Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ. 59, Περιοδικό Άρδην

Το κλίμα μας, η ερώτηση – κλειδί*

Συγγραφέας: Έντουαρτ Γκόλντσμιθ
Άρδην τ. 59
Μου ζήτησαν να ανοίξω τις εργασίες αυτού του σημαντικού συνεδρίου και θα προσπαθήσω να συγκεντρώσω, όσο καλύτερα μπορώ και στο λιγότερο δυνατό χρόνο, τα στοιχεία της κατάστασης που αντιμετωπίζουμε, σχετικά με τις κλιματικές αλλαγές και το τι πρέπει να κάνουμε.
Κάθε νέα έκθεση των κλιματολόγων μας κάνει εμφανέστερο ότι οι κλιματολογικές αλλαγές είναι το πιο δύσκολο από τα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε ποτέ. Μοιάζει, κατά κάποιον τρόπο, να ζούμε ήδη σε ατμοσφαιρικές συνθήκες στις οποίες οι άνθρωποι ποτέ στο παρελθόν δεν έζησαν – για την ακρίβεια έχουμε μπει σε κλιματολογικώς αχαρτογράφητη περιοχή.
Μία μελέτη του Κέντρου Χάντλυ (Hadley Centre) – του ερευνητικού κλάδου της Βρετανικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, από την οποία θα παρουσιάσουμε κι άλλα σήμερα– μας λέει ότι, στις σημερινές συνθήκες, οι μέσες παγκόσμιες θερμοκρασίες  του πλανήτη θα ανέβουν περίπου οκτώ βαθμούς Κελσίου αυτό τον αιώνα. Αν αυτό συμβεί, θα έχουμε δημιουργήσει κλιματολογικές συνθήκες ανήκουστες για τα τελευταία 45 εκατομμύρια χρόνια, από τότε που δεν υπήρχαν παγοστεφείς βουνοκορφές και το επίπεδο των θαλασσίων υδάτων ήταν υψηλότερο κατά 150 μέτρα – μια διόλου ευχάριστη σκέψη.
Οι κλιματολογικές αλλαγές οδηγούν, επίσης, στην εξασθένιση του Ρεύματος του Κόλπου, το οποίο παραδόξως σημαίνει ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου θα μπορούσε να κάνει τη βόρειο Ευρώπη κι άλλες περιοχές του κόσμου να παγώσουν – αν και η μακροπρόθεσμη πρόβλεψη είναι και πάλι για αύξηση της θερμοκρασίας παγκοσμίως.
Και πάλι, αργότερα, θα μιλήσουμε περισσότερο γι αυτό το θέμα. Αυτό το οποίο είναι ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι κι αυτές κι άλλες αλλαγές μπορούν να επέλθουν πολύ γρηγορότερα απ’ ό,τι νομίζαμε. Κλιματολογικές «τούμπες» που οδηγούν σε πολύ διαφορετικές κλιματικές συνθήκες φαίνεται να έχουν ήδη λάβει χώρα την τελευταία δεκαετία.
Στο μεταξύ, ήδη βλέπουμε την αρχή ενός νέου κλιματικού μοτίβου στο οποίο γινόμαστε όλο και συχνότερα υποκείμενα μακρών περιόδων ξηρασίας που «σπάνε» από βίαιες καταιγίδες, πλημμύρες και αύξηση της στάθμης της θάλασσας – ένα δεδομένο που μας λένε ότι θα πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο όσο η παγκόσμια θερμοκρασία θα ανεβαίνει.
Οι κύριοι σιτοβολώνες του κόσμου, όπως η Αμερικάνικη Ζώνη του Καλαμποκιού, οι Καναδικές Πεδιάδες, η Αυστραλιανή Ζώνη Σίτου, έχουν υποστεί τέτοιες περιόδους ξηρασίας τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, αυτές οι περιοχές αναμένεται να ξηρανθούν περαιτέρω, προκαλώντας την σχετική μείωση στην παγκόσμια διαθεσιμότητα τροφής – άλλο ένα πρόβλημα που θα μας απασχολήσει σήμερα.
