανών και η εθνική άμυνα να ανατεθεί σε μισθοφόρους), είναι μοιραίο να χαθεί η συλλογική-εθνική ελευθερία και μαζί της η ιδιότητα του πολίτη. Χωρίς τον οπλίτη, ο πολίτης γίνεται δούλος.
Στο θέμα της αρχαίας δουλείας έχει καλλιεργηθεί αρκετή σύγχυση, για λόγους εξωραϊσμού των συγχρόνων μορφών δουλείας. Λένε ότι βάση της ελληνικής πόλεως είναι η δουλεία. Ότι οι Έλληνες είχαν την πολυτέλεια της δημοκρατίας, της τραγωδίας, της φιλοσοφίας κ.λπ., επειδή είχαν δούλους. Ότι τα λαμπρά αρχιτεκτονήματα του χρυσού αιώνα τα έφτιαξαν τάχα οι δούλοι.1 Ότι ο ελεύθερος προϋπέθετε τον δούλο. Ότι η ελληνικού τύπου ελευθερία προϋποθέτει οπωσδήποτε τη δουλεία… Πρόκειται για φληναφήματα. Το ελληνικό Άτομο είναι οπλίτης, επειδή θέλει να είναι πολίτης, δηλαδή ελεύθερος. Επειδή δεν θέλει να καταντήσει δούλος. Δεν είναι ελεύθερος, επειδή έχει δουλοκτητική ψυχοσύνθεση. Είναι ελεύθερος επειδή είναι διατεθειμένος να πεθάνει για να μη γίνει δούλος. Αυτήν ακριβώς τη θεμελιακή επιλογή ενσαρκώνει το πολιτειακό του σύστημα.
Φυσικά ο πόλεμος υπερκαθορίζει και εδώ την «ανάπτυξη» και τείνει να μετατρέψει τη δουλεία σε «τρόπο παραγωγής». Όταν όμως φθάσουμε στο σημείο ο πολίτης να έχει αποκτήσει ψυχολογία δουλοκτητικού παρασίτου, τότε η νεκρική καμπάνα έχει σημάνει για την ελληνική πόλι και τον πολίτη-δουλοκτήτη. Η ελληνική εξατομίκευση θα έχει εισέλθει στη φάση του τέλους της.
2. Η ελληνικού τύπου ηγεμονία
Μια ελληνική πόλις νομιμοποιείται να ασκήσει ηγεμονία πάνω στις υπόλοιπες μόνο σε περίπτωση εξωτερικής απειλής. Και όταν, εννοείται, αναγνωρίζεται ως η στρατιωτικά ισχυρότερη.
Αυτή ήταν και η βάση της αθηναϊκής ηγεμονίας. Σ’ αυτήν επίσης τη βάση ο Αλέξανδρος ανακηρύχθηκε Στρατηγός Αυτοκράτωρ από το Συνέδριο της Κορίνθου. Αν δεν υπήρχε η εξ ανατολών απειλή, καμιά ελληνική ηγεμονία δεν θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί. Η διατήρηση όμως της ηγεμονίας και όταν παρέλθουν οι λόγοι που την καθιστούν αποδεκτή είναι δυνατή μόνο με τη βία. Και εκφυλίζεται σε ιμπεριαλιστική-ληστρική ηγεμονία. Άσχετα αν ο Περικλής φτιάχνει εκπληκτικά μεγαλουργήματα με τα χρήματα της «συμμαχίας». Από παράγοντας πανελλαδικής ισχύος και πανελληνίου φρονήματος, η ηγεμονικού τύπου συσσωμάτωση των ελληνίδων πόλεων εξελίσσεται σε μηχανισμό γενικευμένης διαφθοράς, που οδηγεί σε αμοιβαίως εξολοθρευτικό πόλεμο τους δύο ισχυρότερους πόλους του Ελληνισμού: την Αθήνα και τη Σπάρτη. Από τον ίδιο τον χαρακτήρα της ελληνικής πόλεως είναι, λοιπόν, αδύνατο να λειτουργήσει η ηγεμονία ως συσσωματωτική αρχή του Πανελληνίου.
