Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ. 57, Περιοδικό Άρδην

Έλληνες και ξένοι

Συγγραφέας: Καραμπελιάς Γιώργος
Άρδην τ. 57

Την τελευταία περίοδο πολλαπλασιάστηκαν οι δημοσκοπήσεις και οι έρευνες που καταδεικνύουν έναν έντονο προβληματισμό των Ελλήνων για την παρουσία των ξένων στην Ελλάδα. Μάλιστα, σύμφωνα με τους πολυπολιτισμικούς αναλυτές των εφημερίδων οι Έλληνες είναι οι πλέον «ρατσιστές» Ευρωπαίοι, γιατί στην πλειοψηφία τους δεν θέλουν άλλους «ξένους» στην Ελλάδα και θα επιθυμούσαν μια ανακοπή της εισροής τους. Έτσι,  για παράδειγμα στην Καθημερινή της 31ης Δεκεμβρίου, σε άρθρο με τίτλο «Οι Έλληνες είναι οι πλέον αρνητικοί στη Δ. Ευρώπη», παρουσιάζεται μία παγκόσμια έρευνα για τη μετανάστευση σε 69 χώρες από την TNS ICAP και την Gallup International Association σύμφωνα με την οποία το 65% των Ελλήνων θεωρεί ότι η μετανάστευση βλάπτει τη χώρα. Σύμφωνα τις «Τάσεις» της MRB, το 53,8% των Ελλήνων θεωρεί πολύ ή αρκετά ενοχλητική την παρουσία ατόμων άλλης εθνικότητας στην Ελλάδα ενώ το 68% δηλώνει όχι και τόσο ή καθόλου ικανοποιημένο από τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη μετανάστευση. Οι Έλληνες είναι οι πλέον αρνητικοί μεταξύ των λαών της Δυτικής Ευρώπης.

Παράλληλα, σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση του 2005 που πραγματοποιήθηκε από την Κάπα Research και δημοσιεύτηκε στο Βήμα της 31ης Δεκεμβρίου, το ποσοστό του ΛΑΟΣ ξεπέρασε για πρώτη φορά σε εθνική δημοσκόπηση το 5% των ψηφοφόρων (5,3%) και θεωρείται μάλλον βέβαιη η είσοδός του στην προσεχή Βουλή.

Και όντως τίθεται πλέον σοβαρά το ερώτημα. Οι Έλληνες έγιναν περισσότερο ρατσιστές από τους Γάλλους, τους Βέλγους και τους Άγγλους με την παράδοση των αποικιακών αυτοκρατοριών; Είναι πιο ξενόφοβοι από τους Γερμανούς που εξόντωσαν εκατομμύρια ξένων «υπανθρώπων» στη διάρκεια του πολέμου; Ή μήπως από τους Πολωνούς που συμμετείχαν ενεργά μαζί με τα SS στην «εκκαθάριση» των Εβραίων της Πολωνίας;

Όμως άλλες παράμετροι, περισσότερο αξιόπιστες από τις δηλώσεις ευαρέσκειας ή απαρεσκείας, όπως η ενεργός έκφραση εχθρικών αισθημάτων έναντι των ξένων, με συνθήματα, επιθέσεις ή συγκρούσεις γύρω από ζητήματα εκπαίδευσης ή εργασίας,  δείχνουν το ακριβώς αντίθετο. Τα ανάλογα συμβάντα είναι τα λιγότερα από όλες τις χώρες υποδοχής μεταναστών, όταν μάλιστα η μετανάστευση στην Ελλάδα είναι η υψηλότερη από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι Έλληνες είναι οι λιγότερο επιθετικοί έναντι των ξένων.

Αυτή την εμφανή αντίφαση όμως δεν την υπολογίζουν καθόλου οι «αναλυτές» του Τύπου. Και όμως θα έπρεπε να τους οδηγήσει σε πιο σύνθετες αναλύσεις από την απλή καταδίκη της «ξενοφοβίας».

Μήπως στο συλλογικό υποσυνείδητο και το ένστικτο ενός λαού που έχει ζήσει για αιώνες, δεκάδες ή ίσως και εκατοντάδες εισβολές, βίαιες ή ειρηνικές, που ζει σε μια περιοχή όπου τα ζητήματα των μειονοτήτων και τα εθνικά ζητήματα συνεχίζουν να είναι ενεργά και να προκαλούν διαρκείς συγκρούσεις –βλέπε δίπλα μας το Κόσοβο, τα Σκόπια, την κατοχή της Κύπρου από τα τουρκικά στρατεύματα– το πρόβλημα εμφανίζεται πολύ πιο περίπλοκο από την απλή καταγγελία της «ξενοφοβίας»; Μήπως υπάρχει ο φόβος της μεταβολής της μαζικής μετανάστευσης σε όργανο και εργαλείο περαιτέρω αποσύνθεσης των Βαλκανίων και του ελληνικού χώρου από τις δυνάμεις της Νέας Τάξης; Και ένας τέτοιος φόβος δεν είναι βάσιμος;