Ακόμη παραπέρα, οι πηγές των κύριων ποταμών του κόσμου βρίσκονται σε οροσειρές όπως τα Βραχώδη Όρη των ΗΠΑ και τα Ιμαλάια στην Ασία. Την άνοιξη, η μάζα χιονιού και πάγου λιώνει, γεμίζοντας τους ποταμούς. Όμως, οι βροχές γίνονται όλο και συχνότερες και το χιόνι κι οι πάγοι βρίσκονται σε πλήρη οπισθοχώρηση, που αντιστοίχως οφείλει να επιδρά στην εποχική ροή των ποταμών και στην ικανότητα των αγροτών, σε μία ευρεία περιοχή, να αρδεύσουν τις σοδειές τους.
Και σα να μην έφταναν αυτά, η στάθμη της θάλασσας αναμένεται να ανέβει, αυτό τον αιώνα, ως και 88 εκατοστά, όπως υπολογίζει το Διακυβερνητικό Πάνελ επί των Κλιματολογικών Αλλαγών (IPCC), κι αυτό μπορεί να επηρεάσει ένα 30% της αγροτικής παραγωγής παγκοσμίως – κυρίως από την είσοδο αλμυρού νερού και τις πλημμύρες από καταιγίδες.
Πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι κλιματολογικές αλλαγές θα επηρεάσουν σχεδόν κάθε πλευρά της ζωής μας, όχι μόνο την δυνατότητά μας να τραφούμε αλλά και την υγεία μας, καθώς εύκρατες περιοχές θα δεχθούν εισβολή των συνθηκών και παθογενειών των τροπικών περιοχών, όπως η ελονοσία κι ο δάγγειος πυρετός. Και η οικονομία επίσης θα επηρεαστεί σοβαρά.
Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι η ασφαλιστική και η τουριστική βιομηχανία, η πρώτη διότι θα πρέπει να ανταποκριθεί σε αριθμητικώς περισσότερες και πιο καταστροφικές φυσικές καταστροφές συνδεόμενες με το κλίμα και η τελευταία διότι το χιόνι θα εξαφανιστεί από τα χιονοδρομικά κέντρα και η άνοδος των θαλασσίων υδάτων θα εξαφανίσει τις παραλίες. Ας μη ξεχνάμε ότι ο τομέας των ασφαλειών έχει τζίρο περί τα δύο τρις δολάρια το χρόνο, ενώ η τουριστική βιομηχανία είναι της τάξεως των 4,5 τρις δολαρίων παγκοσμίως και αποτελεί το 11% του ακαθάριστου παγκόσμιου προϊόντος (GWP).
Πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι, ακόμη και χωρίς τις κλιματικές αλλαγές, πρέπει να αντιμετωπίσουμε την κατανάλωση πετρελαίου καθώς τα παγκόσμια αποθέματα φτηνού κι εύκολου στην εξόρυξη πετρελαίου εξαντλούνται με μεγάλη ταχύτητα και η παραγωγή αναμένεται να φτάσει στο μέγιστο μες στα ερχόμενα δέκα χρόνια (κάποιοι υποστηρίζουν ότι ήδη έχει φτάσει). Από την άλλη πλευρά, η ζήτηση πετάγεται στα ύψη, κυρίως λόγω της ραγδαίας εκβιομηχάνισης της Κίνας, της Ινδίας και των άλλων ασιατικών κρατών. Αν αυτό συνεχιστεί, απλώς δεν θα υπάρχει αρκετό πετρέλαιο για όλους, οι τιμές θα φτάσουν στα ύψη και η έλλειψη θα γίνει καθημερινότητα.
Είναι ξεκάθαρο ότι πρέπει να μάθουμε να ζούμε με πολύ λιγότερο πετρέλαιο, αλλιώς θα αντιμετωπίσουμε το είδος του χάους που έζησε η Βόρειος Κορέα όταν δεν είχε χρήματα να πληρώσει τις πετρελαϊκές της εισαγωγές. Αυτό οδήγησε σε αναστολή εργασίας το ιδιαίτερα μηχανοποιημένο αγροτικό σύστημα, οδηγώντας στο λιμό και στο θάνατο περισσοτέρους από τρία εκατομμύρια ανθρώπους. Αναμενόμενη είναι επίσης η σοβαρή οικονομική ύφεση, ενώ μόνιμη έλλειψη θα οδηγήσει σε κατάρρευση της οικονομίας.
