Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ. 59, Περιοδικό Άρδην

νεο-οθωμανισμός “χαμηλής έντασης”

Συγγραφέας: Της Σύνταξης
Άρδην τ. 59
Στο προηγούμενο τεύχος του Άρδην έγινε εκτενής αναφορά στην κυρίαρχη, νεοθωμανική τάση που αναδύεται στην ευρύτερη περιοχή μας, τα Βαλκάνια. Οι τουρκικές ελίτ στοχεύουν, χρησιμοποιώντας όλες τις ευνοϊκές γι’ αυτές παραμέτρους (από την ύπαρξη ενός μουσουλμανικού, φιλικού προς την Τουρκία τόξου που τέμνει κάθετα την κεντρική Βαλκανική, την αξιοποίηση του μεγαλύτερου στρατού στην περιοχή, την ενίσχυση του οικονομικού τους δυναμικού και τη στρατηγική τους θέση ως περάσματος των ενεργειακών ροών), να κατακτήσουν ηγεμονική θέση στην περιοχή. Οι Αμερικανοί, προσβλέποντας σ’ ένα ισχυρό αντίβαρο στην ισχυροποίηση των Ρώσων και τη δυναμική τους επανεμφάνιση στην περιοχή, και στον έλεγχο των αραβικών χωρών και της Κεντρικής Ασίας, στηρίζουν σε μεγάλο βαθμό τα σχέδια αυτά. Στόχος τους είναι η διαμόρφωση ενός πολυπολιτισμικού βαλκανικού χυλού που απαρτίζεται από μικρά και ασταθή προτεκτοράτα και πλαισιώνεται από την τουρκική περιφερειακή «υπερδύναμη», η οποία διατηρεί τον ρόλο του συνεκτικού ιστού αναμεταξύ τους.
Οι ελληνικές ελίτ, από την πλευρά τους, έχουν αποδεχθεί άνευ όρων τα σχέδια αυτά και προσανατολίζονται σε μία «ειδική σχέση» υπό τουρκική πρωτοκαθεδρία, με σκοπό –τι άλλο;– τη διατήρηση της ηγεμονίας τους πάνω στον ελληνικό λαό και τη μεγιστοποίηση των κερδών τους.
Έτσι δεν ακολουθούν μια στρατηγική ενδυνάμωσης της συνοχής των βαλκανικών λαών –και η Τουρκία δεν είναι μέρος των Βαλκανίων–, όπως ισχυρίζονταν πριν από  μερικά χρόνια ότι κάνουν, αλλά αποδέχονται πλήρως τη νεο-οθωμανική αμερικανική στρατηγική. Συναινούν στην πάρα πέρα διάσπαση των Βαλκανίων –με επόμενο θύμα το Κοσσυφοπέδιο και το Μαυροβούνιο– ενώ συμμετέχουν στο νεοταξικής εμπνεύσεως σχέδιο της «Νοτιοανατολικής Ευρώπης», που αρχίζει από την Αυστρία και φθάνει στη λίμνη Βαν. Μια βαλκανική στρατηγική θα προϋπέθετε την ενίσχυση της οικονομικής και πολιτικής συνοχής των Βαλκανίων, αρχικώς, και μετά την επί ίσοις όροις «συνομιλία»με την Τουρκία. Μια τέτοια στρατηγική θα απαιτούσε την ενίσχυση της αποτροπής έναντι των τουρκικών σχεδίων στην Κύπρο, το Αιγαίο και τη Θράκη και βέβαια την άρνηση, υπό τις παρούσες συνθήκες –τουλάχιστον–, της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε.
Αντ’ αυτού, οι ελληνικές ελίτ ακολουθούν μια στρατηγική παράδοσης των Βαλκανίων αλλά και της ίδιας της Ελλάδας στον νέο-οθωμανισμό. Αναπτύσσουν τη στρατηγική της προνομιακής σχέσης Ελλάδας-Τουρκίας, σε όλα τα πεδία, και στην ουσία δίνουν το «πρώτο χέρι» στους Τούρκους στα Βαλκάνια.
