Άρδην τ. 95, Οικολογία

Ενεργειακός ρεαλισμός και ενεργειακή «αυτάρκεια»

34939-gnnitri-2

Του Βασίλη Στοϊλόπουλου από το Άρδην τ. 95

Σε πρόσφατο κείμενο της Ομάδας του Άρδην για την παραγωγική ανασυγκρότηση της Ελλάδας, αναφέρεται ότι «η υποστήριξη και η ενίσχυση της μικρής παραγωγής, των κοινωνικών και συνεταιριστικών επιχειρήσεων, η έμφαση στην τοπικότητα και στον κοινοτισμό» αποτελεί πρόταγμα που «εμπεριέχεται στις αρχές του κινήματος μας». Επί της αρχής, η ορθότητα αυτής της θέσης ασφαλώς και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εύκολα, ιδιαίτερα σήμερα που η χώρα μας πρέπει να επανεξετάσει εκ βαθέων το αποτυχημένο οικονομικό – αναπτυξιακό της μοντέλο, προκειμένου να βρεθεί μια «εναλλακτική» διέξοδος από τη πολύμορφη κρίση που τη ταλανίζει εδώ και τουλάχιστον μια πενταετία. Όμως, όποια μορφή και να αποκτήσει η αναγκαία παραγωγική και οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας, αυτή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ριζικές αλλαγές στην υπάρχουσα ενεργειακή πολιτική, κύριος στόχος της οποίας πρέπει να είναι το φτηνό ρεύμα και η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ενεργειακή ανεξαρτητοποίηση της χώρας μας.
Μπορεί όμως σήμερα η χρεοκοπημένη Ελλάδα ν’ αποκτήσει ενεργειακή αυτοδυναμία, όταν εξαρτάται πλήρως από τις εισαγωγές συμβατικών καυσίμων και διεθνώς επικρατεί μια συνεχώς αυξανόμενη «ενεργειακή πείνα»; Είναι δυνατόν, σε μια αποικία χρέους, να υπάρξουν αξιόπιστοι μακροχρόνιοι ενεργειακοί σχεδιασμοί, όταν διεθνώς οι τιμές των εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων εξακολουθούν να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και να επηρεάζονται από τη συνεχιζόμενη οικονομική αβεβαιότητα και πολιτική αστάθεια και τους διεθνείς ανταγωνισμούς για την εξασφάλιση της πρόσβασης σε ενεργειακές πηγές; Πως μπορεί να υπάρξει υγιής ανταγωνισμός, όταν οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη είναι σχεδόν διπλάσιες των ΗΠΑ; Και το σημαντικότερο, η σημερινή, διεφθαρμένη πολιτικοοικονομική ελίτ μιας χώρας με περιορισμένη την εθνική της κυριαρχία έχει τη βούληση και τις ικανότητες να οικοδομήσει στρατηγικές μεγαλύτερης ενεργειακής ευελιξίας κι ανεξαρτησίας, όταν ο ενεργειακός τομέας αποτελεί σημαίνοντα παράγοντα της διεθνούς γεωπολιτικής, με άμεσες επιπτώσεις στην εξωτερική πολιτική και στην εθνική ασφάλεια;
Οι απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καθόλου εύκολες, αν εξετάσουμε ορισμένα μόνο από τα δεδομένα παραγωγής – κατανάλωσης στην Ελλάδα, καθώς και τις ιδιαιτερότητες ή τις χαοτικές στρεβλώσεις στο υφιστάμενο ενεργειακό σύστημα της χώρας, λόγω αντικρουόμενων συμφερόντων, ισχυρότατων λόμπυ και εκτεταμένης διαπλοκής.