Η αντιμετώπιση του ζητήματος του πετρελαίου σημαίνει ότι πρέπει  να αυξηθεί η ενεργειακή αποτελεσματικότητα. Μία πρόταση που ετέθη στην Γερουσία των ΗΠΑ το 2002 για την αύξηση της ενεργειακής αποτελεσματικότητας κατά 50% σε χρονικό διάστημα περίπου 13 ετών, θα εξαφάνιζε, τουλάχιστον προσωρινά, την ανάγκη εισαγωγών πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η βαριά βιομηχανία άσκησε σοβαρές πιέσεις κατά της πρότασης, κι έτσι αυτή απορρίφθηκε ξεδιάντροπα.
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ειδικά η αιολική ενέργεια, που σήμερα είναι πολύ φθηνή, πρόκειται να παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στο μέλλον, όπως κι η ηλιακή ενέργεια και πιθανώς η κυματική ενέργεια, αλλά πολλοί εμφανίζονται επικριτικοί και έχουν αμφιβολίες για το μέλλον των κυψελών καυσίμων και την οικονομία του υδρογόνου, που πρέπει να τη δούμε πολύ προσεκτικά. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, σε αυτό το στάδιο, αν οτιδήποτε μπορεί πραγματικά να αντικαταστήσει το πετρέλαιο, με τις σχεδόν άπειρες εφαρμογές του στη σύγχρονη κοινωνία, ή ακόμη και το φυσικό αέριο που, ειρήσθω εν παρόδω, ήδη δεν περισσεύει σε ΗΠΑ κι αλλού.
Δυστυχώς, η αποδέσμευσή μας από το πετρέλαιο δεν είναι αρκετή. Ο φυσικός κόσμος, ειδικά τα δάση κι η λοιπή βλάστηση, οι υδροβιότοποι, το χώμα και πάνω απ όλα οι ωκεανοί, απορροφούν ως και 50% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακος. Όπως όλοι γνωρίζουμε, ο φυσικός κόσμος καταστρέφεται σε απρόβλεπτο βαθμό, πράγμα που μειώνει δραστικά την ικανότητά του να απορροφά αυτές τις εκπομπές. Αυτό ελήφθη υπ’ όψιν στην πρόσφατη μελέτη του Κέντρου Χάντλυ, οδηγώντας στην αναθεώρηση της πρόβλεψης του IPPC, σύμφωνα με την οποία η μέση θερμοκρασία του πλανήτη θα ανέβαινε ως 5,8 βαθμούς Κελσίου ως το τέλος του αιώνα.
Για να σώσουμε τον πλανήτη μας, αυτή η καταστροφή οφείλει να σταματήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ενώ ό,τι περισώζεται από τον φυσικό κόσμο, πρέπει να προστατευθεί με θρησκευτική ευλάβεια. Η αυστηρή διατήρηση, και όχι η ανάπτυξη, οφείλει να είναι στη καθημερινή ατζέντα. Για παράδειγμα, πρέπει να απαγορευτεί στην δασική βιομηχανία η κοπή φυσικών δασών και ειδικά τροπικών δασών. Αυτά οφείλουν να θεωρηθούν ιερά.
Άλλες δραστηριότητες, καταστροφικές για τα δάση, όπως η εξόρυξη μεταλλευμάτων και η κατασκευή μεγάλων φραγμάτων, πρέπει επίσης σοβαρά να ανασταλούν. Αντ’ αυτών, πρέπει να αυξήσουμε σημαντικά τις δασικές εκτάσεις. Η βιομηχανική αγροκαλλιέργεια πρέπει να απαλλαγεί από τα βαρέα μηχανήματα και το οπλοστάσιο χημικών τοξικών που καταστρέφουν το οικοσύστημα του εδάφους, μετατρέποντας ταχύτατα το γόνιμο χώμα σε σκόνη και μεταφέροντας τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.
