Uncategorized, Βιβλίο - Εκδηλώσεις - Πολιτισμός, Θέατρο, Μόνιμες Στήλες, Ρήξη φ. 104

Στο λαβύρινθο των λέξεων και των σχέσεων

«Die Heimat» του Χέρμαν Σούντερμαν

Die Heimat~837480-253-1(1)

Του Κώστα Σαμάντη από τη Ρήξη φ. 104

Ο επισκέπτης της θεατρικής σκηνής 104 παίρνει σ τα χέρια του μαζί με το εισιτήριο ένα μικρό κείμενο το οποίο αναφέρει: «Η ομάδα 33 διασκευάζει το ομώνυμο έργο του Χέρμαν Σούντερμαν και αναμετριέται με τις έννοιες της πατρίδας, της κοινωνικής ταυτότητας και της ατομικής ελευθερίας. Heimat είναι ο τόπος, το σπίτι, οι άνθρωποί σου. Είναι οι ρίζες σου, η γλώσσα σου, η παιδικότητά σου. Είναι όλα εκείνα που θα ονόμαζε κανείς πατρίδα. Ξαφνικά αντίκρισα την πατρίδα μου σαν να την έβλεπα για πρώτη φορά. Όλα είχαν αλλάξει. Στην πραγματικότητα ωστόσο, το μόνο που είχε αλλάξει ήμουν εγώ.»