Βέβαια, παράλληλα, λειτουργούν και οι μηχανισμοί που ενισχύουν τις ρατσιστικού τύπου συμπεριφορές. Η υπερεκμετάλλευση των μεταναστών, η εγκατάλειψη ενός ορισμένου αριθμού εργασιών από τους ντόπιους, οι πολιτισμικές διαφορές, όλα αυτά δημιουργούν και αισθήματα ξενοφοβίας. Και προφανώς δεν λείπουν οι καλοθελητές που θέλουν να μεταβάλουν την πραγματική ανασφάλεια που νιώθουν οι Έλληνες, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, σε ρατσιστική συμπεριφορά, του τύπου «φταίνε οι ξένοι». Γιατί, αν υπάρχουν υπεύθυνοι για την ανεξέλεγκτη μετανάστευση, αυτοί πρέπει να αναβρεθούν στους πολιτικούς, που μείωσαν τον πληθωρισμό ρίχνοντας τα μεροκάματα με αθρόα είσοδο μεταναστών, στους επιχειρηματίες που τους υπερεκμεταλλεύονται και χωρίζουν τους εργαζόμενους, στο σύστημα της παγκοσμιοποίησης που ξεριζώνει ανθρώπους και λαούς.
Κατά συνέπεια, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα υπαρκτό και περίπλοκο ζήτημα που έχει πολλές διαστάσεις, συχνά αλληλοσυγκρουόμενες. Και μόνο μια πολύ συστηματική πολιτική μπορεί να προλάβει τα χειρότερα. Μια πολιτική ενσωμάτωσης των μεταναστών με μέτρα αποφυγής της γκετοποίησης και της υπερεκμετάλλευσης, με επιμονή στην εσωτερική ανάπτυξη, την αποφυγή δημιουργίας νέων μειονοτικών ζητημάτων και εν τέλει την ίδια τη μεταβολή του μοντέλου ανάπτυξης που θα επιτρέπει στους ανθρώπους να ζήσουν στον τόπο τους. Αν αφεθούμε στη λογική της «αγοράς», όπως συμβαίνει σήμερα, το πρόβλημα θα συνεχίσει να διογκώνεται, τα αισθήματα ανασφάλειας θα  μεγαλώνουν, και η κοινωνία μας θα γίνει στην πλειοψηφία της όντως ξενόφοβη και ρατσιστική, για να διατηρήσει τη συνοχή της. το ΛΑΟΣ δεν θα μείνει στο 5,3% αλλά θα φτάσει στο 15%, όπως συνέβη με τον Λε Πεν, και θα πολλαπαλσιαστούν και  ρατσιστικού τύπου επιθέσεις όπως συνέβη πρόσφατα στο Ρέθυμνο. Τότε και οι «πολυπολιτισμικοί» επιχειρηματίες, γιάπηδες και διανοούμενοι, που ενδιαφέρονται μόνο για την «ελεύθερη διακίνηση» κεφαλαίων και ανθρώπων, θα μπορούν δικαίως να καταγγέλλουν τον ρατσισμό των Ελλήνων στην δημιουργία του οποίου θα έχουν συμβάλει… Για να μην αναφερθούμε στα χειρότερα, στις σφαγές του μεσοπολέμου, στους Χούτου και τους Τούτσι, τις εθνικές εκκαθαρίσεις στο Κόσοβο, στην εθνοκάθαρση των Ελλήνων στη Μικρά Ασία, στην εθνοκάθαρση στη βόρεια κατεχόμενη Κύπρο.

Θα πρέπει λοιπόν οι απαίδευτοι «αναλυτές» να μελετήσουν λίγο περισσότερο την ιστορία του χώρου τους για να κατανοήσουν τα πραγματικά φαινόμενα και να πάψουν να μεταφέρουν το παρισινό μοντέλο στην Ελλάδα, όπως επίσης να μελετήσουν και την ιστορία γενικότερα. Οι ταυτότητες δεν ισοπεδώνονται βίαια. Μόνο σταδιακά μπορούν προσεγγίσουν ειρηνικά. Στην αντίθετη περίπτωση περιχαρακώνονται και συγκρούονται μεταξύ τους.

Στην Ελλάδα βρισκόμαστε στο παρά πέντε. Και αν δεν παρέμβουμε ενεργά, η ανασφάλεια θα γίνει όντως ρατσισμός.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*