Κινηματογράφος, Μόνιμες Στήλες, Ρήξη φ. 104

Να κάθεσαι και να κοιτάς

gra

Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από τη Ρήξη φ. 104

Να κάθεσαι και να κοιτάς, αυτή είναι η αρχή της τέχνης. Κάθε έργο πηγάζει απ’ την παρατήρηση. Γι’ αυτό ο καλλιτέχνης αργεύει και περνιέται –δίκαια ίσως– για καμάτης ανάμεσα στην ιδρωμένη καθημερινότητα.

Η σωρευμένη παρατήρηση, που με τον καιρό αποστάζεται σε εμπειρία, είναι η εύπλαστη πρώτη ύλη πάνω στην οποία πλάθει το έργο. Η παρατήρηση, ωστόσο, του ποιητή δεν μοιάζει με κείνην του δημοσκόπου ή άλλου τινός επιστήμονα, γιατί αυτός μέσα (του) σκάβει κυρίως. Το να κοιτάς μ’ αυτά τα μέσα μάτια θα πει αφοσίωση και σχέση, αν όχι αγάπη. Το να δημιουργείς ύστερα θέλει ταλέντο και γνώση και κόπο ασίγαστο.

Sacro GRA

Χρησιμοποίησα στην αρχή τον τίτλο της νέας ταινίας του Γιώργου Σερβετά, αλλά θα ξεκινήσω με μια ιταλική ταινία που κάνει κάτι παρόμοιο, με πολύ πιο γόνιμο τρόπο. Είναι το ντοκυμανταίρ του Τζιανφράνκο Ρόζι Sacro GRA, που κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία το 2013. Είναι η πρώτη φορά που ο εβδομηντάχρονος Λέων της Βενετίας απονέμεται σε ντοκυμανταίρ. Το επίτευγμα του Ρόζι είναι όντως γοητευτικό.
GRA είναι τα αρχικά του Grande Raccordo Anulare, του δακτυλίου-περιφερειακού, που με τα εβδομήντα του χιλιόμετρα περιβάλλει τη Ρώμη, σε μια διάμετρο είκοσι χιλιομέτρων. Ο Ρόζι στάθηκε με την κάμερά του και παρατήρησε τη λεωφόρο, όχι μόνο την κίνηση και τ’ αυτοκίνητά της, αλλά και το κοπάδι με τα πρόβατα από δίπλα, τον Τσέζαρε, από τους τελευταίους ψαράδες στον Τίβερη, που με τη βάρκα του περνά κάτω από τις μεγάλες γέφυρες και μένει με τη γυναίκα του σε μια ξύλινη παράγκα κάπου εκεί, τον Φίλιππο, έναν ξεπεσμένο αριστοκράτη που νοικιάζει την παλιομοδίτικη βίλα του για τα προς το ζην, τις δυο γερασμένες πόρνες που μένουν σ’ ένα παρακείμενο τροχόσπιτο, τον Πάολο και την κόρη του Αμέλια, αριστοκράτες του βορρά, που βρέθηκαν, άγνωστο πώς και γιατί, σε μια λαϊκή πολυκατοικία, μια οικογένεια Φιλιππινέζων στην ίδια πολυκατοικία, τον Φραντσέσκο που ηχογραφεί τους ήχους των σκαθαριών που κατατρώνε τους φοίνικες –υπέροχη παραβολή του αρχαίου κλέους της πόλης– μια ομάδα πιστών, που αναμένουν την εμφάνιση της Θεοτόκου, τον Ρομπέρτο, που τριγυρνάει στη λεωφόρο με το νοσοκομειακό και περιμαζεύει τραυματίες…
Χωρίς αμφιβολία ο Ρόζι, δουλεύοντας πάνω σε μια ιδέα του Νικολό Μπασέτι, μας δίνει μια εικόνα της Αιώνιας Πόλης έτσι όπως δεν την έχουμε δει, μηδέ την έχουμε φανταστεί. Ούτε μνημεία, ούτε τουρισμός, ούτε κοινωνιολογίες, ούτε ρητορείες, ούτε συνθήματα. Το δαχτυλίδι που περιβάλλει τη ρωμαϊκή πρωτεύουσα είναι στ’ αλήθεια μια ξεχασμένη επαρχία, βυθισμένη στην παρακμή, έξω από τα όρια του σύγχρονου κόσμου, όπως τα χαράζει η περιμετρική οδός. Σαν το κόκκινο σκαθάρι που κατατρώει τους φοίνικες, όλη τούτη η παρακμή γύρω απ’ την ένδοξη Ρώμη και όλοι οι ξεχασμένοι που φωλιάζουνε γύρω στο κυκλοφοριακό δαχτυλίδι γίνονται σαν κάτι ιερό κι απαραβίαστο. Όσο κι αν τα επεισόδια μοιάζουνε καμιά φορά ασύνδετα και η ταινία κομματάκι χαοτική, με τόσα πρόσωπα να συνωθούνται στα καρέ της, σου αφήνει μια επίγευση στοχαστική. Όσο λαμπρή κι αν είναι μια πόλη, όσο σύγχρονη και μοντέρνα, δύσκολα κρύβει το σαράκι που τρώει τα σωθικά της. Γιατί όλοι αυτοί οι παραριγμένοι στα σκοτεινά κράσπεδα της οδού, απροσάρμοστοι στην πρόοδο και οπισθοδρομικοί, ένα σαράκι καημού είναι στην ιστορική πόλη.
Εμπνεόμενος, όπως λέει ο ίδιος, από τις «Αόρατες πόλεις» του Καλβίνο, ο Ρόζι, με τη βοήθεια του Τζάκομο Κουάντρι στο μοντάζ, έδωσε ένα σπάνιο μωσαϊκό χαρακτήρων σ’ ένα ντοκυμανταίρ όπου μοιάζει οι ίδιοι οι ήρωες να στήνουν ταινία τη ζωή τους, με υλικό από τις κάμερες του δρόμου. Δύο χρόνια χρειάστηκαν για να συλλεγεί το υλικό. Ο Τζιανφράνκο Ρόζι, με το Sacro GRA συνεχίζει έναν κινηματογράφο ευαίσθητης καταγραφής, όπως και στο προηγούμενο ντοκυμανταίρ του, το Below Sea Level (2008) όταν αναζητούσε στην έρημο της Καλιφόρνιας τους άστεγους της Αμερικής.