Η ηγεμονία δεν μπορεί να βρει ερείσματα δικαίωσης στο πεδίο των σχέσεων μεταξύ των ελληνίδων πόλεων, διότι αυτό που κυρίως ενδιαφέρει την ελληνική πόλι είναι η αυτονομία της. Δεν κατόρθωσε όμως ποτέ η ελληνική πόλις να λύσει το πρόβλημα της αναπαραγωγής της, με έναν τρόπο που να διασφαλίζει την αυτονομία της. Εξαρτάται, πάντα και σε σημαντικό βαθμό, από εξωτερικές πηγές πλεονάσματος, τις οποίες δεν ελέγχει. Το εσωτερικό-δικό της γεωργικό πλεόνασμα δεν επαρκεί. Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός εξαρτάται από το μακρινό εμπόριο. Είναι κοινωνικός σχηματισμός «περιφερειακός» στο «παγκόσμιο σύστημα» της εποχής του. Αναπτύσσεται στα όρια των «κεντρικών» (αυτοδύναμων) κολεκτιβιστικών σχηματισμών του Νείλου και του Ευφράτη, ήδη από τη βαθιά αρχαιότητα. Γενικώς: εξαρτάται από τους δρόμους της Ανατολής. Γι’ αυτό προς τα εκεί κατευθύνεται πάντοτε η ελληνική εξωστρέφεια. Γι’ αυτό είναι εκεί που αναπαράγονται όλοι οι εχθροί της.
Τελικώς, ο Αλέξανδρος πραγματοποίησε το προαιώνιο σχέδιο του Ελληνισμού να θέσει υπό έλεγχο τον αστάθμητο παράγοντα των τυχών του: την Ανατολή. Το πρόβλημα της αναπαραγωγής του ο ελληνικός ατομοκεντρικός-πολυκρατικός εθνικο-κοινωνικός σχηματισμός μπορούσε να το λύσει μόνο δια της αναγωγής του σε Οικουμένη. Αλλά, όταν η δράση του έχει ήδη διαμορφώσει την ελληνική Οικουμένη, το πρόβλημα προσέλαβε, απροσδόκητα, όψεις αδιανόητες. Ο Αλέξανδρος κυνήγησε τον «εχθρό» μέχρι τον Ινδό ποταμό και, στη μορφή τουλάχιστον που τον αναγνώριζαν οι Έλληνες, τον εξόντωσε. Αλλά η πολυπόθητη λύση στο πρόβλημα δεν ήρθε, διότι: α) Οι ελληνίδες πόλεις είχαν χάσει οριστικά κάθε προοπτική ανάκαμψης στην αρχαία αυτονομία τους, η διατήρηση της οποίας ήταν και το πρώτο κινούν της όλης οικουμενικής εκτίναξης του Ελληνισμού. β) Ένας λαός, που μόλις και μετά βίας κατόρθωνε να αυτοδιοικηθεί σε τοπικό επίπεδο, ήταν εξ ορισμού ανίκανος να διοικήσει ολόκληρη οικουμένη. Η φάση της ανθρωπολογικής κατάρρευσης του ελληνικού Ατόμου συμπίπτει με την ανάδυση των κολοσσιαίων αυτών αδιεξόδων. Ανίκανοι να τα αντιμετωπίσουν, οι Έλληνες γρήγορα αναγκάστηκαν να «καταθέσουν την ιστορική εντολή». Για να την αναλάβουν άλλοι καταλληλότεροί τους. Αυτοί ήταν οι Ρωμαίοι, δηλαδή οι δυτικοί προσήλυτοι στον ελληνικό πολιτισμό: οι Λατίνοι.
Ας συνοψίσουμε τώρα τον «νόμο» που διέπει την εξέλιξη της ελληνικής πόλεως: α) Η εσωτερική  ταξική αντίθεση είναι η πρώτη κινητήρια δύναμη. Η δεύτερη είναι η εξωτερική-«εθνική» αντίθεση (με τις άλλες ελληνικές πόλεις και τους βαρβάρους). Ο συνδυασμός τους καθορίζει τις πολιτειακές της μεθηλικιώσεις. β) Ο ακατάπαυτος αγώνας της ελληνικής πόλης για την αυτονομία της εδράζεται στην εξωτερική αντίθεση, στην υπεράσπιση της συλλογικής ανεξαρτησίας. Η εσωτερική αυτονομία – ελευθερία των πολιτών (ισηγορία – ισονομία κ.λπ.) είναι το εξατομικευμένο «μερίδιό» τους στην κατακτημένη συλλογική αυτονομία. Ο αγώνας για τη δημοκρατία δεν είναι παρά ένας αγώνας για την εξισωτική μετοχή στην κατακτημένη συλλογική αυτονομία. γ) Όταν ο πολιτισμός της ελληνικής πόλεως προσλαμβάνει οικουμενικές διαστάσεις, το υποκείμενο της αναγκαίας πολιτικής διαχείρισής του, το ελληνικό Άτομο, έχει εισέλθει στη φάση της αποσύνθεσής του.