Υφιστάμενη κατάσταση στην παραγωγή ενέργειας
Σήμερα, το μοναδικό «εθνικό μας» καύσιμο, ο «βρώμικος» λιγνίτης, παραμένει η σημαντικότερη εγχώρια ενεργειακή πηγή, με τη φθηνότερη τιμή για τον τελικό καταναλωτή, συνεισφέροντας πάνω από το 50% της εγχώριας ηλεκτροπαραγωγής. Αν και σε σταθερή υποχώρηση, η –μεσοπρόθεσμα – πρωταγωνιστική συμμετοχή του λιγνίτη στο μελλοντικό ενεργειακό μίγμα της χώρας φαίνεται και από το γεγονός ότι η νέα λιγνιτική μονάδα Πτολεμαΐδα V είναι μια από τις μεγαλύτερες επενδύσεις της ΔΕΗ που έγιναν στη χώρα τα τελευταία χρόνια, συμβατικής αξίας περίπου 1,4 δισ. ευρώ. Παρόλα αυτά όμως, η πλέον σύγχρονη λιγνιτική μονάδα της χώρας (ΑΗΣ Μελίτης) αδυνατεί να λειτουργήσει σωστά την τελευταία πενταετία, ενώ, επί υπουργίας Μπιρμπίλη, ματαιώθηκε και η κατασκευή της 2ης μονάδας της Μελίτης. Το εισαγόμενο φυσικό αέριο, που τα τελευταία χρόνια αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία στην προσφορά ενέργειας, ιδιαίτερα στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, ακολουθεί σε συμμετοχή με λίγο περισσότερο από το 28%, αν και εξακολουθεί να είναι κατά 30% ακριβότερο από την υπόλοιπη Ευρώπη. Επισημαίνεται ότι, λόγω αδυναμίας κάλυψης των απαιτήσεων της νέας Κοινοτικής Οδηγίας για τις βιομηχανικές εκπομπές, για κάθε αποσυρόμενη λιγνιτική μονάδα από το σύστημα το κενό θα καλύπτεται ουσιαστικά από τις μονάδες φυσικού αερίου. Ακολουθεί το επίσης εισαγόμενο πετρέλαιο, που εξακολουθεί να κατέχει σημαντική θέση στο σύστημα, κυρίως στα «αυτόνομα» ηλεκτρικά συστήματα των μη διασυνδεδεμένων νησιών. Σχετικά με τις «εναλλακτικές» μορφές (ΑΠΕ), στο ενεργειακό μίγμα της χώρας, κυρίαρχη είναι η συμμετοχή της βιομάζας με 49% και ακολουθεί η υδραυλική με 17%. Τα τελευταία χρόνια αυξάνεται η επίσης η διείσδυση των φωτοβολταϊκών (3%) και των αιολικών συστημάτων (13%), κυρίως στην ηλεκτροπαραγωγή αλλά και στην τελική χρήση ενέργειας, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις (που αφορούν στην ηλεκτροπαραγωγή) είναι μη ελεγχόμενα και δύσκολα βιώσιμα.
Το 66,5% της εγκατεστημένης ισχύος των ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων καλύπτουν οι θερμοηλεκτρικοί σταθμοί, ενώ με 19,6% συνεισφέρουν οι μεγάλοι υδροηλεκτρικοί σταθμοί και με 13,9% οι μονάδες ΑΠΕ.
Το μεγαλύτερο μέρος των θερμοηλεκτρικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργεί στο βόρειο τμήμα της χώρας, ενώ στο νότιο και στο κεντρικό βρίσκονται τα μεγαλύτερα κέντρα κατανάλωσης, με αποτέλεσμα η συγκέντρωση αυτή να δημιουργεί αυξημένες απώλειες κατά τη μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας στα κέντρα κατανάλωσης και ανισορροπία στη λειτουργία. Επιπλέον, το ηλεκτρικό σύστημα της χώρας δεν είναι ενιαίο, καθώς αποτελείται από το διασυνδεδεμένο σύστημα της ηπειρωτικής χώρας και τα «αυτόνομα» συστήματα των νησιών που στηρίζονται στο πετρέλαιο.
Με την έναρξη της οικονομικής κρίσης και της ύφεσης, το 2008, διακόπηκε η ανάπτυξη του ενεργειακού συστήματος και σημειώθηκε μείωση της ζήτησης ενέργειας στους περισσότερους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Γι’ αυτό και το σημερινό επίπεδο κατανάλωσης ενέργειας αγγίζει πλέον τις ενεργειακές ποσότητες των αρχών της προηγούμενης δεκαετίας. Η μείωση αφορά κυρίως στον οικιακό και βιομηχανικό τομέα, αλλά και στον τομέα των μεταφορών. Οι τομείς με τη μεγαλύτερη αύξηση στην τελική κατανάλωση ενέργειας εξακολουθούν να παραμένουν οι μεταφορές και ο κτιριακός τομέας (οικιακός και τριτογενής), ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι πολιτικές και τα μέτρα για την εξοικονόμηση ενέργειας που έχουν μέχρι τώρα εφαρμοστεί είναι ακόμη περιορισμένης έκτασης.