Και όταν, όπως σήμερα, η Τουρκία, στο πολιτικό πεδίο, όχι μόνο δεν δείχνει διατεθειμένη να κάνει οποιαδήποτε υποχώρηση αλλά «σκληραίνει» τη στάση της στην Κύπρο –όπου τα στρατεύματά της έχουν φθάσει τις 50.000–, στο Αιγαίο και τη Θράκη, αντί έστω να υπάρξει μια ανταπάντηση και να απαιτηθεί η προσαρμογή της τουλάχιστον στο κοινοτικό «κεκτημένο», γίνονται νέες παραχωρήσεις και μάλιστα στο πεδίο της οικονομίας και της κοινωνίας, ένας νέο-οθωμανισμός «χαμηλής έντασης».
Έτσι, το νέο σύνθημα  του παρασιτικού ελληνικού κατεστημένου –κεφαλαίου, πολιτικών και διανοουμένων– είναι η ελληνοτουρκική φιλία και η οικονομική συνεργασία. Τα ελληνικά κεφάλαια θα πρέπει να κατευθυνθούν προς την τουρκική οικονομία, ενώ θα πρέπει να αναπτυχθεί ένα ευνοϊκό κοινωνικό και πολιτικό κλίμα που θα επιτρέψει στις ελίτ να επιδοθούν απερίσπαστα στο έργο τους. Τους τελευταίους μήνες έχουν καταγραφεί σημαντικές κινήσεις και στα δύο επίπεδα.
Σε ό,τι αφορά στο οικονομικό επίπεδο, η αρχή έγινε με την εξαγορά της FinansBank από την Εθνική Τράπεζα. Αυτή η εξαγορά προβλήθηκε πολύ από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και προκάλεσε έντονες συζητήσεις αφού, πέρα από την ιδιαίτερη οικονομική της βαρύτητα, συνιστά και ένα «πρότυπο» διείσδυσης των ελληνικών κεφαλαίων στην τουρκική οικονομία. Και είναι όντως έτσι, μιας και το παράδειγμα της Εθνικής φαίνεται να ακολουθούν και άλλες τράπεζες της Ελλάδας (Eurobank κ.ά.).
Αν εξετάσει κανείς λεπτομερέστερα τη διαδικασία της εξαγοράς της FinansBank, θα κατανοήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα αυτού του «προτύπου» καθώς και τις συνέπειες που έχει αυτό στην πορεία των σχέσεών μας με τη «γείτονα χώρα». Η Εθνική εξαγόρασε το 50,1% των μετοχών της  Finansbank, καταβάλλοντας το υπέρογκο, σχετικά με την αξία της τράπεζας, τίμημα των 3,2 δις ευρώ (17,8 φορές τα κέρδη της Τράπεζας και 3,7 φορές τα ίδια της τα κεφάλαια). Ταυτόχρονα, εξαιρέθηκαν από την εξαγορά οι δραστηριότητες της Finans εκτός Τουρκίας. Για την εξαγορά της, η Εθνική θ’ αναγκαστεί να αυξήσει το μετοχικό της κεφάλαιο, πράγμα που σημαίνει ότι ενδέχεται να δρομολογηθούν αλλαγές στο ίδιο το ιδιοκτησιακό καθεστώς της μητρικής Τράπεζας!
Πέρα από αυτό όμως, η εξαγορά ήταν τόσο σημαντική ώστε θα προσανατολίσει σταθερά τις δραστηριότητες ολόκληρου του ομίλου στην τουρκική οικονομία, μιας και, πλέον, ένα μεγάλο μέρος της κερδοφορίας του θα εξαρτάται από την πορεία της θυγατρικής επιχείρησης στην Τουρκία!