3. Η ρωμαϊκή ηγεμονία
Στη βάση του, ο ελληνικός κόσμος παρέμενε προσηλωμένος στην ιδέα της πολιτικής αυτονομίας. Αυτό θα φανεί ανάγλυφα με τη ρωμαϊκή κατάκτηση, της οποίας το πρόσχημα ήταν ακριβώς η προστασία της αυτονομίας των ελληνικών πόλεων, έναντι του μακεδονικού δεσποτισμού. (Τον ύπατο Titus Quinctius Flamininus τον κάλεσε να εισβάλει στην Ελλάδα η Αχαϊκή Συμπολιτεία και οι Ακαρνάνες, για να «προστατεύσει» τις ελληνικές ελευθερίες από την απειλή του Φιλίππου Ε’ της Μακεδονίας.)
3.1 Το άρχειν ειδέναι
Αρχικώς η αντίληψη της Ρώμης για την ηγεμονία δεν ήταν διαφορετική από την ελληνική. Η Ρώμη επανέλαβε το ελληνικό μοντέλο της πόλης-ηγεμόνα και των πόλεων-υποτελών. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησε ότι πρέπει να το αναθεωρήσει, εξ αιτίας ακριβώς της ιδιαιτερότητας των απαιτήσεων που έθετε η διαχείριση της κατακτημένης ελληνιστικής οικουμένης.
Τυπικό το παράδειγμα: Δεν μπορούσε ο Ρωμαίος στρατηγός, ο κατακτητής μιας απέραντης πλούσιας ανατολικής επαρχίας, να δεχθεί ότι η εξουσία του και τα πλούτη του μπορούν να διακυβευτούν από την άδηλη έκβαση μιας ψηφοφορίας στη Σύγκλητο. Αρχικώς, θα εξαγοράσει τις συγκλητικές ψήφους, υποσκάπτοντας τους δημοκρατικούς θεσμούς. Στη συνέχεια, θα στασιάσει και θα βάλει τη δημοκρατία στο γύψο. Από την άλλη πλευρά, ήταν εντελώς απαραίτητο, ο επίφοβος στρατηγός, να είναι εξοπλισμένος με μεγάλη ισχύ, αφού οι «βάρβαροι» καραδοκούσαν στα σύνορα, έτοιμοι να εισβάλουν, να αρπάξουν και να αφανίσουν.
Όλα αυτά μιλούν για τη συγκεκριμένη εκείνη αδυσώπητη πραγματικότητα του συνδυασμού εσωτερικών και εξωτερικών αντιθέσεων, που οδήγησε στην ανάδειξη της στρατιωτικής μοναρχίας, ως του προσφορότερου πολιτειακού συστήματος για τη διοίκηση της ελληνο-ρωμαϊκής οικουμένης. Το σύστημα αυτό, μια νέα εκδοχή τυραννίας, προέκυψε από τα πράγματα ως το καταλληλότερο, τόσο για την αντιμετώπιση της βαρβαρικής απειλής, όσο και για την προληπτική αντιμετώπιση των στάσεων και των αποσχιστικών κινημάτων, που αποδεκάτιζαν την άρχουσα τάξη. Η αποτελεσματικότητα του αυτοκρατορικού συστήματος φάνηκε να επικυρώνεται οριστικά κατά τη μακρά περίοδο ειρήνης και ευημερίας, που ακολούθησε τη διακυβέρνηση του Αυγούστου. Η επιτυχία της στρατιωτικής μοναρχίας σημάδεψε, τότε, τόσο βαθιά τις αντιλήψεις των ανθρώπων, που τους έκανε να ξεκόψουν τελείως από τα αρχαία πολιτειακά πρότυπα: «Φέρατε έτσι τα πράγματα ώστε το όνομα Ρωμαίος να μην είναι όνομα μιας πολιτείας, αλλά όνομα ενός ενιαίου λαού, και όχι ενός μόνο λαού ανάμεσα στους άλλους, αλλά ενός λαού απέναντι σε όλους τους άλλους», θα γράψει ο διάσημος ρήτορας του 2ου αιώνα, Αίλιος Αριστείδης. Βαθιά εντυπωσιασμένος από την πολιτική ικανότητα της Ρώμης, θα εντοπίσει το ειδοποιό της γνώρισμα στο άρχειν ειδέναι. Το άρχειν ειδέναι σήμαινε ακριβώς την ικανότητα κρατικής διαχείρισης σε επίπεδο οικουμένης. Είναι αυτό που ο Βιργίλιος αναδεικνύει σε κεντρικό στοιχείο της λατινικής ταυτότητας: «Εσύ Ρωμαίε μη ξεχνάς πως έχεις για σκοπό σου να κυβερνάς λαούς: Αυτή είναι η τέχνη σου». (Αινιάδος VI, 847-852.)