Ο ρόλος της Ε.Έ.
Δεν χωρά αμφιβολία ότι η προσπάθεια για ενεργειακή αυτονομία, που τόσο εύκολα ευαγγελίζονται διάφοροι κύκλοι, ιδιαίτερα από τον οικολογικό – εναλλακτικό χώρο, δεν είναι και τόσο εύκολη υπόθεση, ειδικότερα όταν είναι δεδομένη η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας μας και πανταχού παρούσες οι δεσμευτικές αποφάσεις της Ε.Ε. για πλήρη έλεγχο της εθνικής μας ενεργειακής πολιτικής. Αρκεί να σημειωθεί ότι, στα ευρωπαϊκά, συγχρηματοδοτούμενα Επιχειρησιακά Προγράμματα (π.χ. ΕΠΠΕΡΑΑ, Ανταγωνιστικότητα και Επιχειρηματικότητα) για έργα όπως η υποστήριξη της απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας, η ένταξη της χώρας στα διεθνή δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, η εξασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας ή ακόμη και η ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων, απαιτείται η σχολαστική διερεύνηση από την ευρωπαϊκή Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της συμβατότητας των προτεινόμενων έργων με το κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων.
Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις η Ευρώπη θα εξαρτάται για πολλά χρόνια ακόμα από τις εισαγωγές ενέργειας από ορυκτά καύσιμα, καθώς εισάγει το 54% της ενέργειας που χρειάζεται. Αρκετά μάλιστα κράτη-μέλη εξαρτώνται υπερβολικά από μια και μοναδική πηγή ενέργειας (π.χ. φυσικό αέριο) ή αποκλειστικά από έναν προμηθευτή, καθιστώντας έτσι δύσκολο τον άμεσο ενεργειακό εφοδιασμό τους.
Στο πλαίσιο αυτό, η νέα Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Στρατηγική, όπως διαμορφώνεται σήμερα, στοχεύει στον «εξευρωπαϊσμό» της ενεργειακής πολιτικής των κρατών–μελών μέσω της αντιμετώπισης σημαντικών προκλήσεων, όπως: η αυξανόμενη ενεργειακή ανασφάλεια, οι υψηλές τιμές ορυκτών καυσίμων, η κλιματική αλλαγή και η ανάγκη μείωσης εκπομπών άνθρακα, οι διεθνείς εξελίξεις σχετικά με τα παγκόσμια αποθέματα σε ορυκτά καύσιμα, οι οικονομικές εξελίξεις λόγω της χρηματοοικονομικής κρίσης, οι επενδύσεις σε υποδομές σε νέα δίκτυα ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου. Γι’ αυτό και είναι σαφές ότι μια ανεξάρτητη εθνική ενεργειακή πολιτική αποτελεί μια πολύ δύσκολη υπόθεση.