Ένα μεγάλο πρόβλημα είναι, πόσο θα μας πάρει να κατορθώσουμε με βεβαιότητα την απαραίτητη μετάβαση; Απ’ ό,τι μου λένε, τουλάχιστον 50 χρόνια. Αλλά αυτό, δυστυχώς, είναι πάρα πολύς καιρός, γιατί αν οι καταστροφικές μας δραστηριότητες μπορούν να μεταμορφώσουν τον φυσικό κόσμο σε μια πηγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, το ίδιο μπορεί να συμβεί και με την αύξηση της θερμοκρασίας.
Όντως, αν η θερμοκρασία συνεχίσει να αυξάνεται με τον παρόντα ρυθμό, αυτό θα μπορούσε να συμβεί μες στα επόμενα 30 με 50 χρόνια, σημείο στο οποίο θα μπορούσαμε να έχουμε ήδη κατρακυλήσει σε μια ανεξέλεγκτη κούρσα ταχύτητας προς αιωνίως αυξανόμενες θερμοκρασίες. Άρα, οφείλουμε να αναλάβουμε δράση σήμερα. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο.
Αλλά, πρέπει ακόμη να κατανοήσουμε ότι, ακόμη κι αν περιορίσουμε τις εκπομπές κατά περίπου 60%-80%, όπως μας έλεγε να κάνουμε στη δεκαετία του ‘90 το IPCC, για να σταθεροποιήσει τις συγκεντρώσεις αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, η χωμάτινη επιφάνεια της γης θα συνεχίσει να θερμαίνεται για τουλάχιστον 150 χρόνια – το χρόνο παραμονής του διοξειδίου στην ατμόσφαιρα. Για τις θάλασσες και τους ωκεανούς, ο χρόνος είναι πολύ περισσότερος. Έτσι, το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι ότι οι αυξήσεις της θερμοκρασίας μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά ώστε να παραμείνει κατοικήσιμος ο πλανήτης μας και όταν το κλίμα σταθεροποιηθεί.
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί, φυσικά, ότι για να σωθεί ο πλανήτης μας χρειάζεται μια πλήρης αλλαγή κατεύθυνσης, αν και είμαι βέβαιος ότι πολλοί εδώ μέσα δεν θα συμφωνούσαν. Κατ’ εμέ, και πολλούς άλλους, πρέπει να δημιουργήσουμε το είδος της κοινωνίας που ελαχιστοποιεί την χρήση οργανικών καυσίμων και παράλληλα μεγιστοποιεί την περιβαλλοντική προστασία.
Ο μόνος τύπος κοινωνίας που θα μπορούσε να ικανοποιήσει αυτές τις συνθήκες είναι μια κοινωνία στηριγμένη στο κοινοτικό πρότυπο, στην οποία όλες οι οικονομικές δραστηριότητες θα γίνονται σε πολύ μικρότερη κλίμακα, αφορώντας κυρίως την τοπική και ίσως την περιφερειακή αγορά. Μπορώ ν’ αποδείξω ότι έχουμε κάθε λόγο να υποθέσουμε ότι η ζωή σε μια τέτοια κοινωνία θα ικανοποιεί, επίσης, τις θεμελιώδεις ανθρώπινες κοινωνικές και πνευματικές ανάγκες, με ένα τρόπο που η τερατώδης παγκοσμιοποιημένη βιομηχανική κοινωνία δεν θα μπορέσει ποτέ. Πως όμως μπορούμε να οδηγήσουμε την κοινωνία και την οικονομία μας σε μια τόσο διαφορετική κατεύθυνση; Για μένα αυτή είναι η ερώτηση κλειδί.

Μετάφραση:
Λαμπρινή Χ. Θωμά

*Εισαγωγική εισήγηση του Έντουαρντ Γκόλντσμιθ στη Συνδιάσκεψη για το Κλίμα «Σαν Ροσσόρε – Μια νέα παγκόσμια θεώρηση». Η συνδιάσκεψη οργανώθηκε από τον Κλαούντιο Μαρτίνι, πρόεδρο της Περιφέρειας Τοσκάνης, και διεξήχθη στο Σαν Ροσσόρε της Πίζας, στην Τοσκάνη της Ιταλίας, 15-16 Ιουλίου του 2004. Από την ιστοσελίδα www.edwardgoldsmith.org

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*