Η εξουσιαστική ικανότητα δεν σήμαινε βεβαίως μόνο την ικανότητα αυταρχικής επιβολής. Περιλάμβανε την ικανότητα χειρισμού των αντιθέσεων μεταξύ των υπηκόων ομάδων, με συμβιβασμούς και εξισορροπήσεις, διασφαλιζόμενες από συμβάσεις, συμβόλαια και μελετημένους κανονισμούς. Η χρήση βίας ήταν απλώς το έσχατο μέσο. Οι σχέσεις μεταξύ των κυττάρων της ρωμαϊκής επικράτειας ήταν κατά κανόνα σχέσεις ισοτιμίας (ελεύθερες ελληνικές πόλεις, κοινοκτημονικές αγροτικές ομάδες, ιεραρχημένη αμοιβαιότητα επί πατριαρχικών βασιλείων). Καθώς δεν ετίθετο θέμα δημοκρατίας σε επίπεδο οικουμένης, η εκπροσώπηση των τοπικών εκκλησιών ανήκε στον στρατό και βέβαια στον επικεφαλής του, τον Αυτοκράτορα. Οι τοπικές ελίτ απολάμβαναν τα αγαθά της ρωμαϊκής ειρήνης και εξασφάλιζαν τη διάρκειά της. Η ρωμαϊκή διοίκηση ήταν εκεί ακριβώς για να εμποδίζει τις καταχρήσεις τους. Η κορυφαία ένδειξη της πολιτικής ιδιοφυίας της Ρώμης είναι ο προβιβασμός της ιδιότητας του πολίτη, από εθνική σε οικουμενική, η διάκριση της εθνικότητας από την υπηκοότητα και τα πολιτικά δικαιώματα. Την εποχή που η Ρώμη είχε δημοκρατία, μετείχε στην υπηκοότητα μόνο μια μειοψηφία 200.000 – 400.000 ατόμων. Στις αρχές του 1ου αιώνα οι Ρωμαίοι πολίτες τριπλασιάστηκαν. Το 212 μ.Χ., με τον Αντωνίνειο νόμο, η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη, η πλήρης υπηκοότητα, επεκτείνεται σε όλη την Αυτοκρατορία. Οι πολίτες φτάνουν πλέον τα 25 εκατομμύρια.
Ύστερα απ’ αυτά, ο Αίλιος Αριστείδης είναι πεπεισμένος πως: «δεν μπορεί να υπάρξει κανένας άλλος τρόπος ζωής». Και ο κατά τα άλλα απαισιόδοξος Αυγουστίνος θα παραδεχτεί ότι η Αυτοκρατορία είναι «η καλύτερη δυνατή πολιτεία».
3.2. Δεσποτισμός και Pax Romana
Η αιτία της ανάπτυξης του σύμφυτου με το αυτοκρατορικό σύστημα δεσποτισμού δεν πρέπει να αποδοθεί σε κάποια ιδιάζουσα αυταρχική τάση φαλκίδευσης της δημοτικής αυτονομίας, όπως αναχρονιστικά σκεπτόμενοι υποθέτουν οι αριστεροί διαφωτιστές. Συνοδεύοντας την επέκταση ενός ατομοκεντρικού πολιτισμού, ήταν ένας τύπος δεσποτισμού πολύ διαφορετικός από τον ανατολικό δεσποτισμό. Ήταν, πριν απ’ όλα, εργαλείο της αμυντικής στρατηγικής του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Κίνητρό του ήταν οι τρεις βασικοί φόβοι: α) ο φόβος των βαρβάρων, β) ο φόβος των αποσχιστικών κινημάτων και γ) ο φόβος των εμφύλιων στάσεων. Θα ήταν έτσι αφελές και ανώφελο να θεωρήσουμε «προδοσία» ή «λάθος» την εγκατάλειψη του αρχαίου πολιτειακού ιδεώδους.
