Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Ρήξη φ. 77

Σωτηρία Μπέλλου: το «ρεύμα» που σηκώνει τις ψυχές μας

Στις 29 Αυγούστου συμπληρώθηκαν 90 χρόνια από την γέννηση τη Σωτηρίας Μπέλλου.

του Χρήστου Πέτρου

εφημερίδα Ρήξη φ.77

Η Μπέλλου πέρα από την μοναδικότητα της φωνής και τον πολυτάραχο βίο της, αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση και για έναν άλλο σημαντικό λόγο. Στο πρόσωπο της βλέπει κανείς τον συνδετικό εκείνο κρίκο που ενώνει το ρεμπέτικο-λαϊκό τραγούδι με τον «νέο ήχο» της ελληνικής μουσικής, το «έντεχνο», που αρχίζει να μορφοποιείται στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Δεν δίστασε να τραγουδήσει νέους για την εποχή συνθέτες (Σαββόπουλο, Μούτση, Ανδριανόπουλο κ.α.) με αλλιώτικο ηχητικό και στιχουργικό ύφος απ’ αυτό που την είχε καθιερώσει.

Στην δισκογραφία μπήκε (1947-48) μετά από συστάσεις που έκανε ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης στον Τσιτσάνη. Ο δεύτερος μαγεμένος με την φωνή της, της έδωσε τραγούδια του (Όταν πίνεις στην ταβέρνα, Συννεφιασμένη Κυριακή κ.α) τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Την ίδια περίοδο ηχογράφησε με αρκετούς από τους μεγάλους της εποχής (Παπαϊωάννου, Περιστέρι, Χιώτη κ.α).

Η Μπέλλου άρχισε την καριέρα της σε μια μεταβατική περίοδο για το ελληνικό λαϊκό τραγούδι (ρεμπέτικο). Λόγω των κοινωνικών μεταβολών που σημειώθηκαν στην Ελλάδα με την κατοχή και τον εμφύλιο, γράφονται τραγούδια στη θεματολογία των οποίων δεν κυριαρχούν πλέον οι συνήθειες που αντιπροσωπεύουν τις κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες, όπως τα «τραγούδια της φυλακής» ή τα «χασικλίδικα». Αρχίζουν να κυριαρχούν πλέον τραγούδια που μιλούν για τον έρωτα, τον ξενιτεμό, για την εργατική ζωή κ.α.

Καθιερώνεται και συνεχίζει για μια δεκαετία περίπου να ηχογραφεί μεγάλα τραγούδια αλλά και να σημειώνει επιτυχίες στα κέντρα που εμφανίζεται δίπλα από τα μεγάλα ονόματα εκείνης της περιόδου.

Μετά από παύση μιας εξαετίας (1959-1965, περίοδο κατά την οποία εκτός των άλλων, οι κακές της συνήθειες την αφήνουν εκτός μουσικών πραγμάτων) κάνει την επανεμφάνισή της. Είναι η περίοδος κατά την οποία ένα ρεύμα φοιτητών και διανοουμένων της εποχής αρχίζει να αντιλαμβάνεται το μεγαλείο του ρεμπέτικου και ψάχνει μανιωδώς όλο και περισσότερα στοιχεία για αυτό. Σ’ αυτό το κλίμα, η Μπέλλου επανεμφανίζονται τραγουδώντας παλιές επιτυχίες. Αρχίζουν εκ νέου οι ηχογραφήσεις («Τα Ρεμπέτικα της Σωτηρίας Μπέλλου», Εταιρία Λύρα).

Το εντυπωσιακό όμως με την Μπέλλου είναι ότι ενώ επρόκειτο για μια καταξιωμένη ρεμπέτισσα – λαϊκή τραγουδίστρια, δεν δίστασε να τραγουδήσει δημιουργίες νέων για την εποχή συνθετών, είτε μεμονωμένα τραγούδια είτε κύκλους τραγουδιών. Μερικοί εκ των οποίων είναι οι: Μούτσης (Δεν λες κουβέντα), Ανδριανόπουλος (δίσκος Τα λαϊκά προάστια με το τραγούδι Μην κλαις με πωλήσεις κοντά στις 400.000) και φυσικά ο Διονύσης Σαββόπουλος (Ζεϊμπέκικο) με το αλησμόνητο εκείνο περιστατικό που σημειώθηκε στο στούντιο όταν ηχογραφούσαν το τραγούδι ο Σαββόπουλος με την Μπέλλου.

– «Αχ βρε Διονύση με έβαλες και τραγουδάω ποπ», του είπε η Μπέλλου!

Ο Σαββόπουλος τότε αμήχανος, άναψε το τσιγάρο του και ζήτησε από τους ηχολήπτες να του βάλουν να ακούσει την ηχογράφηση.

Κάποτε ο Constantine Buhayer της Guardian έγραψε για την Μπέλλου:
«…κατάφερνε να εκφράσει τις τραγωδίες των συμπατριωτών της χωρίς να ξεπέφτει στον συναισθηματισμό ,σαν μια σίγουρη αγκαλιά που απαλύνει τον πόνο, επιτρέποντας ταυτόχρονα στους ακροατές της να διατηρούν αλώβητη την αξιοπρέπεια τους. Εκατομμύρια Έλληνες είχαν ανάγκη απ΄ αυτήν την συναισθηματική στήριξη-όσο και από καλλιτέχνες σαν την Μπέλλου- για να αποκλιμακώσουν την ένταση στην διάρκεια της τραγικής οδύσσειας του έθνους τον 20 αιώνα».

Η βιογραφία της Μπέλλου κυκλοφορεί στο βιβλίο της Σοφίας Αδαμίδου, Πότε ντόρτια, πότε εξάρες. Εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2005

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*