Εκτιμήσεις για τις μελλοντικές ενεργειακές ανάγκες
Με τα σημερινά δεδομένα, εκτιμάται ότι η παρατηρούμενη μείωση της ζήτησης ενέργειας, λόγω της συρρίκνωσης της παραγωγικής δραστηριότητας της εθνικής οικονομίας και της παρατεταμένης αβεβαιότητας των μελλοντικών οικονομικών συγκυριών, θα συνεχιστεί τουλάχιστον μέχρι το 2015. Στη συνέχεια προβλέπεται ότι θα υπάρξει σταδιακή αύξηση της ζήτησης που θα φτάσει σε υψηλότερα επίπεδα από αυτά του 2008, όταν ξεκίνησε η ύφεση της ελληνικής οικονομίας. Εκτιμάται ότι, μέχρι το 2030, θα σημειωθεί σταδιακή αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ αλλά και του πετρελαίου στην πρωτογενή διάθεση ενέργειας, ενώ θα μειωθεί σημαντικά αυτή των στερεών ορυκτών καυσίμων (λιγνίτης).
Η υφιστάμενη διαφοροποίηση μεταξύ των βασικών τομέων της οικονομίας σε σχέση με το ενεργειακό μίγμα πιθανότατα θα παραμείνει σχεδόν αναλλοίωτη. Το πετρέλαιο θα συνεχίσει να αποτελεί το βασικό καύσιμο, με το βαθμό διείσδυσής του να διαφέρει μεταξύ των διαφόρων τομέων της οικονομίας. Οι μεταφορές θα βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην κατανάλωση προϊόντων πετρελαίου, ενώ η βιομηχανία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει – –χωρίς διαφοροποιήσεις ως προς τις πηγές ενέργειας– να είναι εξαρτώμενη από τον ηλεκτρισμό και το πετρέλαιο. Ο τομέας των μεταφορών προβλέπεται ότι θα εξακολουθεί –με αυξητικές τάσεις– να αποτελεί τον βασικό «καταναλωτή» ενέργειας.
Σύμφωνα με το «Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων 2011-2014», εκτός από τον στόχο 20-20-20 για την ενέργεια και το περιβάλλον, επιδιώκεται και η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά 15% ως προς τα προβλεπόμενα επίπεδα του 2020, μέσω βελτιώσεων στην ενεργειακή αποδοτικότητα. Το 2030 εκτιμάται ότι στις μεταφορές θα καταναλώνεται σχεδόν το 50% της διαθέσιμης ενέργειας, με βασικό καύσιμο το πετρέλαιο, ενώ θα αυξηθεί και το ποσοστό των βιοκαυσίμων. Αυτό που αναμένεται να διαφοροποιηθεί στην επόμενη εικοσαετία είναι η καταναλωτική συμπεριφορά στον οικιακό τομέα με τη σταδιακή απεξάρτηση από το πετρέλαιο και διείσδυση της βιομάζας. Η κατανάλωση ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου προβλέπεται να παραμείνει σχεδόν σταθερή.
Σε εθνικό επίπεδο, οι βασικοί παράγοντες που πρέπει σήμερα να καθορίζουν τη διαμόρφωση ενεργειακής στρατηγικής είναι κατ’ αρχάς η εξασφάλιση υποστηρικτικών δράσεων για την άμεση εξερεύνηση και εκμετάλλευση εθνικών ενεργειακών πόρων (κυρίως στην έρευνα υδρογονανθράκων στην ελληνική επικράτεια), η συστηματική και ορθολογική προώθηση των ΑΠΕ πέρα από τα όποια λόμπυ, η προαγωγή των βιώσιμων μεταφορών, καθώς και η ευαισθητοποίηση των πολιτών και επιχειρήσεων αναφορικά με την αποδοτική χρήση και την εξοικονόμηση ενέργειας. Σημαντική είναι επίσης η αναγνώριση της αποδοτικής χρήσης ενέργειας σαν καθοριστικού παράγοντα της εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής και η προσπάθεια το ενεργειακό κόστος να διατηρείται ανταγωνιστικό.
Ο εκσυγχρονισμός των υφιστάμενων ενεργειακών υποδομών, παρά την υπάρχουσα επάρκεια εγκατεστημένης ισχύος, πρέπει να παραμείνει στρατηγικός στόχος, καθώς αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα και για τη προσέλκυση νέων επενδύσεων. Στο πλαίσιο αυτό απαιτείται:
– Η αναβάθμιση (μεί          ωση απωλειών κατά τη μεταφορά ενέργειας), ο εκσυγχρονισμός και η επέκταση του δικτύου ηλεκτρισμού (υποσταθμοί, έργα ενίσχυσης του δικτύου μεταφοράς) και ιδιαίτερα το δίκτυο υψηλής τάσης, που συμβάλλει και στη διείσδυση των ΑΠΕ.
– Η ενίσχυση της έρευνας στον ενεργειακό τομέα και ιδιαίτερα στους τομείς: ΑΠΕ, ενεργειακή αποδοτικότητα και εξοικονόμηση ενέργειας.
– Η διασύνδεση των νησιών με το διασυνδεδεμένο ηπειρωτικό σύστημα. Αυτό ανάγεται σε ζήτημα πρώτης προτεραιότητας, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ενεργειακή τους επάρκεια, να μειωθεί το κόστος παραγωγής ενέργειας και η χρήση πετρελαίου για ηλεκτροπαραγωγή, να αξιοποιηθεί το υπάρχον δυναμικό ΑΠΕ αλλά και να αναπτυχτεί περισσότερο και να εξισορροπηθούν τα φορτία ηλεκτρικής ενέργειας.
– Η αναβάθμιση και επέκταση του δικτύου φυσικού αερίου, ώστε να καλυφθεί μεγαλύτερο μέρος της χώρας και ν’ αύξηθεί η δυναμικότητα αποθήκευσης υγροποιημένου φυσικού αερίου.
– Η προώθηση της συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας υψηλής απόδοσης.
Σημαντικά περιθώρια βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, της εξοικονόμησης και της ορθολογικής χρήσης ενέργειας υπάρχουν τόσο για τους οικιακούς καταναλωτές, όσο και για τις επιχειρήσεις και τον δημόσιο τομέα. Επιπλέον, ο εθνικός ενεργειακός σχεδιασμός οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις διεθνείς οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις, όπως διακυμάνσεις στις τιμές των καυσίμων, τεχνολογική πρόοδο στην κατασκευή και τη χρήση εγκαταστάσεων και συστημάτων παραγωγής ενέργειας, κ.α. Σημαντικό στοιχείο αβεβαιότητας στην ενεργειακή στρατηγική της χώρας, ειδικότερα για τους τομείς της βιομηχανίας, της μεταφοράς και της θέρμανσης κτιρίων,  παραμένει η απρόβλεπτη μεταβολή των τιμών των ενεργειακών πόρων.