Αρχικά, τον δεσποτισμό τον επιβάλλουν οι Μακεδόνες. Δηλαδή Έλληνες-Άτομα και όχι «δούλοι του Μεγάλου Βασιλέως». Η ανθρωπολογική αυτή βάση δεν ανατρέπεται με τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Ο δεσποτισμός θα γίνει κολεκτιβιστικός μόνο όταν θα αλλάξει η ανθρωπολογική βάση του πολιτειακού συστήματος: Όταν το δυτικό τμήμα της Αυτοκρατορίας θα καταστραφεί από τους βόρειους «βαρβάρους» και θα προκύψει ο φεουδαρχικός Μεσαίωνας. Και όταν το ανατολικό τμήμα θα κατακτηθεί από τους ανατολικούς «βαρβάρους», Άραβες και Τούρκους. Βεβαίως, κάθε δεσποτικό σύστημα κατανομής-διαχείρισης της κεκτημένης συλλογικής αυτονομίας, ενός μη κολεκτιβιστικού πολιτικού σώματος, ασκεί πίεση πάνω στην ανθρωπολογική βάση του προς την κατεύθυνση της υποστροφής στον κολεκτιβισμό. Υπάρχει όμως και η αντίστροφη πίεση, του μη κολεκτιβιστικού πολιτισμικού σώματος, να θεσμισθούν οι σχέσεις εξουσίας. Η αντίθετη αυτή πίεση καθορίζει ένα πλαίσιο νομιμοποίησης, το οποίο δεν είναι εύκολο να καταλυθεί από τη στρατιωτική μοναρχία, ώστε να υποστραφεί σε τυραννία. Η κολεκτιβιστικής κατευθύνσεως πίεση της δεσποτικής υπερδομής υπόκειται σε αξιοσημείωτες αντιρροπήσεις. Αυτό που έχει, επομένως, σημασία δεν είναι να αναγάγουμε την αιτία του δεσποτισμού σε μια μυθική «δεσποτική νοοτροπία» των «ρωμαίων» (Λατίνων ή Ελλήνων) και να την «καταγγείλουμε» («διαφωτιστική» θέση), αλλά να εξηγήσουμε γιατί ένας φανατικά αντιδεσποτικός πολιτισμός καταλήγει να αποδέχεται μόνος του τον δεσποτισμό και μάλιστα να ερωτοτροπεί με την ιεροποίησή του. Η μελέτη του ρωμαϊκού δεσποτισμού, από την εγκαθίδρυσή του το 31 π.Χ. και ως την τελική του κατάρρευση το 1453 μ.Χ., αναδεικνύει τον εργαλειακό-ωφελιμιστικό χαρακτήρα της κοινωνικής αποδοχής του, την υπαγόρευσή του από τη διαρκή πραγματικότητα της βαρβαρικής απειλής και από τον αντικοινωνικό χαρακτήρα του εκφυλισμένου ελληνικού ατομικισμού. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ο ρωμαϊκός δεσποτισμός παραμένει μονίμως στρατιωτική μοναρχία. Ή ο λόγος που ο αυτοκράτορας αντλεί την ακτινοβολία του όχι από ανύπαρκτους «τίτλους», αλλά από την ικανότητά του να οδηγεί τους στρατούς στη νίκη.
Το ρωμαϊκό άρχειν ειδέναι ήταν, λοιπόν, η ικανότητα διαχείρισης της Ρωμαϊκής Ειρήνης, της Pax Romana, με συστατικά: α) Την προστασία των πόλεων-κυττάρων του Imperium, από τις εισβολές των «βαρβάρων». Και β) τη διαχείριση των εσωτερικών εθνικών και κοινωνικών αντιθέσεων, ώστε να μην καταλήγουν σε εμφύλιο πόλεμο. Εγγυητής της Pax ήταν οι Λεγεώνες, οι οποίες πέρασαν γρήγορα υπό τον έλεγχο των μη λατινικών εθνικών υποσυνόλων της Αυτοκρατορίας. Η Ρώμη, αίροντας τη διάκριση πόλεως ηγεμόνα και πόλεως υπηκόου, υποβιβάστηκε σε μια πόλη ανάμεσα στις άλλες. Έχασε ουσιαστικά την προνομιακή της αυτονομία. Η Ρώμη έκανε αυτό που ήταν αδιανόητο για την Αθήνα. Κι εδώ βρίσκεται το αληθινό μεγαλείο της. Αυτό αποτελεί και την πρωταρχική αιτία της μεταβολής των Ελλήνων σε «Ρωμαίους», την απαρχή του συγκερασμού ελληνισμού και λατινισμού.