Σ’ αυτήν την εξέλιξη, το ρίσκο μεγάλο και τα διακυβεύματα πολλά. Κατ’ αρχήν, η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής ανοίγει τον δρόμο για την ιδιωτικοποίησή της. Σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλάμε για την «εξαγορά της εξαγοράς», για ένα άνοιγμα δηλαδή που βρίσκεται πέρα των δυνατοτήτων της μετοχικής συνθέσεως της επιχείρησης και που θα πυροδοτήσει περαιτέρω αλλαγές στο ιδιοκτησιακό της καθεστώς.
Ύστερα, είναι το ζήτημα των κινδύνων που ελλοχεύουν πίσω από την προσήλωση στην τουρκική οικονομία. Η Τουρκία δεν είναι μία αποικιοκρατούμενη χώρα που αφήνει ξένες οικονομικές δυνάμεις να δρουν ανεξέλεγκτα στο εσωτερικό της. Αντίθετα, το δημοκρατικό έλλειμμα, η ισχυρή κρατική παρέμβαση και το ευέλικτο νομοθετικό πλαίσιο υποτάσσουν την οικονομική δυναμική στους σχεδιασμούς ευρύτερων εθνικών γεωστρατηγικών συμφερόντων.
Το ελληνικό κεφάλαιο χαρακτηριζόταν πάντα από τη στρατηγική του μπεζαχτά του μεγαλομπακάλη. Πιστεύει πως παρασιτικού τύπου επενδύσεις –τράπεζες, λότο κ.λπ.– καθορίζουν σε τελευταία ανάλυση την πολιτική δυναμική και τον γεωστρατηγικό σχεδιασμό. Έτσι πίστευαν και οι Κωνσταντινουπολίτες προτού εκδιωχθούν. Τα ίδια παραμύθια προωθούσαν στην Κύπρο οι περί τον Βασιλείου ενδοτικοί μεγαλομπακάληδες και εργολάβοι. Γι’ αυτούς, η «διείσδυση» στην τουρκική οικονομία θα σημάνει μία τομή συνεργασίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις: οι μπίζνες θα ορίσουν το κλίμα μεταξύ των δύο χωρών, δηλαδή, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, ο ασθενέστερος, δηλαδή η Ελλάδα, θα προσδεθεί και οικονομικά στον ισχυρότερο. Στην ίδια κατεύθυνση, και το πολιτικό κατεστημένο της χώρας προτιμά να αναλίσκεται σε συμφωνίες περί αυξήσεως των ελληνοτουρκικών ανταλλαγών στα 5 δις (από τα 2,5 που είναι σήμερα) παρά να θίξει τα προβλήματα που διαρκώς εγείρει ο τουρκικός επεκτατισμός.
Οι ελληνικές ελίτ ξεχνούν όμως ότι, στη διεθνή πολιτική, το ξίφος –δηλαδή η ισχύς– είναι αυτή που αποφασίζει σε τελευταία ανάλυση. Το τουρκικό κατεστημένο θα χρησιμοποιήσει αυτήν τη νέα ειδική οικονομική σχέση που τείνει ν’ αναπτυχθεί μεταξύ του ελληνικού κεφαλαίου και της τουρκικής οικονομίας, προκειμένου να εκβιάσει πάρα πέρα πολιτικές υποχωρήσεις και συμφωνίες στα «καυτά θέματα» (Κύπρος, ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε., διεκδικήσεις στο Αιγαίο κ.ο.κ.). και όχι το αντίστροφο.
Και στο έτερο πεδίο, οι εξελίξεις είναι σημαντικές. Τους τελευταίους μήνες, λαμβάνει χώρα μία γιγάντια εκστρατεία που αποσκοπεί στο να «φέρει κοντά» τους δύο λαούς. Από ελληνικής πλευράς, η εκστρατεία αυτή έχει αναληφθεί από τους «συνήθεις ύποπτους», τα μεγάλα κανάλια και τα εκδοτικά συμφέροντα. Σ’ αυτά τα πλαίσια, η τηλεοπτική προπαγάνδα περί ελληνοτουρκικής φιλίας έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Από τα δελτίο ειδήσεων μέχρι τα… ριάλιτυ, παρακολουθούμε, σε όλους τους δυνατούς τόνους και τις δυνατές εκφράσεις, στιγμιότυπα μίας ψευδεπίγραφης «φιλίας», όπου μεμονωμένες περιπτώσεις Τούρκων και Ελλήνων «ξεπερνούν» –δηλαδή αγνοούν– τις «αντιθέσεις».