Να κάθεσαι και να κοιτάς

Η ταινία του Γιώργου Σερβετά, η πρώτη του, μοιάζει θεματικά μ’ εκείνην του Ρόζι, αν και δεν είναι ντοκυμανταίρ. Η πρωταγωνίστρια Αντιγόνη φτάνει σε μια κωμόπολη στην περίμετρο της Αθήνας –θαρρώ στην Αλίαρτο. Η παρακμιακή παραγωγικά και βιομηχανικά Βοιωτία έχει γίνει, από Λάνθιμο και Τσαγγάρη, έδρα του λεγόμενου «νέου κύματος», του «αλλόκοτου» ελληνικού κινηματογράφου («Weird Greek Cinema»), όπως τον βάφτισε ο Στηβ Ρόουζ της Γκάρντιαν. Μα τι κρίμα! Εκεί που ο Ρόζι σκύβει και φωτίζει με κινηματογραφική αίγλη αυτόν τον λούμπεν κόσμο, ο Σερβετάς έφτασε στην παρακμιακή περίμετρο οπλισμένος με συνθήματα και αναρχοαυτόνομες ρητορείες μιας ξεδοντιασμένης αριστεράς, αιματηρά επικίνδυνης. Έτσι, αντίς γι’ ανθρώπους, συναπάντησε διαγράμματα: Η ασυμβίβαστη κουλτουριάρα αριστερή-οικολόγος-φιλόζωη-αντιφασίστρια θυμωμένη γκόμενα, η οποία απηύδησε στην Αθήνα, έρχεται στην επαρχία (παρένθεση: στο σούπερ σπίτι του πατρός της υποθέτουμε, που την περίμενε προσεγμένα κλειστό) για να αναμετρηθεί με τους ελληναράδες-φασίστες-ρατσιστές-φαλλοκράτες της πόλης στο πουθενά, στην οποία, εννοείται, όπου και να στρίψεις κυματίζουν ελληνικές σημαίες.
Και τα περί διαγραμμάτου συνέχειαν έχουν: Η ηρωίδα, ονόματι Αντιγόνη –ποία η αναφορά στον Σοφοκλή άδηλον–, ακούγεται στα πρώτα λεπτά να λέει: «Γεννήθηκα κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’80…». Αγνοεί τη χρονιά που γεννήθηκε άραγε; Στο τέλος της ταινίας, η ίδια λέει πάλι: «Μεγάλωσα στα τέλη της δεκαετίας του ’80». Τι να υποθέσουμε; Ότι γεννήθηκε, ας πούμε, το 1987 και ως το 1990 μεγάλωσε; Εν πάση περιπτώσει, ας πούμε πως είναι σήμερα κάπου στα τριάντα κάτι της. Δούλεψε στην Αθήνα ηθοποιός, τα παράτησε και βρέθηκε στην επαρχία (πατρογονική της πόλη να υποθέσουμε;) να κάνει την καθηγήτρια αγγλικών. Η ιστορία θα ’ταν συγκλονιστική, εάν δεν ήταν επίπεδη σαν προεκλογικό πανό. Ξαναβρίσκει την παλιά της φίλη Ελένη, την οποία κακοποιεί ο γκόμενός της, κατάδικος με αναστολή, ιδιοκτήτης