4. Το βαθύτερο πρόβλημα
Η κοινή μετοχή στη χριστιανική αναθεμελίωση του Imperium θα προσφέρει στον συγκερασμό την αναγκαία θρησκευτική θεμελίωση.
Ο αυτοϋποβιβασμός της Ρώμης από ηγεμονική πόλη σε πρώτη μεταξύ ίσων, είναι μεγαλειώδης, αλλά δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός ότι είχε καταβληθεί κι αυτή από την ίδια αρρώστια, που είχε καταβάλει τις ελληνικές πόλεις: την κρίση της εξατομίκευσης. Η αρχαία αρετή, για την απώλεια της οποίας θρηνολογούσε ο Κάτων, καταγγέλλοντας τους «γραικύλους», η βάση αυτή της ακατάβλητης ρωμαϊκής ορμής, ήταν ήδη μακρινή ανάμνηση. Το πρόβλημα, το να βρεθεί δηλαδή διέξοδος από την κρίση της εξατομίκευσης, δεν ήταν σε θέση να το αγγίξει η λατινική πολιτική ικανότητα. Η λύση του προβλήματος ήταν αρμοδιότητα των Ελλήνων και όχι των Λατίνων. Γι’ αυτό και όταν οι τελευταίοι είδαν τους Έλληνες να γίνονται χριστιανοί, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ενσωματώσουν τον Χριστό με «κοοπτάτσια». Το γεγονός ότι ο Χριστός δεν ήρθε για να σώσει το ένα ή το άλλο κρατικό σύνολο, εθνικό ή «οικουμενικό», αλλά να βγάλει τον άνθρωπο από την αδιέξοδη πόλωση ατομικού-συλλογικού, ήταν ψιλά γράμματα για τους Ρωμαίους. Ακολουθώντας τους Έλληνες, αναζήτησαν κι αυτοί στον χριστιανισμό την απάντηση στο πρόβλημα. Ενσωματώνοντάς τον απέκτησαν, πριν απ’ όλα, την καθεστωτική θρησκεία που τους έλειπε. Δεν ήταν μόνο αρκούντως ανθεκτική αλλά και οικουμενική. Ο συνδυασμός οικουμενικής πολιτικής και οικουμενικής θρησκείας ήταν η άριστη λύση και τούτο κρίνεται εκ του αποτελέσματος: η χριστιανική Ρωμανία (το δεύτερο σε μακροβιότητα κράτος της παγκόσμιας ιστορίας) είναι ο ειδικός καρπός αυτού του συνδυασμού.
Χωρίς όμως τη λύση της ανθρωπολογικής κρίσης εκ μέρους του χριστιανισμού, το επίτευγμα θα ήταν αδιανόητο. Η επιρροή του θα αγκαλιάσει όχι μόνο την ελληνορωμαϊκή περίμετρο αλλά και ολόκληρη την Ευρασία. Τα αρειανικά και τα μονοφυσιτικά «απόβλητα» του ρωμαϊκού συνδυασμού θα γονιμοποιήσουν την αραβική έρημο και τον ευρωπαϊκό Βορρά. Μια νέα οικουμενική θρησκεία θα γεννηθεί στην Ανατολή, για να προσφέρει τον άξονα ενός υψηλού κολεκτιβιστικού πολιτισμού, από τα ανατολικά παράλια της Μεσογείου μέχρι την Ινδονησία. Στη Δύση, η καρολίγγεια συγκόλληση του βορειοευρωπαϊκού αρειανισμού με τον λατινικό καθολικισμό θα δημιουργήσει μια νέα κολεκτιβιστική οικουμένη, από τους κόλπους της οποίας θα ξεπηδήσει ο πρώτος αληθινά παγκόσμιος ατομοκεντρικός πολιτισμός: η Νεωτερικότητα.
Ο «βυζαντινός» κόσμος, ο ενεργειακός πυρήνας αυτής της κολοσσιαίας ιστορικής διαδικασίας, εξαντλημένος, θα παραδώσει το πτώμα του στους Τούρκους και το πνεύμα του στο «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο», με σκοπό να διαφυλαχθεί, ώσπου να ολοκληρώσει τον κύκλο της και η νέα, η δυτικού τύπου, Ατομικότητα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Ανακριβές: ειδικός νόμος επέτασσε τη χρήση αποκλειστικά ελευθέρων μισθωτών.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*