Ο σκοπός είναι προφανής. Η «συνύπαρξη» πρέπει να γίνει κομμάτι της ίδιας της καθημερινότητας του ελληνικού λαού. Η αρνητική του διάθεση έναντι της Τουρκίας, που ασφαλώς και δεν βασίζεται σε κάποιο «ανορθολογικό μίσος» αλλά τροφοδοτείται από τη γενοκτονία του μικρασιατικού και ποντιακού ελληνισμού, τα εγκλήματα της Κύπρου και την καθημερινότητα του τουρκικού ηγεμονισμού, πρέπει να καμφθεί. Και αυτό απαιτεί μία συντονισμένη προσπάθεια που δεν περιλαμβάνει μόνο τη ριζική αναθεώρηση των σχολικών βιβλίων της ιστορίας  αλλά τον βασικό μηχανισμό διαμόρφωσης των συνειδήσεων της υπερκαταναλωτικής κοινωνίας μας, την τηλεόραση.
Η διασύνδεση των επιπέδων
Μία συνήθης ένσταση σ’ όλα τα παραπάνω αφορά τα λεγόμενα «προβλήματα της καθημερινότητας». Η λογική είναι απλή: Ναι μεν, όλα τα παραπάνω έχουν μία βάση, αλλά οι προτεραιότητες που θέτει ο ίδιος ο ελληνικός λαός είναι άλλες: η ανεργία, η υπερχρέωση και η ακρίβεια ενδιαφέρουν, γιατί αυτά είναι που επιδεινώνουν στην πράξη τον βίο στην ελληνική κοινωνία. Όλα τα άλλα βρίσκονται –ούτως ή άλλως– «μακριά», στο απροσπέλαστο από τις μάζες επίπεδο των αυτοκρατορικών διαβουλεύσεων της Νέας Τάξης Πραγμάτων, κι έτσι δεν έχουν καμία σύνδεση ή σχέση με τις ζωές των ανθρώπων.
Στην πράξη, όμως, συμβαίνει το αντίθετο.  Η αποβιομηχάνιση και η ακρίβεια είναι φαινόμενα που προκαλούνται και από την παρούσα στρατηγική που έχουν υιοθετήσει οι ελληνικές ελίτ.
Η τάση της αποσύνδεσης των ελίτ από τα εθνικά κράτη βρίσκεται στον πυρήνα των διαδικασιών της παγκοσμιοποίησης. Στη χώρα μας συμβαίνει το ίδιο, μόνο που ο κοσμοπολιτισμός των ελίτ έχει συγκεκριμένη γεωγραφία, αυτήν που θίξαμε προηγουμένως. Πρόκειται για μια ελίτ που έχει αποσυνδέσει τις τύχες της από το ελληνικό έθνος-κράτος και επενδύει στη «γείτονα», αδιαφορώντας για τη διάρρηξη του παραγωγικού ιστού, την έκρηξη των εισαγωγών που αυτή προκαλεί, την ακρίβεια και την ανεργία που ακολουθούν.
Γι’ αυτό και η αντίσταση στα νεο-οθωμανικά σχέδια των ελληνικών ελίτ, των Τούρκων και των Αμερικανών, δεν προϋποθέτει μόνο μία σθεναρότερη στάση στα εθνικά θέματα, αλλά απαιτεί μία ευρύτερη απάντηση.