Επίλογος
Είναι σαφές ότι, με τα σημερινά δεδομένα και υπό τη στενή επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι προσδοκίες για ενεργειακή αυτοδυναμία είναι σχεδόν ακατόρθωτο να πραγματοποιηθούν, ακόμη και αν υπάρξει η σχετική πολιτική βούληση. Εντούτοις, οι ενεργειακές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα μας, όπως η ενεργειακή ασφάλεια και το τεράστιο ενεργειακό κόστος εξαιτίας των υψηλών τιμών ενέργειας, ο οξυμένος διεθνής ανταγωνισμός για τα παγκόσμια αποθέματα ενέργειας, η ανάγκη σημαντικών επενδύσεων σε ενεργειακές υποδομές και ο αργός ρυθμός προόδου των ΑΠΕ και της σχετικής τεχνολογίας, κάνουν την ανάγκη για μια ριζοσπαστική αλλαγή στον ενεργειακό τομέα επιτακτική για την επιβίωση της χώρας. Σημαντικό όμως είναι επίσης να απαλλαγεί η χώρα από τα φληναφήματα της μοναδικότητας της «πράσινης ανάπτυξης» ή από το ύποπτο «δόγμα Μπιρμπίλη»: «δεν αρκεί να είμαστε με τις ΑΠΕ, πρέπει να είμαστε ενάντια στον λιγνίτη». Γιατί μια ανεξάρτητη εθνική ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί παρά να ακολουθεί μόνο τις επιταγές του εθνικού συμφέροντος και της εθνικής οικονομίας, στη βάση μιας οικολογικά και περιβαλλοντικά αποδεκτής διαχείρισης συνολικά του ενεργειακού ζητήματος.