Ένας ανενημέρωτος επισκέπτης πιστεύει ότι ο προβληματισμός του έργου κινείται γύρω από την έννοια της πατρίδας. Μας πήρε αρκετό χρόνο και κόπο (μιας και δεν είμαστε γνώστες ούτε της γερμανικής γλώσσας ούτε του βιογραφικού του συγγραφέα) για να αντιληφθούμε κάποια πράγματα.
Συγκεκριμένα : Η λέξη Heimat περιγράφει τον τόπο στον οποίο γεννήθηκες και στον οποίο μεγάλωσες με όλες τις κοινωνικές συμβάσεις, τις ιδιαίτερες παραδόσεις, το αυστηρό πλαίσιο σχέσεων, το συντηρητικό χαρακτήρα που ενδεχομένως τον διέπει, λαμβάνοντας υπ΄ όψιν ότι το συγκεκριμένο έργο έχει γραφτεί το 1893. Η λέξη Heimat αποδίδεται, σύμφωνα με την άποψή μας, σωστότερα με τον όρο «ιδιαίτερη πατρίδα». Εξαιτίας του ότι ο συγγραφέας είναι Γερμανός και ο θεατής δεν έχει στα χέρια του ένα πρόγραμμα που να του δίνει ιδιαίτερες πληροφορίες για το έργο, μπορεί κάλλιστα να αναρωτηθεί αν το έργο είναι γραμμένο σε αντιπαράθεση με τη γερμανική πατρίδα του Χίτλερ ή αποτελεί έκφραση της μέχρι πρότινος κυρίαρχης μετανεωτερικής ιδεολογίας. Έτσι, χωρίς τις απαραίτητες πληροφορίες που περιέχονται σε ένα πρόγραμμα (που οφείλει να συνοδεύει μια θεατρική παράσταση), κινδυνεύει να χαθεί στον λαβύρινθο παρεξηγήσεων και παρανοήσεων, τουλάχιστον. Ή, για να το πούμε με τα λόγια του Γκαίτε, «Για να καταλάβει κάποιος το έργο του ποιητή πρέπει να μεταφερθεί στη χώρα του ποιητή».
Ο γερμανός Χέρμαν Σούντερμαν μεγάλωσε σε μια οικογένεια η οποία κατέφυγε στη Γερμανία από την Ολλανδία, διωγμένη λόγω των θρησκευτικών της πεποιθήσεων. Μέλη της κοινότητας των Μενονιτών, μιας σέκτας του προτεσταντισμού η οποία κατόπιν διασπάστηκε σε άλλες μικρότερες, με επιφανέστερη όλων την κοινότητα των Άμις στη Πενσυλβάνια των ΗΠΑ, χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερο συντηρητισμό/πουριτανισμό και τη στάση κατά των κοινωνικών ηθών της εποχής. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ήταν συντηρητικοί μέσα σε μια ήδη συντηρητική (για τα δικά μας δεδομένα) κοινωνία.
Μεγαλωμένος στο ιδιαίτερα ασφυκτικό αυτό περιβάλλον, γράφει το Die Heimat σε μια προσπάθεια καταγραφής αυτού του πλαισίου. Στην υπόθεση του έργου, η Μάγδα [ως «Μάγδα» έχει ανέβει το συγκεκριμένο έργο άλλες φορές και ίσως αποδίδει καλύτερα το περιεχόμενό του] επιστρέφει στη Heimat μετά από δέκα χρόνια ως επιτυχημένη αοιδός της βαγκνερικής όπερας. Η φυγή της έχει να κάνει με την προσπάθεια χειραφέτησης τόσο από την αυστηρή πατρική εξουσία, όσο και από τον κοινωνικό περίγυρο. Ο πατέρας της την υποδέχεται σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης και αποκατάστασης της οικογενειακής τιμής, με δύο όρους. Ο πρώτος είναι να παντρευτεί το νεανικό της έρωτα εξαιτίας του οποίου είχε φύγει, και ο δεύτερος είναι η μη αναγνώριση του νόθου τέκνου που είχε αποκτήσει από αυτόν (τον έρωτα). Η τιμή της οικογένειας είναι εκ των ων ουκ άνευ μέσα στην κοινωνία. Η Μάγδα, ερωτευμένη με το παιδί της και τη μουσική, αρνείται το δεύτερο όρο, με αποτέλεσμα ο εν αποστρατεία αξιωματικός πατέρας της να τη σκοτώσει πριν αυτοκτονήσει και ο ίδιος. Σε αυτό το σημείο αξίζει να γίνει κατανοητή η ιδιαίτερη έννοια του Heimat. Σαν έννοια ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένη τον καιρό του συγγραφέα, τόσο στη Γερμανία όσο και στην Αυστρία και Ελβετία. Είναι ο ιδιαίτερος δεσμός ο οποίος συνδέει τους γερμανόφωνους των τριών αυτών περιοχών και βασίζεται σε δύο άξονες. Στον άξονα της καταγωγής και στον άξονα της τιμής ως ηθικό κοινωνικό κώδικα. Είναι περισσότερο, ή ήταν περισσότερο, μια ιδεολογία η οποία περιέκλειε την έννοια της λαϊκής κοινότητας (ενδεχομένως επηρεασμένη ιδιαίτερα από τον προτεσταντισμό), χωρίς όμως ξεκάθαρες εθνικές αναφορές, τουλάχιστον για τον 19ο αιώνα. Πάνω στην έννοια του Heimat θα πατήσει αργότερα ο Χίτλερ και θα συγκροτήσει την ιδεολογία του Αίμα (καταγωγή) – Τιμή, ως βασικό άξονα του ναζισμού.
Η σκηνοθέτις Ευρώπη Θωμοπούλου διασκευάζει το έργο σε δύο προτάσεις. Στην πρώτη, οι πρωταγωνιστές είναι τα τρία αδέλφια, η Μάγδα, η Μαρί και ο Σεμπάστιαν, ο οποίος αντιπροσωπεύει και την πατριαρχική εξουσία. Είναι αυτός ο οποίος κυριαρχεί, χειραγωγεί και καταδυναστεύει τη μικρότερη αδελφή, ενώ αναλαμβάνει το έργο της κάθαρσης ως προς τη μεγαλύτερη αδελφή που έχει εκθέσει την οικογένεια. Η Θωμοπούλου επιλέγει να δουλέψει πάνω σ’ ένα κλασικό πλαίσιο για την αυστριακή δραματουργία που μπορεί κανείς να συναντήσει στα έργα της Γέλινεκ, του Χάνεκε ή του Μπέρνχαρτ. Σε μια οικογένεια όπου έξωθεν όλα βαίνουν καλώς και εσωτερικά αναπτύσσεται βία, ενδοοικογενειακή σεξουαλικότητα, σχέσεις εξουσίας και, κυρίως, σκληρότητα. Σε αυτή την πρότασή της το αποτέλεσμα είναι πολύ ικανοποιητικό. Πάντως μπερδεύει την έννοια της πατρίδας με αυτή της ιδιαίτερης πατρίδας (ηθελημένα;) αλλοιώνοντας την πρόθεση του συγγραφέα. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ο αδελφός/δυνάστης παρουσιάζεται με τις φράσεις, «Είμαστε μια μικρή κοινότητα που αγαπάει τον τόπο της, στηρίζουμε την τοπική οικονομία, καταναλώνουμε τοπικά προϊόντα». Μομφή κατά του κινήματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας μέσω της αγοράς τοπικών προϊόντων, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των τεσσάρων αυτών μνημονιακών χρόνων – Εξάλλου, μήπως ο Γ. Μηλιός δεν έχει χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο κίνημα «οικονομικό εθνικισμό» (sic) ; Η ίδια γνωρίζει καλύτερα.
Επειδή οι συγκεκριμένες απόψεις, όπως εσχάτως του Δ. Χριστόπουλου, έχουν μειοψηφική απήχηση στο κοινωνικό σώμα, ίσως αυτό να εξηγεί τη μανική συμπεριφορά όσων τις υποστηρίζουν.
Η παράσταση κατορθώνει να αποδώσει αρκετά καλά την ένταση και την τραγικότητα που διέπουν τις συγκεκριμένες οικογενειακές σχέσεις, πράγμα στο οποίο συμβάλλει η ιδιαίτερη ερμηνεία του Λύσανδρου Σπετσιέρη, που αποδίδει έξοχα τη νευρωτική αμφιθυμία του δυνάστη/χειραγωγού σε ένα ρόλο που απαιτεί ψυχολογική εσωτερικότητα, αλλά και εκφραστική αμεσότητα. Πολύ καλή επίσης και η Φαίδρα Χατζηκωσταντή στο ρόλο της μικρότερης αδελφής Μαρί. Αξίζει να αναφερθεί η μουσική επιμέλεια του Βαγγέλη Λάτου, ο οποίος έχει πλαισιώσει έξοχα την παράσταση με κομμάτια των Μαντρουγάδα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*