Πρέπει να «διδαχθούμε από τον αντίπαλο», ο οποίος παίζει σε όλα τα ταμπλό. Στην μια πλευρά, η υλοποίηση των σχεδίων της Νέας Τάξης Πραγμάτων και των προσδοκιών των ελληνικών ελίτ προϋποθέτουν ένα ολόκληρο μοντέλο κοινωνίας, στο οποίο καταναλωτές-τηλεθεατές θα δραπετεύουν από τη μίζερη πραγματικότητα της αποβιομηχάνισης και της ανεργίας μέσα από ελληνοτουρκικές φιέστες. Στον αντίποδα, η διέξοδος της αυτονομίας και της αξιοπρέπειας προϋποθέτει ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνίας που θα υπερβαίνει τα αδιέξοδα του παρόντος, διαμορφώνοντας μία κοινωνία πιο δίκαιη και πιο εξισωτική – και γι’ αυτό πιο ανεξάρτητη και περήφανη για τον εαυτό της.
Ευτυχώς, την τελευταία περίοδο, η υπερήφανη στάση των Ποντίων υπενθύμισε στους παντοειδείς γραικύλους, πως οι λαοί διαθέτουν ακόμα αξιοπρέπεια και όχι μόνο μπεζαχτά και εύκαμπτη ραχοκοκαλιά, πυροδοτώντας μια «αντιπροπαγάνδα» της μνήμης ενάντια στη λήθη, που έφτασε για πρώτη φορά να σπάσει και την συνωμοσία σιωπής των ΜΜΕ.  Το ερώτημα είναι πότε αυτή η αντίσταση –όπως συνέβη και στην Κύπρο με το σχέδιο Ανάν– θα μεταβληθεί σε ένα συστηματικό και αποτελεσματικό πολιτικό πρόταγμα. Και γι’ αυτό χρειάζεται κάτι πάρα πάνω από μια αντίδραση, έστω και υπερήφανη.
Και ένα πρώτο συγκεκριμένο βήμα πρέπει να είναι μια εκστρατεία αποτροπής της τελικής υπογραφής αγοράς της FinansBank και προπαντός η υποχρέωση της Τουρκίας να συμμορφωθεί τον Οκτώβριο με τις υποχρεώσεις της στην Ε.Ε., έναντι της Κύπρου και της Ελλάδας, διαφορετικά να διακοπούν οι συνομιλίες ένταξης.
Υ.Γ  Σε ότι αφορά στην περίφημη υποψηφιότητα της κ. Καραχασάν στην υπερνομαρχία, οι συχνά, στην αρχή, αψυχολόγητες επιθέσεις ενάντιά της, συσκότισαν την αναγκαία πολιτική συζήτηση. Έτσι πολλοί άνθρωποι, με βάση και τα τοπικά δεδομένα, θεώρησαν ότι ίσως αυτή η υποψηφιότητα θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια στρατηγική ένταξης ενός μέρους, τουλάχιστον, των μουσουλμάνων σε μια ελληνική εθνική στρατηγική. Ωστόσο κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε από την πλευρά της Ελλάδας μια στρατηγική αποτροπής της «φινλανδοποίησης» της Θράκης. Αντίθετα η Ελλάδα κάνει τα  ακριβώς αντίθετα, ο Τούρκος πρόξενος είναι στην πραγματικότητα ο ανεπίσημος Τούρκος νομάρχης της περιοχής, και τρομοκρατεί όλους τους μουσουλμάνους. Υπ’ αυτές τις συνθήκες προσωπικές στρατηγικές μοιάζουν μάλλον αδιανόητες και θα απαιτούσαν άλλο διαμέτρημα, από εκείνο της κ. Καραχασάν, ή οποία εν τέλει ταυτίζεται όσο περνούν οι ημέρες όλο και περισσότερο με την επίσημη τουρκική πολιτική – υποστήριξη της εκλογής του Μουφτή, θέσεις για την γενοκτονία των Ποντίων, κ.λπ. Και μάλλον θα ήταν σχεδόν αδύνατο να γίνει διαφορετικά. Θα απαιτούσε μια προσωπικότητα άλλου διαμετρήματος. Και σήμερα δεν υπάρχει στην μουσουλμανική μειονότητα κάποια φωνή που να μπορεί να διαφοροποιηθεί ανοικτά, από την τουρκική επεκτατική πολιτική.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*