Σημειώσεις

1. Την ώρα που συγκεκριμένοι παραγωγοί «εναλλακτικών μορφών ενέργειας» συντηρούνται με «άσκοπες» επιδοτήσεις, οι ανεξόφλητες οφειλές προς τη ΔΕΗ ανέρχονται συνολικά στα 1,3 δισ. ευρώ (κυρίως από νοικοκυριά και πολύ μικρές επιχειρήσεις), ενώ ημερησίως προστίθενται άλλα 4 εκ. Στα 190 εκατ. ευρώ φτάνουν οι οφειλές από τον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Οι οφειλές των επιχειρήσεων που είναι συνδεδεμένες με τη μέση τάση ανέρχονται στα 130 εκατ. ευρώ, ενώ πάνω από 135 εκατ. ευρώ υπολογίζονται οι οφειλές της Λάρκο (ΜΜΕ19-1-2014).

2. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των πανίσχυρων ενεργειακών λόμπυ αποτελούν οι «μισές αλήθειες», όπως για παράδειγμα ότι το «24% των ενεργειακών αναγκών της Γερμανίας είναι από ΑΠΕ». Η αλήθεια είναι ότι περισσότερο του 50% από αυτό είναι από καύση βιομάζας και αποβλήτων, υδροηλεκτρικά κ.λπ. Επιπλέον, σπανίως λέγεται ότι στη «καθαρή» Γερμανία, ο λιγνίτης ήταν το 2013 η σημαντικότερη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας (26%), και ότι, από τη Γερμανία μέχρι την Πολωνία και την Τσεχική Δημοκρατία, επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (Vattenfall AB, CEZ AS και PGE SA) αναπτύσσουν ανοιχτά λιγνιτορυχεία, παρά τις ευρωπαϊκές απαγορεύσεις.

 3. «Πέντε οικογένειες ελέγχουν τον ενεργειακό τομέα στην Ελλάδα και θέλουν να ελέγξουν και τη ΔΕΗ μέσω του φυσικού αερίου», (http://greeklignite.blogspot.gr, 11-11-2013).

4.  Ο λόγος: η ελλειψη καυσίμου, καθώς το ορυχείο Κλειδιού είναι κλειστό απ’ το 2008, ενώ το ορυχείο της Βεύης (ιδιωτικό απ’ τη  δεκαετία του 1930), είναι κλειστό 13 χρόνια τώρα και το ΥΠΕΚΑ «δυσκολεύεται» να ολοκληρώσει μια διαγωνιστική διαδικασία. Γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου τυχαίο που, τα τελευταία χρόνια, το κόστος λιγνίτη στον ΑΗΣ Μελίτης έχει αυξηθεί.

 5. Αντιθέτως, οι Γερμανοί κατασκευάζουν 11 νέους λιγνιτικούς σταθμούς.

6. Τα τελευταία 15 χρόνια κατασκευάστηκε μια μόνο νέα λιγνιτική μονάδα, αλλά πολλές μονάδες φυσικού αερίου, με αποτέλεσμα η εγκατεστημένη ισχύς σε φυσικό αέριο να είναι ήδη μεγαλύτερη από τη λιγνιτική.

 7. Οδηγία 2010/75/ΕΕ, «περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης)».

8. Τη σημαντικότερη μορφή ΑΠΕ για την παραγωγή ηλεκτρισμού εξακολουθούν να αποτελούν τα υδροηλεκτρικά (400.000 MWh) και ακολουθούν τα αιολικά (300.000 MWh). Στη τρίτη θέση βρίσκονται τα φωτοβολταϊκά (λιγότερο από 90.000 MWh), που όμως αναμένεται μελλοντικά να ενισχυθούν σημαντικά.

9. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ορισμένες μορφές ΑΠΕ (π.χ. αιολικά) είναι η αιτία που συμβατικές μονάδες άνθρακα και αερίου υποχρεώνονται και αυτές σε μεταβλητή και τυχαία λειτουργία. Μερικές φορές μάλιστα τις κάνουν ζημιογόνες, χωρίς όμως να μπορούν να τις υποκαταστήσουν.