μάντρας απόσυρσης αυτοκινήτων και σεκιουριτάς –ελληναράς φασίστας τουτέστιν (!), αν και από το σενάριο ουδέν τοιούτον προκύπτει. Η Αντιγόνη τα φτιάχνει με τον παραγυιό του ανωτέρω, «που του ρίχνει είκοσι πέντε χρόνια», όπως ακούμε. Άρα είναι δεκαεξάχρονος (;). Το αφεντικό συμβουλεύει πατρικά τον παραγυιό να «τη γαμάει (την γκόμενα) και όχι να τον γαμάει». Κάπου σκοτώνεται σε δυστύχημα ένας Πακιστανός, έπειτα οι δύο, αφεντικό και παραγυιός, απάγουν την Αντιγόνη για να τη βιάσουν σ’ ένα ερημικό τροχόσπιτο και στο τέλος καθαρίζει –εξόχως φασιστικά– ο πρώην της Αντιγόνης, τον οποίον εκείνη είχε ξεγράψει απ’ όταν ξέπεσε κι έπιασε δουλειά, ο άμοιρος, σε σουπερμάρκετ… Του σεναριογράφου και σκηνοθέτη η καρδιά (όπως και της γυναίκας, κατά το παλαιόν φαλλοκρατικόν άσμα) μία άβυσσος!
Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Η ταινία παίχτηκε στο Φεστιβάλ του Βερολίνου και στο Φεστιβάλ Τορόντο. Η Μαρίνα Συμεού, μονίμως θυμωμένη ως Αντιγόνη, ο Γιώργος Καφετζόπουλος, o παραγυιός παις Νίκος, η Μαριάνθη Παντελοπούλου καλή παρουσία σαν Ελένη, όπως κι ο Νίκος Γεωργάκης, ο Νώντας, ο σεκιουριτάς-αφεντικό και ο Κωστής Σειραδάκης, ο Δημήτρης, ο πρώην της Αντιγόνης.
Τέλος, για όποιον δεν κατάλαβε, μια παράλληλη αφήγηση. Ο Ρόζι και ο Σερβατάς έχουν μια σχεδόν όμοια σκηνή. Στο λαϊκό μπαρ. Ο Ρόζι δείχνει δυο φτωχοπόρνες που χορεύουν για τους άντρες θαμώνες. Μένει στην μπαναλιτέ των κοριτσιών, ένα δυο κοντινά πλάνα στα πόδια τους κι η κάμερα απομακρύνεται. Βλέπουμε το μπαρ μέσα στη νύχτα απ’ έξω κι από μακριά. Αρνείται να κρίνει τους φτωχοδιαβόλους του. Ο Σερβετάς βιάζεται να ξεχωρίσει καλούς (τις καταπιεσμένες γυναίκες, ας πούμε, αν και δεν είναι πόρνες, αλλά θαμώνες κι αυτές) και κακούς (τους φασίστες-φαλλοκράτες άντρες της πολίχνης). Πέφτουν απάνω τους, τις σπρώχνουν, τις προκαλούν, ώστε να προκληθεί μαζί και η οργή του θεατή. Ρεαλισμός και στις δύο περιπτώσεις. Μόνο που άλλο σινεμά και άλλο μπροσούρα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*