10.  Με λιγνίτη παράγονται 4.930 MW, με πετρέλαιο 730 MW και με φυσικό αέριο 4.579 MW.

11.  Σχέδιο Δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενεργειακή ασφάλεια και αλληλεγγύη (COM (2008) 781, 13.11.2008). Επιπλέον στοιχεία για την ενεργειακή πολιτική της Ε.Ε. βλέπε: Ανακοίνωση της Επιτροπής για την Ευρώπη 2020 (COM (2010) 2020 τελικό, 3.3.2010). Σχέδιο Δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενεργειακή ασφάλεια και αλληλεγγύη (COM (2008) 781 τελικό, 13.11.2008. Σχέδιο για την Ενεργειακή Απόδοση 2011 (COM (2011) 109 τελικό, 8.3.2011). “Οδικός χάρτης” για μια οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα έως το 2050 (COM (2011) 112 τελικό, 8.3.2011). Ανακοίνωση της Επιτροπής για το Χάρτη Πορείας για μια αποδοτική, από πλευράς πόρων, Ευρώπη (COM (2011) 571 τελικό, 20.9.2011).

12. Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων 2011-2014 (Ε.Π.Μ.) Η βιομηχανική παραγωγή μειώνεται κατά 5,8%, η μεταποίηση κατά 5% και η οικοδομική δραστηριότητα κατά 31,6%, με αποτέλεσμα τη μείωση στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και τη συρρίκνωση του σχετικού παραγωγικού τομέα της οικονομίας κατά 9,2%.

13. Η χρονική διάρκεια ζωής των ήδη εκμεταλλεύσιμων αποθεμάτων λιγνίτη δεν υπερβαίνει τα 35 χρόνια, παρότι έχουν εντοπιστεί περιοχές με σημαντικά αποθέματα λιγνίτη (Δράμα, Δυτική Μακεδονία, Ελασσόνα και Μεγαλόπολη). Τελευταία έχει διατυπωθεί η άποψη ότι θα πρέπει στο ελληνικό ισοζύγιο ηλεκτρισμού να εισέλθουν νέα στερεά καύσιμα, όπως ο λιθάνθρακας, προκειμένου να παραταθεί η διαθεσιμότητα και η χρήση του λιγνίτη σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Η διαθεσιμότητα του λιθάνθρακα ξεπερνά τα επόμενα 200 χρόνια, σε αντίθεση με το φυσικό αέριο που θα είναι διαθέσιμο για τα επόμενα 50-60 χρόνια. Βεβαίως η μελλοντική αξιοποίηση του άνθρακα θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα των ηλεκτροπαραγωγών μονάδων άνθρακα να υιοθετήσουν με χαμηλό κόστος καθαρές και αποδοτικές τεχνολογίες καύσης, ώστε να προσαρμοστούν στο αυστηρό πλαίσιο των περιβαλλοντικών απαιτήσεων του «Πρωτοκόλλου του Κυότο» και των αυστηρών Ευρωπαϊκών προδιαγραφών για νέες εγκαταστάσεις καύσης. Σύμφωνα πάντως με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας, η ζήτηση λιγνίτη σε ολόκληρο τον κόσμο αναμένεται να αυξηθεί κατά 5,4% έως το 2020. Η ίδια Υπηρεσια, εκτιμά ότι, προκειμένου να συγκρατηθεί η άνοδος της θερμοκρασίας στους 2ο C μέχρι το τέλος του 21ου αιώνα, η κατανάλωση κατά την περίοδο αυτή πρέπει να πέσει κατά 10%.

 14. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμευτεί έως το 2020 («στόχος 20-20-20») για : μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά 20%, αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών στην κατανάλωση ενέργειας σε ποσοστό 20% και βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά 20%, με προτεραιότητα στη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα των χωρών και σε δράσεις που συμβάλλουν στην αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Είναι σαφές ότι ο στόχος 20-20-20 μπορεί να συμβάλει προκειμένου να γίνει ένα σημαντικό βήμα προς την την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας μας.

15 Για παράδειγμα, οι περισσότερες γερμανικές οικολογικές οργανώσεις είναι στην πραγματικότητα καθοδηγούμενες γραφειοκρατίες επαγγελματιών που συνεργάζονται με κρατικές και εταιρικές ελίτ, ενώ  διεθνείς οικολογικές οργανώσεις (WWF, Birdlife International κ.λπ.) ελέγχονται από τα γερμανικά παραρτήματά τους.

3 Σχόλια

  1. AN DEN ZOUSA STH GERMANIA DEN THA ‘XERA TI ESTI ERLICH-ERLICH(TIMIOS-TIMIOS) KAI DEUTSCH-ERLICH(GERMANOS-TIMIOS)!
    EPISHS TI ESTI HALF TRUTH-HALF LIE(KANAREIOS RHSIS TOU … GERMANOU KANARH!ADMIRAL WILHELM VON KANARIS(ARXHGOS ANTIKATASKOPEIAS).
    ELITISTIKIA ALLA KAI LA’I’KIA KATHIMERINH PRAKTIKH(SE ERGATIKOUS-LA’I’KOUS-OIKOGENOIAKOUS XOROUS ALLA KAI STOUS XOROUS TON ELITEN STA MEDIEN z.B)
    KALH TYXH KAI KALH SYNEXEIA(AN SAS MEINEI KOURAGIO!)

  2. Η προσωπική μου άποψη, παρότι μπορεί να φανεί αιρετική, είναι ότι σχεδιασμός που δεν περιλαμβάνει την πυρηνική ενέργεια δεν είναι βιώσιμος στο μακροπρόθεσμο μέλλον. Γνωρίζω τις αιρέσεις λόγω σεισμικότητας της περιοχής μας κλπ. αλλά αυτά τα προβλήματα μπορούν να αντιμετωπισθούν με κατασκευή πλωτών πυρηνικών σταθμών όπως έχω προτείνει σχετικά από το 90 αντί χερσαίων. Φαίνεται ότι αυτή η ιδέα κερδίζει έδαφος και διεθνώς ειδικά μετά την τραγωδία της Φουκουσίμα, βλ. π.χ.:
    http://www.world-nuclear-news.org/NN-New-concept-for-offshore-nuclear-plant-1604141.html
    Η προσωπική μου πρόταση πάντως ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδος με τα πολλά αυτόνομα νησιωτικά δίκτυα δεν είναι λίγοι μεγάλοι πλωτοί σταθμοί στη μορφή εξεδρών όπως στο άρθρο παραπάνω αλλά πολλοί μικροί σε μορφή πυρηνοκίνητου πλοίου ώστε να έχουν την ευελιξία να εξυπηρετούν περισσότερα του ενός νησιού ή άλλου δικτύου μέσω μετακίνησης του σε κατάλληλο διασυνδεδεμένο λιμένα. Αν μάλιστα το σκάφος είναι καταδυόμενο κι υδατοστεγές (όχι όμως αναγκαστικά κι αποκλειστικά υποβρύχιο) τότε η πιθανότητα ατυχήματος από βύθιση του ή έκθεση σε κακοκαιρία ελαχιστοποιείται. Επίσης σκεφθείτε αν η Ελλάς ήτο εξοπλισμένη με ένα ή δύο τέτοια σκάφη πόση βοήθεια θα μπορούσε να προσφέρει στη δοκιμαζόμενη Κύπρο μετά το Μαρί ή μετά το σεισμό στην Κεφαλονιά κλπ.

  3. Ελπίζω στο εγγυς μέλλον να ανακαλύψουμε και να διαδώσουμε την ανάγκη
    μικρότερης κατανάλωσης ενέργειας.
    Ελπίζω οι αναλύσεις μας να τείνουν στην απλούστευση της ζωής μας
    και όχι να συστρέφωνται με τον παραλογισμό του κατεστημένου για την ανάγκη της περισσότερης ενέργειας.
    Εσαεί περσσότερο ΔΕΝ γίνεται. Φυσική Α’ Λυκείου, θαρρώ.

    ΥΓ: Ηλεκτρικός λεμονοστίφτης !!! τσ τσ τσ

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*